Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43880-43900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43307πρωθυπουργεύωπρω-θυ-πουρ-γεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πρωθυπούργευσε} (λόγ.): ασκώ τα καθήκοντα του πρωθυπουργού, αναπληρώνω πρωθυπουργό, σε περίπτωση απουσίας του.
43308πρωθυπουργίαπρω-θυ-πουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): το αξίωμα του πρωθυπουργού και συνεκδ. η διάρκεια της θητείας του: Ανέλαβε την ~ της χώρας. Υποψηφιότητα για την ~. Παραίτηση από την ~.|| Επί ~ας του ... Βλ. υπουργία.
43309πρωθυπουργικός, ή, ό πρω-θυ-πουρ-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρωθυπουργό: ~ός: θώκος/σύμβουλος. ~ή: απόφαση/εμφάνιση/επίσκεψη/θητεία/κατοικία/παρέμβαση. ~ό: αεροσκάφος/αξίωμα/γραφείο/επιτελείο/ζεύγος/περιβάλλον. ~ές: εξαγγελίες. ~ά: καθήκοντα.
43310πρωθυπουργοκεντρικός, ή, ό πρω-θυ-πουρ-γο-κε-ντρι-κός επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που έχει ως επίκεντρο τον πρωθυπουργό: ~ή: εξουσία. ~ό: μοντέλο/πολίτευμα/(πολιτικό) σύστημα. Βλ. -κεντρικός.
43311πρωθυπουργόςπρω-θυ-πουρ-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.-προφ.) θηλ. πρωθυπουργίνα}: ΠΟΛΙΤ. ο/η επικεφαλής της κυβέρνησης και του υπουργικού συμβουλίου σε κράτη με κοινοβουλευτικό σύστημα: εν ενεργεία/νέος/πρώην/σοσιαλιστής/συντηρητικός/τέως/υποψήφιος/φιλελεύθερος ~. Γραφείο/δήλωση/διάγγελμα/επίσκεψη/μήνυμα/ομιλία/παρέμβαση/συνέντευξη τύπου/χαιρετισμός του ~ού. Ο ~ της Ελλάδας. Διακήρυξη/συνάντηση ~ών. Διετέλεσε ~. Ανοιχτή επιστολή/επίκαιρη ερώτηση/υπόμνημα προς τον ~ό. ΣΥΝ. Πρόεδρος της Κυβέρνησης/Κυβερνήσεως/του Υπουργικού Συμβουλίου ● ΣΥΜΠΛ.: η ώρα του πρωθυπουργού: μέσο με το οποίο ασκείται έλεγχος στην κυβέρνηση από τη Βουλή· ειδικότ. ορισμένη μέρα και ώρα κατά την οποία ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης απαντά σε ερωτήσεις για την κυβερνητική πολιτική., υπηρεσιακός/υπηρεσιακή πρωθυπουργός: πρόσωπο, συνήθ. διακεκριμένη προσωπικότητα, που δεν ανήκει σε κάποιο κόμμα και διορίζεται, μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού, μέχρι να σχηματιστεί νέα κυβέρνηση: Ανέλαβε ~ ~., υπουργός/υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ: πρόσωπο με θεσμικό ρόλο που παρέχει τις υπηρεσίες του στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης: Υπουργός Επικρατείας παρά τω πρωθυπουργώ., εντολοδόχος πρωθυπουργός βλ. εντολοδόχος [< γαλλ. Premier ministre]
43312πρωθύστερος, η, ο πρω-θύ-στε-ρος επίθ. (λόγ.): που προηγείται, ενώ λογικά θα έπρεπε να ακολουθεί: κατάθεση πρότασης σε ~ο χρόνο. ● ΣΥΜΠΛ.: (σχήμα) πρωθύστερο βλ. σχήμα [< μτγν. πρωθύστερος]
43313πρωίπρω-ί ουσ. (ουδ.): το διάστημα της ημέρας μετά τα μεσάνυχτα και ειδικότ. από την ανατολή του Ηλίου έως το μεσημέρι: Ξύπνησε νωρίς το ~.|| (ως επίρρ.) Πήγα στο γραφείο ~ ~ (= πολύ ~· πβ. χαράματα). ΣΥΝ. πρωινό ● ΦΡ.: από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ, η καλή μέρα από το πρωί φαίνεται βλ. μέρα, μας πήρε/μας έπιασε/μας βρήκε η νύχτα/το βράδυ βλ. νύχτα, πρωί βράδυ βλ. βράδυ [< μτγν. τὸ πρωΐ]
