| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43287 | προωθητικός | , ή, ό προ-ω-θη-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την προώθηση: ~ός: μηχανισμός (ποδηλάτου)/πύραυλος. ~ό: αέριο/μέσο/σύστημα.|| (μτφ.) ~ός: παράγοντας (ανάπτυξης)/ρόλος.|| ~ή: καμπάνια. ~ό: πρόγραμμα. ~ές ενέργειες πωλήσεων. ~ά δώρα. ~ό και ενημερωτικό υλικό. Πβ. διαφημιστικός. ● επίρρ.: προωθητικά [< γαλλ. propulsif, αγγλ. promotional, 1922] | |
| 43288 | προωθώ | [προωθῶ] προ-ω-θώ ρ. (μτβ.) {προωθ-είς ..., -ώντας | προώθ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος} (λόγ.): συντελώ, συμβάλλω στη διεκπεραίωση υπόθεσης, στην (επαγγελματική) εξέλιξη προσώπου, στη διάδοση και προβολή αγαθού ή θέσης, ιδεολογίας, στην επίτευξη στόχου: ~ ένα αίτημα/την (πράσινη) ανάπτυξη/τον διάλογο/την επικοινωνία/μια πρόταση/τη συμμετοχή/συμφωνίες/μια συνεργασία/ένα σχέδιο. ~εί την αξιοκρατία/επίλυση των προβλημάτων/ισότητα. Οικολογικές οργανώσεις ~ούν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (πβ. διαδίδω). Πρωτοβουλίες που ~ούν την εξέλιξη του ανθρώπινου δυναμικού (πβ. ευνοώ). Η κυβέρνηση ~ησε την κατασκευή οδικών έργων. Θα ~ήσει τα συμφέροντά/τους συνεργάτες του (πβ. υποστηρίζω). ~είται η επιστημονική έρευνα. ~ούνται μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος/προγράμματα κατάρτισης. ~ήθηκαν σε θέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Προϊόν που έχει ~ηθεί στην αγορά (= διεισδύσει. Πβ. λανσάρω, πλασάρω). Έχουν ~ηθεί λύσεις για μια αειφόρο οικονομία. ~ούμενες: αλλαγές/ρυθμίσεις. || ~ησα το μέιλ/μήνυμα. ● Παθ.: προωθούμαι (λόγ.): κινούμαι, ωθούμαι μπροστά, προς συγκεκριμένη κατεύθυνση: Τα στρατεύματα ~ήθηκαν (πβ. προελαύνω).|| (μτφ.) Η εισερχόμενη κλήση ~είται στον τηλεφωνητή. Η κλήση σας ~είται. Τα έγγραφα ~ούνται στη Γενική Διεύθυνση Έργων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ημένο: μήνυμα (: που αποστέλλεται εκ νέου σε παραλήπτες, συνήθ. χωρίς να αλλάξει το περιεχόμενό του). ● Μτχ.: προωθημένος , η, ο: που δεν ακολουθεί την πεπατημένη, πρωτοποριακός: ~ος: τρόπος σκέψης. ~η: αντίληψη/έρευνα/θεραπεία/λύση/νομοθεσία/πρόταση/τεχνολογία/χρήση. ~ες: απόψεις/ιδέες/μορφές/τεχνικές/υπηρεσίες. ~α: συστήματα/χαρακτηριστικά. Η θέση του ήταν ιδιαίτερα ~η για την εποχή του. ΣΥΝ. προχωρημένος (1) [< αρχ. προωθῶ ‘ωθώ προς τα μπροστά’, γαλλ. promouvoir, αγγλ. promote] | |
| 43289 | προώλης | , ης, ες προ-ώ-λης επίθ.: μόνο στη ● ΦΡ.: εξώλης και προώλης βλ. εξώλης [< αρχ. προώλης ‘εντελώς κατεστραμμένος ή αφανισμένος’] | |
