| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43318 | πρωινάδικος | , η, ο πρω-ι-νά-δι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το πρωινάδικο: ~η: εκπομπή/ζώνη. | |
| 43319 | πρωινατζής | πρω-ι-να-τζής ουσ. (αρσ.) , πρωινατζού (η) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο που παρουσιάζει πρωινή τηλεοπτική ψυχαγωγική εκπομπή. Βλ. -τζής. | |
| 43320 | πρωινιάτικα | πρω-ι-νιά-τι-κα επίρρ. & (σπάν.) πρωινιάτικο (προφ.): κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο: Για πού το ’βαλες ~; Συγχύστηκα ~. Όρεξη που έχεις ~ για αστεία. Βλ. βραδ-, μεσημερ-ιάτικα. | |
| 43321 | πρωινό | πρω-ι-νό ουσ. (ουδ.): πρωί: ανοιξιάτικο/ηλιόλουστο/κυριακάτικο/χειμωνιάτικο ~. Είμαι ελεύθερη τα ~ά (: δεν δουλεύω, δεν έχω υποχρεώσεις).|| (κατ' επέκτ., για εκδήλωση που οργανώνεται πρωινές ώρες:) Μουσικό ~. ● ΦΡ.: μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία [< μτγν. πρωϊνόν, γαλλ. matinée] | |
| 43322 | πρωινός | , ή, ό πρω-ι-νός επίθ.: που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται το πρωί: ~ός: ήλιος/περίπατος. ~ή: βάρδια/βόλτα/γυμναστική/δροσιά/εκπομπή/ενημέρωση/εργασία/ζώνη (τηλεοπτικού σταθμού)/ομίχλη/προπόνηση/προσευχή/πτήση/συνεδρίαση. ~ό: δρομολόγιο/εγερτήριο/ξύπνημα/ωράριο. ~ές: εφημερίδες. Νεφελώδης καιρός με περιορισμένη ορατότητα τις πρώτες ~ές ώρες. Είναι ~ τύπος (: ξυπνά νωρίς το πρωί). Μαθητές που είναι ~οί (: έχουν μάθημα το πρωί). Βλ. μεσημεριανός, απογευματ-, βραδ-ινός,.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή αναφορά λόχου/μοίρας/τάγματος.|| (προφ.-ειρων.) Άντε σιγά-σιγά να φεύγουν οι ~οί (: συνήθ. σε περιπτώσεις όπου υπάρχει συνωστισμός σε έναν χώρο, έλλειψη κενών θέσεων). ● Ουσ.: πρωινή (η) (λόγ.): ενν. ώρα: πρώτη ~ (= 1 π.μ.)., πρωινό (το): ενν. γεύμα: Τρώω ~. Παίρνω το ~ μου (= προγευματίζω). Το ~ σερβίρεται από τις ... έως ... Βλ. μεσημεριανό, βραδινό, δείπνο.|| (σε ξενοδοχείο) Τιμή δωματίου με/χωρίς ~. Πβ. μπρέκφαστ. ΣΥΝ. πρόγευμα ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό πρωινό: που περιλαμβάνει συνήθ. αβγά τηγανητά, λουκάνικο, μπέικον, τοστ και τσάι ή καφέ. [< αγγλ. English breakfast] , ευρωπαϊκό πρωινό: ελαφρύ πρωινό που περιλαμβάνει συνήθ. καφέ ή τσάι, χυμό και γλυκίσματα με βούτυρο και μαρμελάδα. [< αγγλ. continental breakfast] , πρωινός καφές βλ. καφές ● ΦΡ.: πρωινός-πρωινός: (για πρόσ.) που εμφανίζεται, φτάνει κάπου πολύ πρωί, νωρίς το πρωί: ~ ~, βλέπω, σαββατιάτικα., τον έχει για πρωινό (νεαν. αργκό): για να δηλωθεί ότι κάποιος μπορεί να νικήσει με ευκολία τον αντίπαλό του ή γενικότ. υπερέχει ξεκάθαρα έναντι κάποιου άλλου: Κάτι τέτοιους τους έχω ~! Βλ. είναι/τον έχω του χεριού μου. [< μτγν. πρωϊνός, γαλλ. matinal] | |
