| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43338 | πρωταθλητισμός | πρω-τα-θλη-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΘΛ. συστηματική προσπάθεια αθλητή ή ομάδας να αναδειχτεί πρωταθλητής/πρωταθλήτρια: πορεία ~ού. Σε τροχιά ~ού. Κάνω ~ό. Βλ. -ισμός. | |
| 43339 | πρωταίτιος | , α, ο πρω-ταί-τι-ος επίθ./ουσ.: ο κύριος υπεύθυνος για αξιόποινη συνήθ. πράξη: οι ~οι των επεισοδίων/του πραξικοπήματος. Πβ. ένοχος, πρωτεργάτης. [< μτγν. πρωταίτιος] | |
| 43340 | πρωτάκι | πρω-τά-κι ουσ. (ουδ.) (οικ.): μαθητής ή μαθήτρια που φοιτά στην Α' τάξη του Δημοτικού Σχολείου ή σπανιότ. του Γυμνασίου: συμβουλές για ~ια και γονείς.|| (κατ' επέκτ.) Στην οδήγηση είμαι ακόμα ~ (πβ. πρωτάρης). | |
| 43341 | πρωτάκουστος | , η, ο πρω-τά-κου-στος επίθ. (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): που ακούγεται για πρώτη φορά· κυρ. απίστευτος, ασυνήθιστος, πρωτοφανής: ~η: απόφαση. ~ο: γεγονός. Συμβαίνουν ~α πράγματα.|| (ως ουσ.) Είναι ~ο αυτό που συνέβη. ΣΥΝ. ανήκουστος | |
| 43342 | πρωτακούω & πρωτοακούω | πρω-τα-κού-ω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον αόρ. πρωτάκου-σα κ. πρωτοάκου-σα} (προφ.): ακούω (κάτι) για πρώτη φορά: (για τραγούδι) Το ~σα στο ραδιόφωνο. | |
| 43343 | πρωτακτίνιο | πρω-τα-κτί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. σπάνιο, ραδιενεργό, μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Pa, Ζ 91), το οποίο ανήκει στη σειρά των ακτινίδων. [< γαλλ. protactinium, περ. 1918, αγγλ. ~, 1918] | |
| 43344 | πρωταπριλιά | πρω-τα-πρι-λιά ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): η πρώτη ημέρα του Απριλίου, γνωστή για το παραδοσιακό έθιμο να λέγονται συνήθ. καλοπροαίρετα ψέματα: τα αστεία/οι φάρσες της ~ιάς. | |
| 43345 | πρωταπριλιάτικος | , η, ο πρω-τα-πρι-λιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την πρωταπριλιά: ~η: είδηση/πλάκα/φάρσα. ~ο: αστείο.|| (ως ουσ.) Ακούγεται σαν ~ο (ενν. ψέμα). ● επίρρ.: πρωταπριλιάτικα | |
| 43346 | πρωτάρης, πρωτάρα | πρω-τά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που δεν έχει ξαναδοκιμάσει κάτι: ~ της πολιτικής (ΑΝΤ. έμπειρος, πεπειραμένος). Το άγχος/η αγωνία/το τρακ του ~η. Είναι ~ στο ίντερνετ (: για χρήστη του διαδικτύου)/στον πάγκο (: για ποδοσφαιριστή)/στο φόρουμ/στον έρωτα (βλ. παρθένος). Πβ. άπειρος2, αρχάριος, πρωτό-βγαλτος, -πειρος.|| (ως επίθ.) ~ης: φοιτητής. ● ΦΡ.: η τύχη του πρωτάρη & (σπάν.) η τύχη του αρχάριου: που έχει κάποιος όταν παίζει για πρώτη φορά τυχερά συνήθ. παιχνίδια: Είχε την ~ ~ (= την εύνοια της τύχης) στο καζίνο. Με την ~ ~ νίκησε. Βλ. ατζαμής., την πάτησε σαν αγράμματος/πρωτάρης βλ. πατώ | |
| 43347 | πρωταρχικός | , ή, ό πρω-ταρ-χι-κός επίθ. 1. βασικός, θεμελιώδης: ~ός: λόγος/παράγοντας. ~ή: αιτία/ανάγκη/επιδίωξη/ευθύνη/θέση/υποχρέωση. ~ό: ενδιαφέρον/καθήκον/κριτήριο/μέλημα/στοιχείο. Ζήτημα ~ής σημασίας. Έπαιξε ~ό ρόλο στην υπόθεση. ~οί στόχοι του προγράμματος είναι οι εξής ... ΣΥΝ. πρωτεύων (1) 2. πρώτος από χρονική άποψη: ~ό: στάδιο (μιας προσπάθειας). Η ~ή ουσία/ύλη του Σύμπαντος. ● επίρρ.: πρωταρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. πρωταρχικός, γαλλ. primordial] | |
