| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43358 | πρωτεόλυση | πρω-τε-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αποσύνθεση, διάσπαση των πρωτεϊνών μέσω της υδρόλυσης των πεπτιδικών δεσμών τους με τη βοήθεια ειδικών ενζύμων. Βλ. λιπό-, υδρό-λυση. [< αγγλ. proteolysis, γαλλ. protéolyse] | |
| 43359 | πρωτεολυτικός | , ή, ό πρω-τε-ο-λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με την πρωτεόλυση: ~ά: ένζυμα (βλ. πεψίνη, πρωτεάση). [< αγγλ. proteolytic, γαλλ. protéolytique] | |
| 43360 | πρωτεομική | πρω-τε-ο-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μελέτη του πρωτεώματος ενός έμβιου οργανισμού. Βλ. γονιδιωματική. [< αγγλ. proteomics, 1997 < prote(in) + -omics, κατά το genomics, γαλλ. protéomique, 1998] | |
| 43361 | πρωτεργάτης | πρω-τερ-γά-της ουσ. (αρσ.), πρωτεργάτρια & (λόγ.) πρωτεργάτιδα (η): αυτός που παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην υλοποίηση έργου ή σκοπού: ~ του αγώνα/της επανάστασης/του κινήματος/της προσπάθειας. Πβ. μπροστάρης, πρωτοπόρος, σκαπανέας.|| (μειωτ.) Οι ~ες των επεισοδίων/του πραξικοπήματος. Πβ. πρωτ-αγωνιστής, -αίτιος. [< μεσν. πρωτεργάτης] | |
| 45518 | Πρωτεργάτης | ση-μαι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που κρατά την εθνική σημαία σε παρέλαση ή άλλη επίσημη γιορτή ως τιμητική συνήθ. διάκριση: ~ της αποστολής (: σε Ολυμπιακούς Αγώνες)/του σχολείου. Βλ. -φόρος, παραστάτης. 2. (μτφ.) πρωτεργάτης, μπροστάρης: ~ της ανανέωσης/της δημοκρατίας/του κινήματος. Πβ. πρωτο-μάστορας, -πόρος, σκαπανέας. 3. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον ανθυποπλοίαρχο κατά έναν βαθμό: δόκιμοι ~οι. Βλ. ανθυπο-λοχαγός, -σμηναγός. [< μτγν. σημαιοφόρος] | |
| 43362 | πρωτευαγγέλιο | πρω-τευ-αγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) & πρωτοευαγγέλιο: ΕΚΚΛΗΣ. η υπόσχεση του Θεού για την ενανθρώπηση του Θείου Λόγου, η οποία δόθηκε μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο· ειδικότ. Ευαγγέλιο που αναφέρεται στα πρώιμα γεγονότα της ζωής του Ιησού και της Παναγίας. || Το ~ του Ιακώβου. | |
| 43363 | πρωτεύοντα | πρω-τεύ-ο-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {πρωτευόντ-ων}: ΖΩΟΛ. τάξη ζώων στην οποία ανήκουν οι μαϊμούδες, οι χιμπατζήδες, οι ουρακοτάγκοι, οι γορίλες και ο άνθρωπος, καθώς και παλαιότερα συγγενή είδη (ανθρωπίδες, ανθρωποειδή): ανώτερα ~. Εξέλιξη των ~ων.|| (ως επίθ.) ~ θηλαστικά. ● βλ. πρωτεύων [< γαλλ. primates] | |
