| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43298 | πρυμνοδέτηση | πρυ-μνο-δέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πρόσδεση πλεούμενου από την πρύμνη: ~ σκάφους σε λιμάνι. Θέσεις/τέλη ~ης. Βλ. αγκυροβολία. | |
| 43299 | πρυτανεία | πρυ-τα-νεί-α ουσ. (θηλ.) 1. το ανώτατο διοικητικό όργανο πανεπιστημιακού ιδρύματος και οι υπηρεσίες του: γραμματεία/γραφείο ~ας. 2. η ιεραρχική βαθμίδα και συνεκδ. η θητεία του πρύτανη: υποψήφιοι για την ~.|| Η ανάθεση του έργου έγινε επί ~ας του ... Βλ. αντι~. 3. (συνεκδ.) το κτίριο στο οποίο εδρεύουν οι πρυτανικές Αρχές: η ~ του Πολυτεχνείου. [< μτγν. πρυτανεία ‘περίοδος προεδρίας των πρυτάνεων’, γερμ. Rektorat ή γαλλ. rectorat] | |
| 43300 | πρυτανεύει | πρυ-τα-νεύ-ει ρ. (αμτβ.) {πρυτάνευ-σε, μτχ. πρυτανεύ-ων, -ουσα} (λόγ.): (μτφ., για αφηρημένη έννοια) κυριαρχεί, επικρατεί: Ευτυχώς τελευταία στιγμή ~σε η λογική. ● πρυτανεύω (σπάν-επίσ.): κατέχω το αξίωμα του πρύτανη: ~οντος του καθηγητή ... [< μτγν. πρυτανεύω ‘ασκώ την πρυτανεία’] | |
| 43301 | πρύτανης | πρύ-τα-νης ουσ. (αρσ. + θηλ., σπανιότ. πρυτάνισσα) {-η (λόγ.) -άνεως | -άνεις, -άνεων} 1. εν ενεργεία καθηγητής ή καθηγήτρια πρώτης ή δεύτερης βαθμίδας, που προΐσταται Ανώτατου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος: ~ του ΑΠΘ/της ΑΣΚΤ/του ΕΚΠΑ/του ΕΜΠ. Σύνοδος των ~άνεων. Ο ~ εκπροσωπεί το ίδρυμα δικαστικά/συγκαλεί το Πρυτανικό Συμβούλιο και τη Σύγκλητο. (παλαιότ.) Αναπληρωτής ~η. Βλ. αντι~, Πρόεδρος Συμβουλίου Διοίκησης. 2. (μτφ.) σεβάσμια μορφή με αξιόλογο έργο κυρ. στον επιστημονικό ή καλλιτεχνικό τομέα: ~ των εικαστικών/ιστορικών. ● ΦΡ.: πρύτανης διπλωματικού σώματος: ΠΟΛΙΤ. ο αρχαιότερος από τους διπλωματικούς εκπροσώπους σε μια συγκεκριμένη χώρα. [< αρχ. πρύτανις ‘άρχοντας, αρχηγός, πρόεδρος της βουλής’, γερμ. Rektor, γαλλ. recteur] | |
| 43302 | πρυτανικός | , ή, ό πρυ-τα-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρύτανη ή την πρυτανεία: ~ός: λόγος. ~ή: πράξη. ~ές: εκλογές. ● ΣΥΜΠΛ.: πρυτανικές Αρχές: ο πρύτανης και οι αντιπρυτάνεις., Πρυτανικό Συμβούλιο: ο πρύτανης, οι αντιπρυτάνεις, εκπρόσωπος των φοιτητών και του διοικητικού προσωπικού. [< μτγν. πρυτανικός] | |
| 43303 | πρώην | [πρῴην] πρώ-ην επίρρ. {άκλ.}: για να δηλωθεί ιδιότητα που πλέον ανήκει στο παρελθόν: ~ αστυνομικός/δικαστής/υπουργός. ~ ευρωβουλευτές/συμμαθητές/συνεργάτες. ~ ηθοποιός και νυν τραγουδιστής.|| (σε περιπτώσεις μετονομασίας) ΕΟΠΥΥ (~ ΟΠΑΔ). Πβ. τέως. ● Ουσ.: πρώην (ο/η): άνδρας ή γυναίκα που ήταν κάποτε σύζυγος ή ερωτικός σύντροφος κάποιου: Διατηρεί φιλική σχέση με την ~ (ενν. κοπέλα) του. [< αρχ. πρῴην] | |
| 43304 | πρωθιεράρχης | πρω-θι-ε-ράρ-χης ουσ. (αρσ.) (σπάν.-λόγ.): ΕΚΚΛΗΣ. προκαθήμενος: ο ~ της Ελλαδικής Εκκλησίας. | |
| 43305 | πρωθιερέας | πρω-θι-ε-ρέ-ας ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητικός τίτλος έγγαμου ιερέα· (στην αρχαιότητα) ο πρώτος ιερέας: ο ~ της Mητροπόλεως/του ναού. Πβ. πρωτοπρεσβύτερος. [< μτγν. πρωθιερεύς] | |
| 43306 | πρωθιέρεια | πρω-θι-έ-ρει-α ουσ. (θηλ.): η πρώτη ιέρεια στην τελετή αφής της ολυμπιακής φλόγας. | |
| 43307 | πρωθυπουργεύω | πρω-θυ-πουρ-γεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πρωθυπούργευσε} (λόγ.): ασκώ τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, αναπληρώνω πρωθυπουργό, σε περίπτωση απουσίας του. | |
| 43308 | πρωθυπουργία | πρω-θυ-πουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): το αξίωμα του πρωθυπουργού και συνεκδ. η διάρκεια της θητείας του: Ανέλαβε την ~ της χώρας. Υποψηφιότητα για την ~. Παραίτηση από την ~.|| Επί ~ας του ... Βλ. υπουργία. | |
| 43309 | πρωθυπουργικός | , ή, ό πρω-θυ-πουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρωθυπουργό: ~ός: θώκος/σύμβουλος. ~ή: απόφαση/εμφάνιση/επίσκεψη/θητεία/κατοικία/παρέμβαση. ~ό: αεροσκάφος/αξίωμα/γραφείο/επιτελείο/ζεύγος/περιβάλλον. ~ές: εξαγγελίες. ~ά: καθήκοντα. | |