| 43323 | πρωκτικός | , ή, ό πρω-κτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πρωκτό: ~ός: δακτύλιος/σωλήνας. ~ή: διείσδυση/επαφή. ~ό: σεξ. ~οί: αδένες. Βλ. κολπικός.|| (ΨΥΧΑΝ., στη φροϋδική θεωρία) ~ό στάδιο (: περ. από δεκαοκτώ μηνών έως τριών ή τεσσάρων ετών, κατά το οποίο το παιδί αρχίζει να ελέγχει τον σφιγκτήρα του πρωκτού). Βλ. ορθο~. ● επίρρ.: πρωκτικά [< γαλλ. anal] | |
| 43324 | πρωκτίτιδα | πρω-κτί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του πρωκτού. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. proctite, αγγλ. proctitis] | |
| 43325 | πρωκτολογία | πρω-κτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τις παθήσεις στο κόλον, το ορθό και τον πρωκτό. Βλ. -λογία. [< αγγλ. proctology, γαλλ. proctologie] | |
| 43326 | πρωκτολόγος | πρω-κτο-λό-γος ουσ. (αρσ.): γιατρός ειδικευμένος στην πρωκτολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. proctologist, γαλλ. proctologue] | |
| 43327 | πρωκτός | πρω-κτός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το κατώτατο τμήμα τoυ παχέος εντέρου από το οποίο αποβάλλονται τα κόπρανα κατά την αφόδευση. Πβ. κώλος, πισινός. [< αρχ. πρωκτός] | |
| 43328 | πρωκτοσκόπηση | πρω-κτο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπηση του πρωκτού. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. proctoscopy] | |
| 43329 | πρωκτοσκόπιο | πρω-κτο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ειδικό ενδοσκόπιο με το οποίο γίνεται πρωκτοσκόπηση. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. proctoscope] | |
| 43330 | πρώρα | [πρῷρα] πρώ-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΝΑΥΤ. πλώρη. [< αρχ. πρῷρα] | |
| 43331 | πρωραίος | , α, ο [πρωραῖος] πρω-ραί-ος επίθ. (λόγ.) & (λαϊκό) πλωριός, ιά, ιό: που βρίσκεται, ανήκει στην πλώρη: ~ος: ιστός (πβ. ακάτιος, τουρκέτο). ΑΝΤ. πρυμναίος | |
| 43332 | πρώτα | [πρῶτα] πρώ-τα επίρρ. 1. αρχικά, πριν από κάτι άλλο: Μάθε ~ να οδηγείς και μετά πάρε αυτοκίνητο. Μην πάρετε το φάρμακο, αν δεν συμβουλευτείτε ~ τον γιατρό σας. Βλ. κατόπιν. 2. (προφ.) σε παλιότερη χρονική φάση, παλιά: ~ είχαμε τις κασέτες, τώρα τα σιντί. Πβ. άλλοτε. 3. για δήλωση προτεραιότητας: ~ η δουλειά και μετά η διασκέδαση. 4. προπάντων, κυρίως: Για όλα αυτά ~ φταίει η απερισκεψία σου. ● ΦΡ.: πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα 1. πριν γίνει ή ειπωθεί οτιδήποτε άλλο: ~ ~ να διευκρινίσω/ξεκαθαρίσω ένα πράγμα. Γεια σας, ~ ~ να σας συστηθώ. Πβ. αρχικά. 2. & πρώτα και κύρια το σημαντικότερο, βασικότερο: ~ ~ υγεία και αγάπη! ΣΥΝ. πάνω απ' όλα, προπαντός, πρωτίστως, σαν/όπως (και) πρώτα: όπως παλιά: Είμαστε ξανά αγαπημένοι ~ ~. ΣΥΝ. σαν άλλοτε, πρώτα ο Θεός βλ. θεός, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτος [< αρχ. πρῶτα] | |