43314πρωίαπρω-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): οι πρώτες ώρες της ημέρας, πρωί. Κυρ. στις ● ΦΡ.: μέχρι πρωίας: μέχρι τα ξημερώματα: γλέντι/διασκέδαση/χορός ~ ~. Ξεφάντωσαν ~ ~., μια/μία ωραία πρωία & μια καλή πρωία & ένα ωραίο πρωινό: για κάτι που συνέβη μια μέρα ξαφνικά και αναπάντεχα: ~ ~ αποφάσισα να ..., από/απ' το πρωί ως/μέχρι το βράδυ βλ. βράδυ [< μτγν. πρωΐα]
43315πρώιμος, η, ο πρώ-ι-μος επίθ. 1. (κυρ. για καρπό) που ωριμάζει νωρίτερα από την κανονική του εποχή: ~ες: πατάτες/ποικιλίες (σόγιας). ~α: φρούτα. ΑΝΤ. όψιμος.|| Η ~η εφηβεία/παιδική ηλικία. 2. (μτφ.) που βρίσκεται, εμφανίζεται ή πραγματοποιείται σε αρχικό στάδιο· που αναφέρεται στην πρώτη φάση μιας (ιστορικής) περιόδου: ~η: ανίχνευση/διάγνωση μαθησιακών δυσκολιών. ~α: συμπτώματα. Πβ. προδρομικός.|| (ΙΑΤΡ.) ~ος: καρκίνος (μαστού)/τοκετός. Πβ. πρόωρος.|| (ΙΣΤ.) ~ος: Μεσαίωνας. ~η: βυζαντινή εποχή/χαλκοκρατία. Ο ~ 11ος αι.|| Η ~η ελληνική φιλοσοφία. ● επίρρ.: πρώιμα [< 1: αρχ. πρώιμος 2: γερμ. frühzeitig & γαλλ. prématuré]
36598πρωιμος[ὀξύνω] ο-ξύ-νω ρ. (μτβ.) {όξυν-ε, οξύν-θηκε, -θεί, -οντας, οξυμμένος, συχνότ. οξυμένος} (λόγ.) 1. εντείνω, επιδεινώνω: Το περιστατικό ~ε τις σχέσεις των δύο χωρών (ΑΝΤ. εξομαλύνω). ~εται (= κλιμακώνεται) η αντιπαράθεση/η διαμάχη/η κόντρα. ~θηκε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο εταιρείες. Τα πνεύματα ~θηκαν. Τα πάθη είναι οξυμμένα. Οξυμμένη: ατμόσφαιρα (= εξημμένη, τεταμένη, φορτισμένη). Οξυμμένα: προβλήματα. Πβ. επιτείνω, παρ~. ΑΝΤ. αμβλύνω (1), απαλύνω (1) 2. αναπτύσσω σε μεγάλο βαθμό, ενισχύω, καλλιεργώ: Η δημιουργική απασχόληση ~ει τη σκέψη των παιδιών. Οξυμμένη: αντίληψη/ευαισθησία/κρίση/όσφρηση. 3. (σπάν.-κυριολ.) κάνω κάτι οξύ, αυξάνω την αιχμηρότητα. Πβ. ακονίζω. ● Παθ.: οξύνεται: ΓΡΑΜΜ. (στο πολυτονικό σύστημα) τονίζεται με οξεία. Βλ. περισπάται. [< αρχ. ὀξύνω]
43316πρωιμότηταπρω-ι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του πρώιμου: ~ παραγωγής. Βλ. -ότητα. ΑΝΤ. οψιμότητα [< γαλλ. précocité]
43317πρωινάδικοπρω-ι-νά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): πρωινή τηλεοπτική εκπομπή, συνήθ. ψυχαγωγική. Βλ. μεσημεριανάδικο.
43318πρωινάδικος, η, ο πρω-ι-νά-δι-κος επίθ.: που σχετίζεται με το πρωινάδικο: ~η: εκπομπή/ζώνη.
43319πρωινατζήςπρω-ι-να-τζής ουσ. (αρσ.) , πρωινατζού (η) (προφ.-μειωτ.): πρόσωπο που παρουσιάζει πρωινή τηλεοπτική ψυχαγωγική εκπομπή. Βλ. -τζής.
43320πρωινιάτικαπρω-ι-νιά-τι-κα επίρρ. & (σπάν.) πρωινιάτικο (προφ.): κατά τις πρώτες πρωινές ώρες, για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο: Για πού το ’βαλες ~; Συγχύστηκα ~. Όρεξη που έχεις ~ για αστεία. Βλ. βραδ-, μεσημερ-ιάτικα.