| 43290 | πρόωρος | , η, ο πρό-ω-ρος επίθ.: που συμβαίνει, εκδηλώνεται πριν από την κανονική, αναμενόμενη, φυσιολογική χρονική στιγμή: ~ος: τοκετός. ~η: αποφυλάκιση/γήρανση/εξόφληση (δανείου)/συνταξιοδότηση. ~ες: εκλογές/εκπτώσεις. ~α: συμπεράσματα. ~η προσφυγή στις κάλπες. Πβ. πρώιμος.|| ~α: βρέφη/μωρά/νεογνά (: που γεννιούνται πριν από την 37η εβδομάδα κύησης). Βλ. -ωρος. ● επίρρ.: πρόωρα & (λόγ.) προώρως: Έφυγε ~ (: για ~ο θάνατο). ● ΣΥΜΠΛ.: πρόωρη εκσπερμάτωση βλ. εκσπερμάτωση [< μτγν. πρόωρος, γαλλ. précoce, prématuré] | |
| 43291 | προωρότητα | προ-ω-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πρόωρος τοκετός: ~ των βρεφών. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. prématurité, 1953] | |
| 43292 | πρόωση | πρό-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. μηχανική ώθηση: αυτόματη/ηλεκτρική/πυρηνική ~. ~ αεροσκάφους/ελκυστήρα/πλοίου/πυραύλου. Κινητήρας/μέσο/μηχανισμός/ταχύτητα ~ης. Οχήματα διπλής ~ώσεως (: που έχουν δύο συστήματα, π.χ. θερμικό και ηλεκτρικό). Βλ. προώθηση. [< αρχ. πρόωσις, γαλλ.-αγγλ. propulsion] | |
| 43293 | προωστήρας | προ-ω-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός, όργανο πρόωσης: ~ αεροσκάφους/πλοίου/πυραύλου. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. propulseur] | |
| 43294 | προωστικός | , η, ο προ-ω-στι-κός επίθ. & προωστήριος, α, ο: ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με την πρόωση ή συντελεί σε αυτή: ~ή: δύναμη.|| (κυρ. για πλοίο) ~ός: κινητήρας. ~ή: μηχανή. ~ά: συστήματα. [< μτγν. προωστικός, γαλλ. propulsif] | |
| 43295 | πρυμάτσα | πρυ-μά-τσα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. παλαμάρι. Βλ. -άτσα.[< πρύμη < πρύμνη + -άτσα] | |
| 43296 | πρυμναίος | , α, ο [πρυμναῖος] πρυ-μναί-ος επίθ. (λόγ.) & (λαϊκό) πρυμ(ν)ιός, ιά, ιό: που βρίσκεται, ανήκει στην πρύμνη: ~ος: ιστός/κάβος. ~ο: κατάστρωμα. ΑΝΤ. πρωραίος [< μτγν. πρυμναῖος] | |
| 43297 | πρύμνη | πρύ-μνη ουσ. (θηλ.) & πρύμη & (λόγ.) πρύμνα: ΝΑΥΤ. το πίσω μέρος του πλοίου. ΑΝΤ. πλώρη ● ΦΡ.: ανακρούω πρύμνα(ν) βλ. ανακρούω, ώρα καλή στην πρύμ(ν)η σου κι α(γ)έρα στα πανιά σου βλ. ώρα [< αρχ. πρύμνη ] | |
| 43298 | πρυμνοδέτηση | πρυ-μνο-δέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πρόσδεση πλεούμενου από την πρύμνη: ~ σκάφους σε λιμάνι. Θέσεις/τέλη ~ης. Βλ. αγκυροβολία. | |
| 43299 | πρυτανεία | πρυ-τα-νεί-α ουσ. (θηλ.) 1. το ανώτατο διοικητικό όργανο πανεπιστημιακού ιδρύματος και οι υπηρεσίες του: γραμματεία/γραφείο ~ας. 2. η ιεραρχική βαθμίδα και συνεκδ. η θητεία του πρύτανη: υποψήφιοι για την ~.|| Η ανάθεση του έργου έγινε επί ~ας του ... Βλ. αντι~. 3. (συνεκδ.) το κτίριο στο οποίο εδρεύουν οι πρυτανικές Αρχές: η ~ του Πολυτεχνείου. [< μτγν. πρυτανεία ‘περίοδος προεδρίας των πρυτάνεων’, γερμ. Rektorat ή γαλλ. rectorat] | |
