| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43346 | πρωτάρης, πρωτάρα | πρω-τά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που δεν έχει ξαναδοκιμάσει κάτι: ~ της πολιτικής (ΑΝΤ. έμπειρος, πεπειραμένος). Το άγχος/η αγωνία/το τρακ του ~η. Είναι ~ στο ίντερνετ (: για χρήστη του διαδικτύου)/στον πάγκο (: για ποδοσφαιριστή)/στο φόρουμ/στον έρωτα (βλ. παρθένος). Πβ. άπειρος2, αρχάριος, πρωτό-βγαλτος, -πειρος.|| (ως επίθ.) ~ης: φοιτητής. ● ΦΡ.: η τύχη του πρωτάρη & (σπάν.) η τύχη του αρχάριου: που έχει κάποιος όταν παίζει για πρώτη φορά τυχερά συνήθ. παιχνίδια: Είχε την ~ ~ (= την εύνοια της τύχης) στο καζίνο. Με την ~ ~ νίκησε. Βλ. ατζαμής., την πάτησε σαν αγράμματος/πρωτάρης βλ. πατώ | |
| 43347 | πρωταρχικός | , ή, ό πρω-ταρ-χι-κός επίθ. 1. βασικός, θεμελιώδης: ~ός: λόγος/παράγοντας. ~ή: αιτία/ανάγκη/επιδίωξη/ευθύνη/θέση/υποχρέωση. ~ό: ενδιαφέρον/καθήκον/κριτήριο/μέλημα/στοιχείο. Ζήτημα ~ής σημασίας. Έπαιξε ~ό ρόλο στην υπόθεση. ~οί στόχοι του προγράμματος είναι οι εξής ... ΣΥΝ. πρωτεύων (1) 2. πρώτος από χρονική άποψη: ~ό: στάδιο (μιας προσπάθειας). Η ~ή ουσία/ύλη του Σύμπαντος. ● επίρρ.: πρωταρχικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μεσν. πρωταρχικός, γαλλ. primordial] | |
| 43348 | πρωτάτο | πρω-τά-το ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΕΚΚΛΗΣ. ο παλαιότερος ναός του Αγίου Όρους, αφιερωμένος στην Κοίμηση της Θεοτόκου· συνεκδ. το διοικητικό κέντρο του Αγίου Όρους όπου έχει την έδρα της η Ιερά Επιστασία: κειμήλια/τέμπλο/τοιχογραφίες του ~ου. [< μεσν. πρωτάτο(ν)] | |
| 43349 | πρωτεάση | πρω-τε-ά-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) πρωτεϊνάση: ΒΙΟΧ. κάθε ένζυμο που διασπά πρωτεΐνες σε μικρότερα πεπτιδικά τμήματα και αμινοξέα μέσω της πρωτεόλυσης: αναστολείς ~ης. Βλ. αμυλ-, λιπ-άση, πεψ-, χυμοθρυψ-ίνη. [< γαλλ. protéase, 1900, αγγλ. protease, 1903] | |
| 43350 | πρωτεϊκός | , ή, ό πρω-τε-ϊ-κός επίθ. (σπάν.): που επιδέχεται μεταβολές, αλλαγές: ο ~ός χαρακτήρας/η ~ή μορφή ενός έργου. Πβ. ευμετάβλητος. | |
| 43351 | πρωτεΐνη | πρω-τε-ΐ-νη ουσ. (θηλ.) {πρωτεϊν-ών, κυρ. στον πληθ.}: ΒΙΟΧ. σύνθετη οργανική ένωση που αποτελείται από άνθρακα, υδρογόνο, οξυγόνο και άζωτο, σχηματίζεται από συνένωση αμινοξέων και αποτελεί απαραίτητο στοιχείο για την ανάπτυξη των ιστών του οργανισμού, καθώς και για την καλή λειτουργία και δομή όλων των ζωντανών κυττάρων: απλή/σύνθετη ~. Διατροφικά συμπληρώματα ~ης. Αλλεργιογόνες/υδατοδιαλυτές ~ες. Αποικοδόμηση/προσρόφηση ~ών. Τροφές πλούσιες σε ζωικές (: κρέας, κοτόπουλο, ψάρια, αβγά, τυρί, γάλα)/φυτικές (: φασόλια, φακές, αρακάς, ξηροί καρποί) ~ες. Πβ. λεύκωμα. Βλ. γλυκο~, λιπο~, μακροθρεπτικά συστατικά, μεταλλο~, νουκλεο~, σκληρο~. [< γαλλ. protéine, αγγλ. protein] | |
