Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43940-43960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43365πρωτευουσιάνικος, η, ο πρω-τευ-ου-σιά-νι-κος επίθ. (συνήθ. ειρων.): που σχετίζεται με την πρωτεύουσα ή τον πρωτευουσιάνο: ~ος: αέρας/τρόπος ζωής. ~η: προφορά. ΑΝΤ. επαρχιώτικος, χωριάτικος (1) ● επίρρ.: πρωτευουσιάνικα
43366πρωτευουσιάνοςπρω-τευ-ου-σιά-νος ουσ. (αρσ.) , πρωτευουσιάνα (η) (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο που ζει στην πρωτεύουσα ή κατάγεται από αυτή. Βλ. αστός. ΑΝΤ. επαρχιώτης, χωριάτης, χωριάτισσα (1)
43367πρωτεύωπρω-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πρώτευ-σα, μτχ. ενεστ. πρωτεύ-ων, -ουσα, -ον} (λόγ.): κατατάσσομαι (αξιολογικά) στην πρώτη θέση, έρχομαι πρώτος: Μαθητής/φοιτητής που ~ει στη βαθμολογία/σε διαγωνισμό/στις εξετάσεις/στα μαθήματα. Αθλητής που ~σε στους αγώνες. ~ στα γράμματα/στις επιστήμες. Πβ. αριστεύω, διακρίνομαι, διαπρέπω. ΑΝΤ. πατώνω (2) ● πρωτεύει: προέχει: ~ το καθήκον.|| (απρόσ.) ~ να ολοκληρωθούν τα έργα. Πβ. επείγει. [< αρχ. πρωτεύω]
43368πρωτεύων, ουσα, ον πρω-τεύ-ων επίθ. {πρωτεύ-οντος, -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων} (λόγ.) 1. πρωταρχικός, βασικός, θεμελιώδης: ~ων: ρόλος/στόχος. ~ουσα: θέση/σημασία. ~ον: (οδικό) δίκτυο/ζήτημα. Είναι ~ον να ενισχυθεί η οικονομία της χώρας. Πβ. πρώτιστος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ον: κλειδί (: μοναδικό αναγνωριστικό πεδίο της κάθε εγγραφής σε μια σχεσιακή βάση δεδομένων). ΑΝΤ. δευτερεύων (1) 2. (σπάν.) που κατατάσσεται πρώτος (αξιολογικά): απονομή χρηματικών βραβείων σε ~οντες φοιτητές. ● επίρρ.: πρωτευόντως: κατά κύριο λόγο, προπαντός. ΑΝΤ. δευτερευόντως ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτεύοντα μαθήματα (προφ.): που παρέχουν θεμελιώδεις γνώσεις. ΑΝΤ. δευτερεύοντα μαθήματα, βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα ● βλ. πρωτεύοντα [< αρχ. πρωτεύων, γαλλ. principal]
43369πρωτέωμαπρω-τέ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. το σύνολο των πρωτεϊνών που κωδικοποιείται και εκφράζεται από ένα γονιδίωμα. Βλ. πρωτεομική. [< αγγλ. proteome, 1995 < prote(in) + (gen)ome, γαλλ. protéome, 1998]
43370πρωτιάπρω-τιά ουσ. (θηλ.): κατάταξη στην πρώτη θέση, η πρώτη θέση: παγκόσμια ~ του αθλητή/ενός κράτους. ~ κόμματος στις εκλογές. Νίκη-~ για την ομάδα (βλ. πρόκριση). Η μάχη της ~ιάς. Αρνητικές ~ιές. Διατηρεί/διεκδικεί/κερδίζει/πήρε/έχασε (την) ~ στον διαγωνισμό. Το τραγούδι πάει για ~. Χώρα που (κατ)έχει τη θλιβερή ~ στην ανεργία των νέων. Κλέβω/στερώ την ~ από κάποιον. Πβ. πρωτείο.|| (ως ευχή) Πάντα ~ιές!
