| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43326 | πρωκτολόγος | πρω-κτο-λό-γος ουσ. (αρσ.): γιατρός ειδικευμένος στην πρωκτολογία. Βλ. -λόγος. [< αγγλ. proctologist, γαλλ. proctologue] | |
| 43327 | πρωκτός | πρω-κτός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το κατώτατο τμήμα τoυ παχέος εντέρου από το οποίο αποβάλλονται τα κόπρανα κατά την αφόδευση. Πβ. κώλος, πισινός. [< αρχ. πρωκτός] | |
| 43328 | πρωκτοσκόπηση | πρω-κτο-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ενδοσκόπηση του πρωκτού. Βλ. -σκόπηση. [< αγγλ. proctoscopy] | |
| 43329 | πρωκτοσκόπιο | πρω-κτο-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ειδικό ενδοσκόπιο με το οποίο γίνεται πρωκτοσκόπηση. Βλ. -σκόπιο. [< αγγλ. proctoscope] | |
| 43330 | πρώρα | [πρῷρα] πρώ-ρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΝΑΥΤ. πλώρη. [< αρχ. πρῷρα] | |
| 43331 | πρωραίος | , α, ο [πρωραῖος] πρω-ραί-ος επίθ. (λόγ.) & (λαϊκό) πλωριός, ιά, ιό: που βρίσκεται, ανήκει στην πλώρη: ~ος: ιστός (πβ. ακάτιος, τουρκέτο). ΑΝΤ. πρυμναίος | |
| 43332 | πρώτα | [πρῶτα] πρώ-τα επίρρ. 1. αρχικά, πριν από κάτι άλλο: Μάθε ~ να οδηγείς και μετά πάρε αυτοκίνητο. Μην πάρετε το φάρμακο, αν δεν συμβουλευτείτε ~ τον γιατρό σας. Βλ. κατόπιν. 2. (προφ.) σε παλιότερη χρονική φάση, παλιά: ~ είχαμε τις κασέτες, τώρα τα σιντί. Πβ. άλλοτε. 3. για δήλωση προτεραιότητας: ~ η δουλειά και μετά η διασκέδαση. 4. προπάντων, κυρίως: Για όλα αυτά ~ φταίει η απερισκεψία σου. ● ΦΡ.: πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα 1. πριν γίνει ή ειπωθεί οτιδήποτε άλλο: ~ ~ να διευκρινίσω/ξεκαθαρίσω ένα πράγμα. Γεια σας, ~ ~ να σας συστηθώ. Πβ. αρχικά. 2. & πρώτα και κύρια το σημαντικότερο, βασικότερο: ~ ~ υγεία και αγάπη! ΣΥΝ. πάνω απ' όλα, προπαντός, πρωτίστως, σαν/όπως (και) πρώτα: όπως παλιά: Είμαστε ξανά αγαπημένοι ~ ~. ΣΥΝ. σαν άλλοτε, πρώτα ο Θεός βλ. θεός, στερνή μου γνώση να σ' είχα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτος [< αρχ. πρῶτα] | |
| 43333 | πρωταγωνιστής, πρωταγωνίστρια | πρω-τα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.): ηθοποιός που πρωταγωνιστεί σε θεατρική ή κινηματογραφική παράσταση ή σε τηλεοπτική σειρά· (κατ' επέκτ., για πρόσ.) βασικός παράγοντας: δημοφιλής/κύριος ~ ταινίας. Ο ρόλος του ~ή. Χρίστηκε ~ του θεάτρου (: για σπουδαίο ηθοποιό). Ο ~ του έργου υποδύεται έναν ... Βλ. κομπάρσος.|| ~ σε αγώνα/προσπάθεια (πβ. πρωτεργάτης, πρωτοστάτης). Ο ~ της αναμέτρησης/νίκης. Οι ~ές των γεγονότων/του δράματος/του σκανδάλου. Οι ~ές της χρονιάς που έφυγε. Βλ. δευτερ-, τριτ-αγωνιστής, συμ~.|| (ως επίθ.) ~τριες εταιρείες στη μουσική βιομηχανία. [< μτγν. πρωταγωνιστής ‘που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή, πρώτος υποκριτής’, γαλλ. protagoniste, αγγλ. protagonist] | |
| 43334 | πρωταγωνιστικός | , ή, ό πρω-τα-γω-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον πρωταγωνιστή: ~ός: παράγοντας/ρόλος/χαρακτήρας. ~ό: ζευγάρι/καστ.|| (μτφ.) ~ή: θέση. ~ά: πρόσωπα. ● επίρρ.: πρωταγωνιστικά | |
| 43335 | πρωταγωνιστώ | [πρωταγωνιστῶ] πρω-τα-γω-νι-στώ ρ. (αμτβ.) {πρωταγωνιστ-είς ..., -ώντας | πρωταγωνίστ-ησα, -ήσει} 1. (για ηθοποιό) υποδύομαι τον κύριο ρόλο, κυρ. σε ταινία, παράσταση: ~εί σε διαφημιστική καμπάνια/σίριαλ. Βλ. συμ~. 2. (μτφ.) παίζω τον πρώτο ρόλο· για κάποιον ή κάτι που αποτελεί σημαντικό, κύριο παράγοντα σε μια υπόθεση, ένα γεγονός: Η ομάδα μας ~εί στο πρωτάθλημα. Η εταιρεία ~εί στον χώρο των τηλεπικοινωνιών. ~ησε (: έπαιξε καθοριστικό ρόλο) στην προσπάθεια ανασύνταξης της χώρας. Πβ. πρωτοστατώ. [< 1: αρχ. πρωταγωνιστῶ] | |