| 43352 | πρωτεϊνικός | , ή, ό πρω-τε-ϊ-νι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με πρωτεΐνες ή αποτελείται από αυτές: ~ή: θεραπεία/μηχανική/σύνθεση. ~ές: αλυσίδες/ουσίες. ~ά: αμινοξέα/μόρια/στοιχεία.|| (κατ' επέκτ.) ~ό: ρόφημα. ~ές: ανάγκες (των αθλητών)/δίαιτες. [< γαλλ. protéique, αγγλ. proteinic] | |
| 43353 | πρωτεϊνοσύνθεση | πρω-τε-ϊ-νο-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. βιοσύνθεση πρωτεϊνών: στάδια ~ης. | |
| 43354 | πρωτεϊνουρία | πρω-τε-ϊ-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παρουσία πρωτεϊνών στα ούρα· λευκωματουρία. Βλ. -ουρία. [< αγγλ. proteinuria, 1911, γαλλ. protéinurie, περ. 1950] | |
| 43355 | πρωτεϊνούχος | , α/ος, ο [πρωτεϊνοῦχος] πρω-τε-ϊ-νού-χος επίθ.: που περιέχει πρωτεΐνες: ~ο: ρόφημα. ~ες: μπάρες (σοκολάτας)/τροφές. Πβ. λευκωματούχος.|| ~ες: καλλιέργειες. Βλ. -ούχος2. | |
| 43356 | πρωτεΐνωση | πρω-τε-ΐ-νω-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: κυψελιδική πρωτεΐνωση: ΙΑΤΡ. σπάνια νόσος που χαρακτηρίζεται από εναπόθεση άμορφου, αδιάλυτου πρωτεϊνικού υλικού στις κυψελίδες και τα βρογχιόλια. [< αγγλ. proteinosis, 1937, γαλλ. protéinose] | |
| 43357 | πρωτείο | [πρωτεῖο] πρω-τεί-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} : πρώτη θέση, υπεροχή: Διεκδικεί/έχει/κρατά τα ~α. Η εταιρεία διατηρεί/χάνει τα ~α στην αγορά. Πβ. πρωτιά, πρωτοκαθεδρία, σκήπτρο.|| (ειρων.) Κατέχουν τα ~α στο κάπνισμα/στη φοροδιαφυγή. [< αρχ. τό πρωτεῖον] | |
| 43358 | πρωτεόλυση | πρω-τε-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. αποσύνθεση, διάσπαση των πρωτεϊνών μέσω της υδρόλυσης των πεπτιδικών δεσμών τους με τη βοήθεια ειδικών ενζύμων. Βλ. λιπό-, υδρό-λυση. [< αγγλ. proteolysis, γαλλ. protéolyse] | |
| 43359 | πρωτεολυτικός | , ή, ό πρω-τε-ο-λυ-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με την πρωτεόλυση: ~ά: ένζυμα (βλ. πεψίνη, πρωτεάση). [< αγγλ. proteolytic, γαλλ. protéolytique] | |
| 43360 | πρωτεομική | πρω-τε-ο-μι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. μελέτη του πρωτεώματος ενός έμβιου οργανισμού. Βλ. γονιδιωματική. [< αγγλ. proteomics, 1997 < prote(in) + -omics, κατά το genomics, γαλλ. protéomique, 1998] | |
