| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43377 | πρωτόβγαλτος | , η, ο πρω-τό-βγαλ-τος επίθ. (μτφ.-προφ.): (για πρόσ.) πρωτάρης, αρχάριος: ~ος: ηθοποιός/καλλιτέχνης. ΣΥΝ. νιόβγαλτος (1) | |
| 43378 | πρωτοβουλία | πρω-το-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) {πρωτοβουλι-ών}: το να ενεργεί κάποιος πρώτος και με δική του βούληση, χωρίς εντολές ή πιέσεις, η αντίστοιχη ικανότητα ή αρετή και (συνεκδ. στον πληθ.) το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας: αγωνιστική/δημοτική/καλλιτεχνική/κοινή/κοινοτική/κυβερνητική/νομοθετική/οικολογική/οργανωτική/πανευρωπαϊκή/πολιτική/τοπική ~. Αξιέπαινη/ιστορική/καινοτόμος/σημαντική/ ~. ~ εθελοντών/μαθητών/πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος. Παγκόσμια ~ για την ασφάλεια των τροφίμων. Με/ύστερα από ~ του ... ξεκίνησε η αναδάσωση. Ανέλαβε/είχε/πήρε την ~ για τη διοργάνωση της έκθεσης. Στηρίζω την/συμβάλλω στην ~ για ...|| Ο δάσκαλος παροτρύνει τον μαθητή να αναπτύξει ~ες.|| Ανθρωπιστικές/διεθνείς/κοινωνικές/πολιτιστικές ~ες. Ενθάρρυνση επιχειρηματικών ~ών. ΣΥΝ. αυτενέργεια ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιωτική πρωτοβουλία βλ. ιδιωτικός ● ΦΡ.: αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία: του επιτρέπω να δράσει από μόνος του χωρίς παρεμβάσεις ή υποδείξεις: Άφησαν/έδωσαν την ~ της τελικής απόφασης στον πρόεδρο., εξ ιδίας πρωτοβουλίας (λόγ.) & με δική του πρωτοβουλία: αυτόβουλα, χωρίς πιέσεις και καταναγκασμούς: Ενεργεί/ξεκίνησε την έρευνα ~ ~., έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων: διαδραματίζει αποφασιστικό, πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξη μιας υπόθεσης, ενός αγώνα: Η κυβέρνηση/ο πρωθυπουργός ~ ~. Οι γηπεδούχοι είχαν την ~ ~ στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Πβ. έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο. [< γαλλ. initiative] | |
| 43379 | πρωτοβρόχια | πρω-το-βρό-χια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πρωτοβρόχι}: οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές: Άρχισαν/έφτασαν/ήρθαν τα ~. | |
| 43380 | πρωτοβυζαντινός | , ή, ό πρω-το-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοβυζαντινή περίοδο: ~ός: ναός. ~ή: τέχνη. Βλ. μεσο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος: η περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 324 ως τις αρχές του 7ου αι. [< γερμ. proto-byzantinisch] | |
| 43381 | πρωτόγαλα | πρω-τό-γα-λα ουσ. (ουδ.) {χωρ. πληθ.}: ΙΑΤΡ. υποκίτρινο γαλακτώδες υγρό που παράγεται από τους μαστούς της γυναίκας αμέσως μετά τον τοκετό. Πβ. πύαρ. [< μτγν. πρωτόγαλα] | |
| 43382 | πρωτογενής | , ής, ές πρω-το-γε-νής επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή υπάρχει εξαρχής· που συμβαίνει ή δημιουργείται στο αρχικό, πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας: ~ές: υλικό. ~είς: δαπάνες/μορφές/πηγές ενέργειας (: που συναντώνται άμεσα στη φύση). ~ή: δεδομένα/στοιχεία.|| ~ής έρευνα αγοράς (: συγκέντρωση στοιχείων από τον ερευνητή, συνήθ. με συμπλήρωση ερωτηματολογίου).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ής: παραγωγή. ~ές: έλλειμμα/πλεόνασμα.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δίκαιο (: που περιλαμβάνει κυρ. τις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης).|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: πρόληψη (: έγκαιρη). Πβ. πρωτοπαθής. Βλ. -γενής. ● Ουσ.: Πρωτογενές (το): ΓΕΩΛ. παλαιοζωικός αιώνας. ● επίρρ.: πρωτογενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη θήρα και την εκμετάλλευση του δασικού και ορυκτού πλούτου. Βλ. δευτερο-, τριτο-γενής τομέας., βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα, πρωτογενής αγορά βλ. αγορά [< μτγν. πρωτογενής ‘πρωτότοκος, παλαιότατος’, γαλλ. primaire, primitif, αγγλ. primary, protogenic] | |