| 43336 | πρωτάθλημα | πρω-τά-θλη-μα ουσ. (ουδ.) {πρωταθλήμ-ατος | -ατα}: ΑΘΛ. σειρά αγώνων σε ομαδικό ή ατομικό άθλημα για την ανάδειξη του τελικού νικητή· η διάκριση σε αυτούς τους αγώνες: βαλκανικό/ερασιτεχνικό/ευρωπαϊκό/μαθητικό/παγκόσμιο/πανελλήνιο/τοπικό ~. ~ ανώμαλου δρόμου/κολύμβησης/μπάσκετ/ποδοσφαίρου/τζούντο. ~ A'/Γ' Εθνικής (κατηγορίας). Βαθμολογία/διοργάνωση/τελικός ~ατος. Στοιχήματα και προγνωστικά για τα ξένα ~ατα. Το ~ διεξάγεται σε δύο φάσεις. Ισόπαλο έληξε το ματς για το ~.|| Η ομάδα έχασε/κατέκτησε/κέρδισε/πήρε το ~. Βλ. κύπελλο.|| (για σκακιστές) Ατομικά ~ατα εφήβων/νεανίδων. [< γαλλ. championnat, 1859, αγγλ. championship, 1893] | |
| 43337 | πρωταθλητής, πρωταθλήτρια | πρω-τα-θλη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): αθλητής ή αθλητική ομάδα που κατακτά την πρώτη θέση σε πρωτάθλημα· κατ' επέκτ. κάποιος ή κάτι που διακρίνεται, υπερέχει στον τομέα του, σε κάποια δραστηριότητα: παγκόσμιος ~. ~ του βάδην/της ποδηλασίας. Ο τίτλος του ~ή. Aναδείχτηκε/ανακηρύχθηκε/στέφθηκε/χρίστηκε ~ Ευρώπης/εφήβων/κόσμου. ~ και ρέκορντμαν στα 100 μέτρα. Με τον αέρα του ~ή πήρε μια άνετη νίκη. Βλ. κυπελλούχος.|| (ως επίθ.) ~τριες: ομάδες.|| (μτφ., συχνά ειρων.) ~ στις επενδύσεις/των μεταγραφών. ~ές στην ακρίβεια/στο κάπνισμα. ● ΦΡ.: πρωταθλητής/πρωταθλήτρια χειμώνα: άτυπος τίτλος για ομάδα που προηγείται στη βαθμολογία ομαδικού αθλήματος, στο τέλος του πρώτου γύρου. [< πβ. μτγν. πρωτοαθλητής 'πρώτος αθλητής του Χριστού', γαλλ. champion, 1855] | |
| 43338 | πρωταθλητισμός | πρω-τα-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. συστηματική προσπάθεια αθλητή ή ομάδας να αναδειχτεί πρωταθλητής/πρωταθλήτρια: πορεία ~ού. Σε τροχιά ~ού. Κάνω ~ό. Βλ. -ισμός. | |
| 43339 | πρωταίτιος | , α, ο πρω-ταί-τι-ος επίθ./ουσ.: ο κύριος υπεύθυνος για αξιόποινη συνήθ. πράξη: οι ~οι των επεισοδίων/του πραξικοπήματος. Πβ. ένοχος, πρωτεργάτης. [< μτγν. πρωταίτιος] | |
| 43340 | πρωτάκι | πρω-τά-κι ουσ. (ουδ.) (οικ.): μαθητής ή μαθήτρια που φοιτά στην Α' τάξη του Δημοτικού Σχολείου ή σπανιότ. του Γυμνασίου: συμβουλές για ~ια και γονείς.|| (κατ' επέκτ.) Στην οδήγηση είμαι ακόμα ~ (πβ. πρωτάρης). | |
| 43341 | πρωτάκουστος | , η, ο πρω-τά-κου-στος επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που ακούγεται για πρώτη φορά· κυρ. απίστευτος, ασυνήθιστος, πρωτοφανής: ~η: απόφαση. ~ο: γεγονός. Συμβαίνουν ~α πράγματα.|| (ως ουσ.) Είναι ~ο αυτό που συνέβη. ΣΥΝ. ανήκουστος | |
| 43342 | πρωτακούω & πρωτοακούω | πρω-τα-κού-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον αόρ. πρωτάκου-σα κ. πρωτοάκου-σα} (προφ.): ακούω (κάτι) για πρώτη φορά: (για τραγούδι) Το ~σα στο ραδιόφωνο. | |
| 43343 | πρωτακτίνιο | πρω-τα-κτί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σπάνιο, ραδιενεργό, μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Pa, Ζ 91), το οποίο ανήκει στη σειρά των ακτινίδων. [< γαλλ. protactinium, περ. 1918, αγγλ. ~, 1918] | |
| 43344 | πρωταπριλιά | πρω-τα-πρι-λιά ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): η πρώτη ημέρα του Απριλίου, γνωστή για το παραδοσιακό έθιμο να λέγονται συνήθ. καλοπροαίρετα ψέματα: τα αστεία/οι φάρσες της ~ιάς. | |
| 43345 | πρωταπριλιάτικος | , η, ο πρω-τα-πρι-λιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την πρωταπριλιά: ~η: είδηση/πλάκα/φάρσα. ~ο: αστείο.|| (ως ουσ.) Ακούγεται σαν ~ο (ενν. ψέμα). ● επίρρ.: πρωταπριλιάτικα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