| 43361 | πρωτεργάτης | πρω-τερ-γά-της ουσ. (αρσ.), πρωτεργάτρια & (λόγ.) πρωτεργάτιδα (η): αυτός που παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην υλοποίηση έργου ή σκοπού: ~ του αγώνα/της επανάστασης/του κινήματος/της προσπάθειας. Πβ. μπροστάρης, πρωτοπόρος, σκαπανέας.|| (μειωτ.) Οι ~ες των επεισοδίων/του πραξικοπήματος. Πβ. πρωτ-αγωνιστής, -αίτιος. [< μεσν. πρωτεργάτης] | |
| 45518 | Πρωτεργάτης | ση-μαι-ο-φό-ρος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. πρόσωπο που κρατά την εθνική σημαία σε παρέλαση ή άλλη επίσημη γιορτή ως τιμητική συνήθ. διάκριση: ~ της αποστολής (: σε Ολυμπιακούς Αγώνες)/του σχολείου. Βλ. -φόρος, παραστάτης. 2. (μτφ.) πρωτεργάτης, μπροστάρης: ~ της ανανέωσης/της δημοκρατίας/του κινήματος. Πβ. πρωτο-μάστορας, -πόρος, σκαπανέας. 3. ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον ανθυπασπιστή και κατώτερος από τον ανθυποπλοίαρχο κατά έναν βαθμό: δόκιμοι ~οι. Βλ. ανθυπο-λοχαγός, -σμηναγός. [< μτγν. σημαιοφόρος] | |
| 43362 | πρωτευαγγέλιο | πρω-τευ-αγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) & πρωτοευαγγέλιο: ΕΚΚΛΗΣ. η υπόσχεση του Θεού για την ενανθρώπηση του Θείου Λόγου, η οποία δόθηκε μετά την πτώση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο· ειδικότ. Ευαγγέλιο που αναφέρεται στα πρώιμα γεγονότα της ζωής του Ιησού και της Παναγίας. || Το ~ του Ιακώβου. | |
| 43363 | πρωτεύοντα | πρω-τεύ-ο-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {πρωτευόντ-ων}: ΖΩΟΛ. τάξη ζώων στην οποία ανήκουν οι μαϊμούδες, οι χιμπατζήδες, οι ουρακοτάγκοι, οι γορίλες και ο άνθρωπος, καθώς και παλαιότερα συγγενή είδη (ανθρωπίδες, ανθρωποειδή): ανώτερα ~. Εξέλιξη των ~ων.|| (ως επίθ.) ~ θηλαστικά. ● βλ. πρωτεύων [< γαλλ. primates] | |
| 43364 | πρωτεύουσα | πρω-τεύ-ου-σα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) -ούσης | -ουσες, -ουσών} 1. η πόλη στην οποία εδρεύει η κυβέρνηση ενός κράτους ή οι διοικητικές υπηρεσίες περιφέρειας ή νομού: ~ της Ελλάδας είναι η Αθήνα. ~ των Δωδεκανήσων είναι η Ρόδος. ~ ενός νησιού (= χώρα). Βαλκανικές/ευρωπαϊκές ~ες. Βλ. συμ~. 2. (μτφ.) πόλη που αποτελεί το κέντρο σημαντικής δραστηριότητας, σπουδαίου γεγονότος: θρησκευτική/καλλιτεχνική/μουσική/οικονομική/πνευματική/πράσινη (= οικολογική) ~. ~ της μόδας/τέχνης. Παγκόσμια ~ του βιβλίου. ● ΣΥΜΠΛ.: πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης & ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα: θεσμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τον οποίο δύο ιστορικές ευρωπαϊκές πόλεις ορίζονται κάθε χρόνο ως κέντρα πολιτιστικών εκδηλώσεων με πανευρωπαϊκή εμβέλεια. [< αγγλ. European Capital of Culture, 1985] [< γαλλ. ville capitale, γερμ. Hauptstadt] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