| 43383 | πρωτογέννητος | , η, ο πρω-το-γέν-νη-τος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): πρωτότοκος: ~ο: παιδί. [< μτγν. πρωτογέννητος] | |
| 43384 | πρωτόγεννος | , η, ο πρω-τό-γεν-νος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): (για γυναίκα ή ζώο) που γεννά για πρώτη φορά. Πβ. πρωτοτόκος. | |
| 43385 | πρωτογεωμετρικός | , ή, ό πρω-το-γε-ω-με-τρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με το πρώτο στάδιο της γεωμετρικής τέχνης (1100-900 π.Χ.): ~ός: ρυθμός. ~ά: αγγεία. [< αγγλ. protogeometric, 1926] | |
| 43386 | πρωτογιός | πρω-το-γιος ουσ. (αρσ.): πρωτότοκος γιος, πρώτος γιος. | |
| 43387 | πρωτόγλωσσα | πρω-τό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) & πρωτογλώσσα: ΓΛΩΣΣ. (στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία) η αρχική γλώσσα από την οποία προέρχονται άλλες συγγενείς μεταξύ τους γλώσσες· η γλώσσα-πρόγονος μιας οικογένειας γλωσσών: ινδοευρωπαϊκή/υποθετική ~. Επανασύνθεση τύπων της ~ας. [< αγγλ. protolanguage, 1948, γαλλ. protolangage] | |
| 43388 | πρωτόγνωρος | , η, ο πρω-τό-γνω-ρος επίθ.: που συναντάται ή βιώνεται για πρώτη φορά· ασυνήθιστος, πρωτοφανής: ~ος: ενθουσιασμός. ~η: απειλή/κατάσταση/κρίση/συγκίνηση. ~ο: εγχείρημα/θέαμα/συναίσθημα/φαινόμενο. ~ες: εμπειρίες/καιρικές συνθήκες. Μουσικός ήχος ~ για τα ελληνικά δεδομένα. Γεγονός ~ο στα χρονικά του θεάτρου. | |
| 43389 | πρωτογονισμός | πρω-το-γο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ιδιότητα ή η κατάσταση του πρωτόγονου. Βλ. -ισμός. 2. πριμιτιβισμός. [< γαλλ. primitivisme, πριν από το 1904] | |
| 43390 | πρωτόγονος | , η, ο πρω-τό-γο-νος επίθ.: που αναφέρεται σε πρώιμο πολιτισμικό ή εξελικτικό στάδιο· κατ' επέκτ. απαρχαιωμένος ή απολίτιστος, ακαλλιέργητος: ~ος: εξοπλισμός. ~η: θρησκεία/κοινωνία/σκέψη/τέχνη. ~οι: λαοί. ~α: εργαλεία.|| (ΒΙΟΛ.) ~α: θηλαστικά.|| (μειωτ.) ~ες: αντιλήψεις (πβ. παλαιολιθικός)/συνθήκες. ~α: ένστικτα (πβ. αρχέγονος). Ζει σε ~η κατάσταση.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. άνθρωποι). Βλ. -γονος. ● επίρρ.: πρωτόγονα [< αρχ. πρωτόγονος 'πρωτότοκος', γαλλ. primitif] | |
| 43391 | πρωτόγραμμα | πρω-τό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. αρχίγραμμα. | |
| 43392 | πρωτόγραφο | πρω-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {πρωτογράφου} (επίσ.): πρώτη μορφή κειμένου, πρωτότυπο έγγραφο: ~ συγγραφέα. Βλ. αυτόγραφο.|| Τα ~α των δικαιολογητικών θα κατατεθούν στο ... Βλ. αντίγραφο, -γραφος. [< πβ. μεσν. πρωτόγραφος, αγγλ. protograph] | |
| 43393 | πρωτογράφω | πρω-το-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρωτοέγρα-ψα & πρωτόγρα-ψα, πρωτογρά-φτηκε & -φηκε}: γράφω για πρώτη φορά: Το έργο ~φηκε το έτος … | |
| 43394 | πρωτοδιάκονος | πρω-το-διά-κο-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. αρχιδιάκονος. [< μτγν. πρωτοδιάκονος] | |
| 43395 | πρωτοδικείο | [πρωτοδικεῖο] πρω-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΝΟΜ. πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο οποίο εκδικάζονται αστικές κυρ. υποθέσεις· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: διοικητικό/μονομελές/πολυμελές ~. ~ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ακρ. ΠΕΚ). Βλ. -δικείο, εφετείο. [< γερμ. Gericht erster Instanz] | |
| 43396 | πρωτοδίκης | πρω-το-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής Πρωτοδικείου. Βλ. -δίκης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