| 43333 | πρωταγωνιστής, πρωταγωνίστρια | πρω-τα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ηθοποιός που πρωταγωνιστεί σε θεατρική ή κινηματογραφική παράσταση ή σε τηλεοπτική σειρά· (κατ' επέκτ., για πρόσ.) βασικός παράγοντας: δημοφιλής/κύριος ~ ταινίας. Ο ρόλος του ~ή. Χρίστηκε ~ του θεάτρου (: για σπουδαίο ηθοποιό). Ο ~ του έργου υποδύεται έναν ... Βλ. κομπάρσος.|| ~ σε αγώνα/προσπάθεια (πβ. πρωτεργάτης, πρωτοστάτης). Ο ~ της αναμέτρησης/νίκης. Οι ~ές των γεγονότων/του δράματος/του σκανδάλου. Οι ~ές της χρονιάς που έφυγε. Βλ. δευτερ-, τριτ-αγωνιστής, συμ~.|| (ως επίθ.) ~τριες εταιρείες στη μουσική βιομηχανία. [< μτγν. πρωταγωνιστής ‘που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, πρώτος υποκριτής’, γαλλ. protagoniste, αγγλ. protagonist] | |
| 43334 | πρωταγωνιστικός | , ή, ό πρω-τα-γω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρωταγωνιστή: ~ός: παράγοντας/ρόλος/χαρακτήρας. ~ό: ζευγάρι/καστ.|| (μτφ.) ~ή: θέση. ~ά: πρόσωπα. ● επίρρ.: πρωταγωνιστικά | |
| 43335 | πρωταγωνιστώ | [πρωταγωνιστῶ] πρω-τα-γω-νι-στώ ρ. (αμτβ.) {πρωταγωνιστ-είς ..., -ώντας | πρωταγωνίστ-ησα, -ήσει} 1. (για ηθοποιό) υποδύομαι τον κύριο ρόλο, κυρ. σε ταινία, παράσταση: ~εί σε διαφημιστική καμπάνια/σίριαλ. Βλ. συμ~. 2. (μτφ.) παίζω τον πρώτο ρόλο· για κάποιον ή κάτι που αποτελεί σημαντικό, κύριο παράγοντα σε μια υπόθεση, ένα γεγονός: Η ομάδα μας ~εί στο πρωτάθλημα. Η εταιρεία ~εί στον χώρο των τηλεπικοινωνιών. ~ησε (: έπαιξε καθοριστικό ρόλο) στην προσπάθεια ανασύνταξης της χώρας. Πβ. πρωτοστατώ. [< 1: αρχ. πρωταγωνιστῶ] | |
| 43336 | πρωτάθλημα | πρω-τά-θλη-μα ουσ. (ουδ.) {πρωταθλήμ-ατος | -ατα}: ΑΘΛ. σειρά αγώνων σε ομαδικό ή ατομικό άθλημα για την ανάδειξη του τελικού νικητή· η διάκριση σε αυτούς τους αγώνες: βαλκανικό/ερασιτεχνικό/ευρωπαϊκό/μαθητικό/παγκόσμιο/πανελλήνιο/τοπικό ~. ~ ανώμαλου δρόμου/κολύμβησης/μπάσκετ/ποδοσφαίρου/τζούντο. ~ A'/Γ' Εθνικής (κατηγορίας). Βαθμολογία/διοργάνωση/τελικός ~ατος. Στοιχήματα και προγνωστικά για τα ξένα ~ατα. Το ~ διεξάγεται σε δύο φάσεις. Ισόπαλο έληξε το ματς για το ~.|| Η ομάδα έχασε/κατέκτησε/κέρδισε/πήρε το ~. Βλ. κύπελλο.|| (για σκακιστές) Ατομικά ~ατα εφήβων/νεανίδων. [< γαλλ. championnat, 1859, αγγλ. championship, 1893] | |
| 43337 | πρωταθλητής, πρωταθλήτρια | πρω-τα-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής ή αθλητική ομάδα που κατακτά την πρώτη θέση σε πρωτάθλημα· κατ' επέκτ. κάποιος ή κάτι που διακρίνεται, υπερέχει στον τομέα του, σε κάποια δραστηριότητα: παγκόσμιος ~. ~ του βάδην/της ποδηλασίας. Ο τίτλος του ~ή. Aναδείχτηκε/ανακηρύχθηκε/στέφθηκε/χρίστηκε ~ Ευρώπης/εφήβων/κόσμου. ~ και ρέκορντμαν στα 100 μέτρα. Με τον αέρα του ~ή πήρε μια άνετη νίκη. Βλ. κυπελλούχος.|| (ως επίθ.) ~τριες: ομάδες.|| (μτφ., συχνά ειρων.) ~ στις επενδύσεις/των μεταγραφών. ~ές στην ακρίβεια/στο κάπνισμα. ● ΦΡ.: πρωταθλητής/πρωταθλήτρια χειμώνα: άτυπος τίτλος για ομάδα που προηγείται στη βαθμολογία ομαδικού αθλήματος, στο τέλος του πρώτου γύρου. [< πβ. μτγν. πρωτοαθλητής 'πρώτος αθλητής του Χριστού', γαλλ. champion, 1855] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