| 43364 | πρωτεύουσα | πρω-τεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ούσης | -ουσες, -ουσών} 1. η πόλη στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση ενός κράτους ή οι διοικητικές υπηρεσίες περιφέρειας ή νομού: ~ της Ελλάδας είναι η Αθήνα. ~ των Δωδεκανήσων είναι η Ρόδος. ~ ενός νησιού (= χώρα). Βαλκανικές/ευρωπαϊκές ~ες. Βλ. συμ~. 2. (μτφ.) πόλη που αποτελεί το κέντρο σημαντικής δραστηριότητας, σπουδαίου γεγονότος: θρησκευτική/καλλιτεχνική/μουσική/οικονομική/πνευματική/πράσινη (= οικολογική) ~. ~ της μόδας/τέχνης. Παγκόσμια ~ του βιβλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης & ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα: θεσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τον οποίο δύο ιστορικές ευρωπαϊκές πόλεις ορίζονται κάθε χρόνο ως κέντρα πολιτιστικών εκδηλώσεων με πανευρωπαϊκή εμβέλεια. [< αγγλ. European Capital of Culture, 1985] [< γαλλ. ville capitale, γερμ. Hauptstadt] | |
| 43365 | πρωτευουσιάνικος | , η, ο πρω-τευ-ου-σιά-νι-κος επίθ. (συνήθ. ειρων.): που σχετίζεται με την πρωτεύουσα ή τον πρωτευουσιάνο: ~ος: αέρας/τρόπος ζωής. ~η: προφορά. ΑΝΤ. επαρχιώτικος, χωριάτικος (1) ● επίρρ.: πρωτευουσιάνικα | |
| 43366 | πρωτευουσιάνος | πρω-τευ-ου-σιά-νος ουσ. (αρσ.) , πρωτευουσιάνα (η) (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο που ζει στην πρωτεύουσα ή κατάγεται από αυτή. Βλ. αστός. ΑΝΤ. επαρχιώτης, χωριάτης, χωριάτισσα (1) | |
| 43367 | πρωτεύω | πρω-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πρώτευ-σα, μτχ. ενεστ. πρωτεύ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος: Μαθητής/φοιτητής που ~ει στη βαθμολογία/σε διαγωνισμό/στις εξετάσεις/στα μαθήματα. Αθλητής που ~σε στους αγώνες. ~ στα γράμματα/στις επιστήμες. Πβ. αριστεύω, διακρίνομαι, διαπρέπω. ΑΝΤ. πατώνω (2) ● πρωτεύει: προέχει: ~ το καθήκον.|| (απρόσ.) ~ να ολοκληρωθούν τα έργα. Πβ. επείγει. [< αρχ. πρωτεύω] | |
| 43368 | πρωτεύων | , ουσα, ον πρω-τεύ-ων επίθ. {πρωτεύ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.) 1. πρωταρχικός, βασικός, θεμελιώδης: ~ων: ρόλος/στόχος. ~ουσα: θέση/σημασία. ~ον: (οδικό) δίκτυο/ζήτημα. Είναι ~ον να ενισχυθεί η οικονομία της χώρας. Πβ. πρώτιστος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ον: κλειδί (: μοναδικό αναγνωριστικό πεδίο της κάθε εγγραφής σε μια σχεσιακή βάση δεδομένων). ΑΝΤ. δευτερεύων (1) 2. (σπάν.) που κατατάσσεται πρώτος (αξιολογικά): απονομή χρηματικών βραβείων σε ~οντες φοιτητές. ● επίρρ.: πρωτευόντως: κατά κύριο λόγο, προπαντός. ΑΝΤ. δευτερευόντως ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτεύοντα μαθήματα (προφ.): που παρέχουν θεμελιώδεις γνώσεις. ΑΝΤ. δευτερεύοντα μαθήματα, βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα ● βλ. πρωτεύοντα [< αρχ. πρωτεύων, γαλλ. principal] | |
| 43369 | πρωτέωμα | πρω-τέ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. το σύνολο των πρωτεϊνών που κωδικοποιείται και εκφράζεται από ένα γονιδίωμα. Βλ. πρωτεομική. [< αγγλ. proteome, 1995 < prote(in) + (gen)ome, γαλλ. protéome, 1998] | |