43321πρωινόπρω-ι-νό ουσ. (ουδ.): πρωί: ανοιξιάτικο/ηλιόλουστο/κυριακάτικο/χειμωνιάτικο ~. Είμαι ελεύθερη τα ~ά (: δεν δουλεύω, δεν έχω υποχρεώσεις).|| (κατ' επέκτ., για εκδήλωση που οργανώνεται πρωινές ώρες:) Μουσικό ~. ● ΦΡ.: μια/μία ωραία πρωία βλ. πρωία [< μτγν. πρωϊνόν, γαλλ. matinée]
43322πρωινός, ή, ό πρω-ι-νός επίθ.: που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται το πρωί: ~ός: ήλιος/περίπατος. ~ή: βάρδια/βόλτα/γυμναστική/δροσιά/εκπομπή/ενημέρωση/εργασία/ζώνη (τηλεοπτικού σταθμού)/ομίχλη/προπόνηση/προσευχή/πτήση/συνεδρίαση. ~ό: δρομολόγιο/εγερτήριο/ξύπνημα/ωράριο. ~ές: εφημερίδες. Νεφελώδης καιρός με περιορισμένη ορατότητα τις πρώτες ~ές ώρες. Είναι ~ τύπος (: ξυπνά νωρίς το πρωί). Μαθητές που είναι ~οί (: έχουν μάθημα το πρωί). Βλ. μεσημεριανός, απογευματ-, βραδ-ινός,.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ή αναφορά λόχου/μοίρας/τάγματος.|| (προφ.-ειρων.) Άντε σιγά-σιγά να φεύγουν οι ~οί (: συνήθ. σε περιπτώσεις όπου υπάρχει συνωστισμός σε έναν χώρο, έλλειψη κενών θέσεων). ● Ουσ.: πρωινή (η) (λόγ.): ενν. ώρα: πρώτη ~ (= 1 π.μ.)., πρωινό (το): ενν. γεύμα: Τρώω ~. Παίρνω το ~ μου (= προγευματίζω). Το ~ σερβίρεται από τις ... έως ... Βλ. μεσημεριανό, βραδινό, δείπνο.|| (σε ξενοδοχείο) Τιμή δωματίου με/χωρίς ~. Πβ. μπρέκφαστ. ΣΥΝ. πρόγευμα ● ΣΥΜΠΛ.: αγγλικό πρωινό: που περιλαμβάνει συνήθ. αβγά τηγανητά, λουκάνικο, μπέικον, τοστ και τσάι ή καφέ. [< αγγλ. English breakfast] , ευρωπαϊκό πρωινό: ελαφρύ πρωινό που περιλαμβάνει συνήθ. καφέ ή τσάι, χυμό και γλυκίσματα με βούτυρο και μαρμελάδα. [< αγγλ. continental breakfast] , πρωινός καφές βλ. καφές ● ΦΡ.: πρωινός-πρωινός: (για πρόσ.) που εμφανίζεται, φτάνει κάπου πολύ πρωί, νωρίς το πρωί: ~ ~, βλέπω, σαββατιάτικα., τον έχει για πρωινό (νεαν. αργκό): για να δηλωθεί ότι κάποιος μπορεί να νικήσει με ευκολία τον αντίπαλό του ή γενικότ. υπερέχει ξεκάθαρα έναντι κάποιου άλλου: Κάτι τέτοιους τους έχω ~! Βλ. είναι/τον έχω του χεριού μου. [< μτγν. πρωϊνός, γαλλ. matinal]
43323πρωκτικός, ή, ό πρω-κτι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πρωκτό: ~ός: δακτύλιος/σωλήνας. ~ή: διείσδυση/επαφή. ~ό: σεξ. ~οί: αδένες. Βλ. κολπικός.|| (ΨΥΧΑΝ., στη φροϋδική θεωρία) ~ό στάδιο (: περ. από δεκαοκτώ μηνών έως τριών ή τεσσάρων ετών, κατά το οποίο το παιδί αρχίζει να ελέγχει τον σφιγκτήρα του πρωκτού). Βλ. ορθο~. ● επίρρ.: πρωκτικά [< γαλλ. anal]
43324πρωκτίτιδαπρω-κτί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του πρωκτού. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. proctite, αγγλ. proctitis]
43325πρωκτολογίαπρω-κτο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος με αντικείμενο τις παθήσεις στο κόλον, το ορθό και τον πρωκτό. Βλ. -λογία. [< αγγλ. proctology, γαλλ. proctologie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.