| 43300 | πρυτανεύει | πρυ-τα-νεύ-ει ρ. (αμτβ.) {πρυτάνευ-σε, μτχ. πρυτανεύ-ων, -ουσα} (λόγ.): (μτφ., για αφηρημένη έννοια) κυριαρχεί, επικρατεί: Ευτυχώς τελευταία στιγμή ~σε η λογική. ● πρυτανεύω (σπάν-επίσ.): κατέχω το αξίωμα του πρύτανη: ~οντος του καθηγητή ... [< μτγν. πρυτανεύω ‘ασκώ την πρυτανεία’] | |
| 43301 | πρύτανης | πρύ-τα-νης ουσ. (αρσ. + θηλ., σπανιότ. πρυτάνισσα) {-η (λόγ.) -άνεως | -άνεις, -άνεων} 1. εν ενεργεία καθηγητής ή καθηγήτρια πρώτης ή δεύτερης βαθμίδας, που προΐσταται Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος: ~ του ΑΠΘ/της ΑΣΚΤ/του ΕΚΠΑ/του ΕΜΠ. Σύνοδος των ~άνεων. Ο ~ εκπροσωπεί το ίδρυμα δικαστικά/συγκαλεί το Πρυτανικό Συμβούλιο και τη Σύγκλητο. (παλαιότ.) Αναπληρωτής ~η. Βλ. αντι~, Πρόεδρος Συμβουλίου Διοίκησης. 2. (μτφ.) σεβάσμια μορφή με αξιόλογο έργο κυρ. στον επιστημονικό ή καλλιτεχνικό τομέα: ~ των εικαστικών/ιστορικών. ● ΦΡ.: πρύτανης διπλωματικού σώματος: ΠΟΛΙΤ. ο αρχαιότερος από τους διπλωματικούς εκπροσώπους σε μια συγκεκριμένη χώρα. [< αρχ. πρύτανις ‘άρχοντας, αρχηγός, πρόεδρος της βουλής’, γερμ. Rektor, γαλλ. recteur] | |
| 43302 | πρυτανικός | , ή, ό πρυ-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρύτανη ή την πρυτανεία: ~ός: λόγος. ~ή: πράξη. ~ές: εκλογές. ● ΣΥΜΠΛ.: πρυτανικές Αρχές: ο πρύτανης και οι αντιπρυτάνεις., Πρυτανικό Συμβούλιο: ο πρύτανης, οι αντιπρυτάνεις, εκπρόσωπος των φοιτητών και του διοικητικού προσωπικού. [< μτγν. πρυτανικός] | |
| 43303 | πρώην | [πρῴην] πρώ-ην επίρρ. {άκλ.}: για να δηλωθεί ιδιότητα που πλέον ανήκει στο παρελθόν: ~ αστυνομικός/δικαστής/υπουργός. ~ ευρωβουλευτές/συμμαθητές/συνεργάτες. ~ ηθοποιός και νυν τραγουδιστής.|| (σε περιπτώσεις μετονομασίας) ΕΟΠΥΥ (~ ΟΠΑΔ). Πβ. τέως. ● Ουσ.: πρώην (ο/η): άνδρας ή γυναίκα που ήταν κάποτε σύζυγος ή ερωτικός σύντροφος κάποιου: Διατηρεί φιλική σχέση με την ~ (ενν. κοπέλα) του. [< αρχ. πρῴην] | |
| 43304 | πρωθιεράρχης | πρω-θι-ε-ράρ-χης ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. προκαθήμενος: ο ~ της Ελλαδικής Εκκλησίας. | |
| 43305 | πρωθιερέας | πρω-θι-ε-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητικός τίτλος έγγαμου ιερέα· (στην αρχαιότητα) ο πρώτος ιερέας: ο ~ της Mητροπόλεως/του ναού. Πβ. πρωτοπρεσβύτερος. [< μτγν. πρωθιερεύς] | |
| 43306 | πρωθιέρεια | πρω-θι-έ-ρει-α ουσ. (θηλ.): η πρώτη ιέρεια στην τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