| 43370 | πρωτιά | πρω-τιά ουσ. (θηλ.): κατάταξη στην πρώτη θέση, η πρώτη θέση: παγκόσμια ~ του αθλητή/ενός κράτους. ~ κόμματος στις εκλογές. Νίκη-~ για την ομάδα (βλ. πρόκριση). Η μάχη της ~ιάς. Αρνητικές ~ιές. Διατηρεί/διεκδικεί/κερδίζει/πήρε/έχασε (την) ~ στον διαγωνισμό. Το τραγούδι πάει για ~. Χώρα που (κατ)έχει τη θλιβερή ~ στην ανεργία των νέων. Κλέβω/στερώ την ~ από κάποιον. Πβ. πρωτείο.|| (ως ευχή) Πάντα ~ιές! | |
| 43371 | πρωτινός | , ή, ό πρω-τι-νός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): που αναφέρεται ή ανήκει σε παλιότερη εποχή: ~ή: δόξα/θέση/κατάσταση. Πβ. πρότερος. ΣΥΝ. αλλοτινός ΑΝΤ. τωρινός [< μεσν. πρωτινός] | |
| 43372 | πρώτιο | πρώ-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ισότοπο του υδρογόνου (σύμβ. 1H ή Η1), του οποίου ο πυρήνας περιέχει ένα πρωτόνιο. Βλ. δευτέριο, τρίτιο. [< αγγλ. protium, 1933] | |
| 43373 | Πρώτιστα | Πρώ-τι-στα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί μικροοργανισμοί. Βλ. πρωτό-ζωα, -φυτα. [< γερμ. Protisten, γαλλ. protistes, αγγλ. protista] | |
| 43374 | πρώτιστος | , η, ο πρώ-τι-στος επίθ. {λογιότ. θηλ. πρωτ-ίστη} (λόγ.): ο πιο σημαντικός, ο πρωτεύων: ~ος: λόγος/ρόλος/σκοπός/στόχος. ~η: ανάγκη/ευθύνη/θέση/υποχρέωση. ~o: (κοινωνικό) αγαθό/ενδιαφέρον/καθήκον/μέλημα/χρέος. Ζήτημα ~ίστης (= μεγίστης, υψίστης) σημασίας. Κατά ~ο λόγο (= καταρχάς).|| (ως ουσ.) Αυτή τη στιγμή το ~ο είναι ... ● επίρρ.: πρωτίστως & πρώτιστα: προπαντός, κατά κύριο λόγο: Η ανακύκλωση είναι ~ θέμα παιδείας. ΣΥΝ. πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2) [< αρχ. πρώτιστος] | |
| 43375 | πρωτο- & πρωτό- & πρωτ-/πρωθ- | α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. γεγονότος που συμβαίνει για πρώτη φορά: (κυρ. για ρ. σε παρελθοντικό χρόνο) πρωτο-δημοσιεύτηκε/~είδα. Τον είχα ~συναντήσει.|| Πρωτο-διόριστος (πβ. νεο-). 2. προτεραιότητας σε σειρά, ιεραρχία, σημασία: πρωτό-γραμμα.|| Πρωτο-βάθμιος.|| Πρωθ-υπουργικός.|| (μτφ.) Πρωτ-εργάτης. 3. της πρώτης περιόδου, της πρώιμης φάσης ενός πολιτισμού: Πρωτο-κυκλαδικός/~μινωικός (βλ. μεσο-, προ-)/~βυζαντινός (βλ. μετα-). 4. ΒΙΟΛ. ατελούς οργανισμού: πρωτό-ζωα. | |
| 43376 | πρωτοβάθμιος | , α, ο πρω-το-βάθ-μι-ος επίθ.: που αντιπροσωπεύει τον αρχικό, πρώτο βαθμό μιας ιεραρχίας, σειράς, φάσης ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: καθηγητής (= πρώτης βαθμίδας, σε ΑΕΙ). ~α: υγειονομική επιτροπή. ~ο: δικαστήριο (βλ. πρωτοδικείο)/όργανο/σωματείο. ~οι: συνεταιρισμοί. ~ες: (συνδικαλιστικές) οργανώσεις.|| ~ος: έλεγχος κτιρίων/καθαρισμός λυμάτων.|| ~α: περίθαλψη/φροντίδα (βλ. λ.)/υγεία (βλ. επισκέπτης υγείας). Βλ. -βάθμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξίσωση πρώτου/δευτέρου βαθμού βλ. εξίσωση, πρωτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< μεσν. πρωτοβάθμιος 'που καταλαμβάνει την πρώτη θέση', γαλλ. de premier degré, αγγλ. primary] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