| 43310 | πρωθυπουργοκεντρικός | , ή, ό πρω-θυ-πουρ-γο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που έχει ως επίκεντρο τον πρωθυπουργό: ~ή: εξουσία. ~ό: μοντέλο/πολίτευμα/(πολιτικό) σύστημα. Βλ. -κεντρικός. | |
| 43311 | πρωθυπουργός | πρω-θυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.-προφ.) θηλ. πρωθυπουργίνα}: ΠΟΛΙΤ. ο/η επικεφαλής της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου σε κράτη με κοινοβουλευτικό σύστημα: εν ενεργεία/νέος/πρώην/σοσιαλιστής/συντηρητικός/τέως/υποψήφιος/φιλελεύθερος ~. Γραφείο/δήλωση/διάγγελμα/επίσκεψη/μήνυμα/ομιλία/παρέμβαση/συνέντευξη τύπου/χαιρετισμός του ~ού. Ο ~ της Ελλάδας. Διακήρυξη/συνάντηση ~ών. Διετέλεσε ~. Ανοιχτή επιστολή/επίκαιρη ερώτηση/υπόμνημα προς τον ~ό. ΣΥΝ. Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του πρωθυπουργού: μέσο με το οποίο ασκείται έλεγχος στην κυβέρνηση από τη Βουλή· ειδικότ. ορισμένη μέρα και ώρα κατά την οποία ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης απαντά σε ερωτήσεις για την κυβερνητική πολιτική., υπηρεσιακός/υπηρεσιακή πρωθυπουργός: πρόσωπο, συνήθ. διακεκριμένη προσωπικότητα, που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα και διορίζεται, μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού, μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση: Ανέλαβε ~ ~., υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ: πρόσωπο με θεσμικό ρόλο που παρέχει τις υπηρεσίες του στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης: Υπουργός Επικρατείας παρά τω πρωθυπουργώ., εντολοδόχος πρωθυπουργός βλ. εντολοδόχος [< γαλλ. Premier ministre] | |
| 43312 | πρωθύστερος | , η, ο πρω-θύ-στε-ρος επίθ. (λόγ.): που προηγείται, ενώ λογικά θα έπρεπε να ακολουθεί: κατάθεση πρότασης σε ~ο χρόνο. ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) πρωθύστερο βλ. σχήμα [< μτγν. πρωθύστερος] | |
| 43313 | πρωί | πρω-ί ουσ. (ουδ.): το διάστημα της ημέρας μετά τα μεσάνυχτα και ειδικότ. από την ανατολή του Ηλίου έως το μεσημέρι: Ξύπνησε νωρίς το ~.|| (ως επίρρ.) Πήγα στο γραφείο ~ ~ (= πολύ ~· πβ. χαράματα). ΣΥΝ. πρωινό ● ΦΡ.: από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, πρωί βράδυ βλ. βράδυ [< μτγν. τὸ πρωΐ] | |
| 43314 | πρωία | πρω-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι πρώτες ώρες της ημέρας, πρωί. Κυρ. στις ● ΦΡ.: μέχρι πρωίας: μέχρι τα ξημερώματα: γλέντι/διασκέδαση/χορός ~ ~. Ξεφάντωσαν ~ ~., μια/μία ωραία πρωία & μια καλή πρωία & ένα ωραίο πρωινό: για κάτι που συνέβη μια μέρα ξαφνικά και αναπάντεχα: ~ ~ αποφάσισα να ..., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ [< μτγν. πρωΐα] | |
| 43315 | πρώιμος | , η, ο πρώ-ι-μος επίθ. 1. (κυρ. για καρπό) που ωριμάζει νωρίτερα από την κανονική του εποχή: ~ες: πατάτες/ποικιλίες (σόγιας). ~α: φρούτα. ΑΝΤ. όψιμος.|| Η ~η εφηβεία/παιδική ηλικία. 2. (μτφ.) που βρίσκεται, εμφανίζεται ή πραγματοποιείται σε αρχικό στάδιο· που αναφέρεται στην πρώτη φάση μιας (ιστορικής) περιόδου: ~η: ανίχνευση/διάγνωση μαθησιακών δυσκολιών. ~α: συμπτώματα. Πβ. προδρομικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: καρκίνος (μαστού)/τοκετός. Πβ. πρόωρος.|| (ΙΣΤ.) ~ος: Μεσαίωνας. ~η: βυζαντινή εποχή/χαλκοκρατία. Ο ~ 11ος αι.|| Η ~η ελληνική φιλοσοφία. ● επίρρ.: πρώιμα [< 1: αρχ. πρώιμος 2: γερμ. frühzeitig & γαλλ. prématuré] | |
| 43316 | πρωιμότητα | πρω-ι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πρώιμου: ~ παραγωγής. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. οψιμότητα [< γαλλ. précocité] | |
| 43317 | πρωινάδικο | πρω-ι-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρωινή τηλεοπτική εκπομπή, συνήθ. ψυχαγωγική. Βλ. μεσημεριανάδικο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