| 43348 | πρωτάτο | πρω-τά-το ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. ο παλαιότερος ναός του Αγίου Όρους, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου· συνεκδ. το διοικητικό κέντρο του Αγίου Όρους όπου έχει την έδρα της η Ιερά Επιστασία: κειμήλια/τέμπλο/τοιχογραφίες του ~ου. [< μεσν. πρωτάτο(ν)] | |
| 43349 | πρωτεάση | πρω-τε-ά-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πρωτεϊνάση: ΒΙΟΧ. κάθε ένζυμο που διασπά πρωτεΐνες σε μικρότερα πεπτιδικά τμήματα και αμινοξέα μέσω της πρωτεόλυσης: αναστολείς ~ης. Βλ. αμυλ-, λιπ-άση, πεψ-, χυμοθρυψ-ίνη. [< γαλλ. protéase, 1900, αγγλ. protease, 1903] | |
| 43350 | πρωτεϊκός | , ή, ό πρω-τε-ϊ-κός επίθ. (σπάν.): που επιδέχεται μεταβολές, αλλαγές: ο ~ός χαρακτήρας/η ~ή μορφή ενός έργου. Πβ. ευμετάβλητος. | |
| 43351 | πρωτεΐνη | πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.) {πρωτεϊν-ών, κυρ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. σύνθετη οργανική ένωση που αποτελείται από άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο, σχηματίζεται από συνένωση αμινοξέων και αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την ανάπτυξη των ιστών του οργανισμού, καθώς και για την καλή λειτουργία και δομή όλων των ζωντανών κυττάρων: απλή/σύνθετη ~. Διατροφικά συμπληρώματα ~ης. Αλλεργιογόνες/υδατοδιαλυτές ~ες. Αποικοδόμηση/προσρόφηση ~ών. Τροφές πλούσιες σε ζωικές (: κρέας, κοτόπουλο, ψάρια, αβγά, τυρί, γάλα)/φυτικές (: φασόλια, φακές, αρακάς, ξηροί καρποί) ~ες. Πβ. λεύκωμα. Βλ. γλυκο~, λιπο~, μακροθρεπτικά συστατικά, μεταλλο~, νουκλεο~, σκληρο~. [< γαλλ. protéine, αγγλ. protein] | |
| 43352 | πρωτεϊνικός | , ή, ό πρω-τε-ϊ-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με πρωτεΐνες ή αποτελείται από αυτές: ~ή: θεραπεία/μηχανική/σύνθεση. ~ές: αλυσίδες/ουσίες. ~ά: αμινοξέα/μόρια/στοιχεία.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: ρόφημα. ~ές: ανάγκες (των αθλητών)/δίαιτες. [< γαλλ. protéique, αγγλ. proteinic] | |
| 43353 | πρωτεϊνοσύνθεση | πρω-τε-ϊ-νο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βιοσύνθεση πρωτεϊνών: στάδια ~ης. | |
| 43354 | πρωτεϊνουρία | πρω-τε-ϊ-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία πρωτεϊνών στα ούρα· λευκωματουρία. Βλ. -ουρία. [< αγγλ. proteinuria, 1911, γαλλ. protéinurie, περ. 1950] | |
| 43355 | πρωτεϊνούχος | , α/ος, ο [πρωτεϊνοῦχος] πρω-τε-ϊ-νού-χος επίθ.: που περιέχει πρωτεΐνες: ~ο: ρόφημα. ~ες: μπάρες (σοκολάτας)/τροφές. Πβ. λευκωματούχος.|| ~ες: καλλιέργειες. Βλ. -ούχος2. | |
| 43356 | πρωτεΐνωση | πρω-τε-ΐ-νω-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυψελιδική πρωτεΐνωση: ΙΑΤΡ. σπάνια νόσος που χαρακτηρίζεται από εναπόθεση άμορφου, αδιάλυτου πρωτεϊνικού υλικού στις κυψελίδες και τα βρογχιόλια. [< αγγλ. proteinosis, 1937, γαλλ. protéinose] | |
| 43357 | πρωτείο | [πρωτεῖο] πρω-τεί-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} : πρώτη θέση, υπεροχή: Διεκδικεί/έχει/κρατά τα ~α. Η εταιρεία διατηρεί/χάνει τα ~α στην αγορά. Πβ. πρωτιά, πρωτοκαθεδρία, σκήπτρο.|| (ειρων.) Κατέχουν τα ~α στο κάπνισμα/στη φοροδιαφυγή. [< αρχ. τό πρωτεῖον] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