43371πρωτινός, ή, ό πρω-τι-νός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): που αναφέρεται ή ανήκει σε παλιότερη εποχή: ~ή: δόξα/θέση/κατάσταση. Πβ. πρότερος. ΣΥΝ. αλλοτινός ΑΝΤ. τωρινός [< μεσν. πρωτινός]
43372πρώτιοπρώ-τι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ισότοπο του υδρογόνου (σύμβ. 1H ή Η1), του οποίου ο πυρήνας περιέχει ένα πρωτόνιο. Βλ. δευτέριο, τρίτιο. [< αγγλ. protium, 1933]
43373ΠρώτισταΠρώ-τι-στα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί μικροοργανισμοί. Βλ. πρωτό-ζωα, -φυτα. [< γερμ. Protisten, γαλλ. protistes, αγγλ. protista]
43374πρώτιστος, η, ο πρώ-τι-στος επίθ. {λογιότ. θηλ. πρωτ-ίστη} (λόγ.): ο πιο σημαντικός, ο πρωτεύων: ~ος: λόγος/ρόλος/σκοπός/στόχος. ~η: ανάγκη/ευθύνη/θέση/υποχρέωση. ~o: (κοινωνικό) αγαθό/ενδιαφέρον/καθήκον/μέλημα/χρέος. Ζήτημα ~ίστης (= μεγίστης, υψίστης) σημασίας. Κατά ~ο λόγο (= καταρχάς).|| (ως ουσ.) Αυτή τη στιγμή το ~ο είναι ... ● επίρρ.: πρωτίστως & πρώτιστα: προπαντός, κατά κύριο λόγο: Η ανακύκλωση είναι ~ θέμα παιδείας. ΣΥΝ. πρώτα απ' όλα/πρώτα-πρώτα (2) [< αρχ. πρώτιστος]
43375πρωτο- & πρωτό- & πρωτ-/πρωθ-α' συνθετικό λέξεων για δήλωση 1. γεγονότος που συμβαίνει για πρώτη φορά: (κυρ. για ρ. σε παρελθοντικό χρόνο) πρωτο-δημοσιεύτηκε/~είδα. Τον είχα ~συναντήσει.|| Πρωτο-διόριστος (πβ. νεο-). 2. προτεραιότητας σε σειρά, ιεραρχία, σημασία: πρωτό-γραμμα.|| Πρωτο-βάθμιος.|| Πρωθ-υπουργικός.|| (μτφ.) Πρωτ-εργάτης. 3. της πρώτης περιόδου, της πρώιμης φάσης ενός πολιτισμού: Πρωτο-κυκλαδικός/~μινωικός (βλ. μεσο-, προ-)/~βυζαντινός (βλ. μετα-). 4. ΒΙΟΛ. ατελούς οργανισμού: πρωτό-ζωα.
43376πρωτοβάθμιος, α, ο πρω-το-βάθ-μι-ος επίθ.: που αντιπροσωπεύει τον αρχικό, πρώτο βαθμό μιας ιεραρχίας, σειράς, φάσης ή σχετίζεται με αυτόν: ~ος: καθηγητής (= πρώτης βαθμίδας, σε ΑΕΙ). ~α: υγειονομική επιτροπή. ~ο: δικαστήριο (βλ. πρωτοδικείο)/όργανο/σωματείο. ~οι: συνεταιρισμοί. ~ες: (συνδικαλιστικές) οργανώσεις.|| ~ος: έλεγχος κτιρίων/καθαρισμός λυμάτων.|| ~α: περίθαλψη/φροντίδα (βλ. λ.)/υγεία (βλ. επισκέπτης υγείας). Βλ. -βάθμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: εξίσωση πρώτου/δευτέρου βαθμού βλ. εξίσωση, πρωτοβάθμια εκπαίδευση βλ. εκπαίδευση [< μεσν. πρωτοβάθμιος 'που καταλαμβάνει την πρώτη θέση', γαλλ. de premier degré, αγγλ. primary]
43377πρωτόβγαλτος, η, ο πρω-τό-βγαλ-τος επίθ. (μτφ.-προφ.): (για πρόσ.) πρωτάρης, αρχάριος: ~ος: ηθοποιός/καλλιτέχνης. ΣΥΝ. νιόβγαλτος (1)
43378πρωτοβουλίαπρω-το-βου-λί-α ουσ. (θηλ.) {πρωτοβουλι-ών}: το να ενεργεί κάποιος πρώτος και με δική του βούληση, χωρίς εντολές ή πιέσεις, η αντίστοιχη ικανότητα ή αρετή και (συνεκδ. στον πληθ.) το αποτέλεσμα μιας τέτοιας ενέργειας: αγωνιστική/δημοτική/καλλιτεχνική/κοινή/κοινοτική/κυβερνητική/νομοθετική/οικολογική/οργανωτική/πανευρωπαϊκή/πολιτική/τοπική ~. Αξιέπαινη/ιστορική/καινοτόμος/σημαντική/ ~. ~ εθελοντών/μαθητών/πολιτών για την προστασία του περιβάλλοντος. Παγκόσμια ~ για την ασφάλεια των τροφίμων. Με/ύστερα από ~ του ... ξεκίνησε η αναδάσωση. Ανέλαβε/είχε/πήρε την ~ για τη διοργάνωση της έκθεσης. Στηρίζω την/συμβάλλω στην ~ για ...|| Ο δάσκαλος παροτρύνει τον μαθητή να αναπτύξει ~ες.|| Ανθρωπιστικές/διεθνείς/κοινωνικές/πολιτιστικές ~ες. Ενθάρρυνση επιχειρηματικών ~ών. ΣΥΝ. αυτενέργεια ● ΣΥΜΠΛ.: ιδιωτική πρωτοβουλία βλ. ιδιωτικός ● ΦΡ.: αφήνω/δίνω σε κάποιον την πρωτοβουλία: του επιτρέπω να δράσει από μόνος του χωρίς παρεμβάσεις ή υποδείξεις: Άφησαν/έδωσαν την ~ της τελικής απόφασης στον πρόεδρο., εξ ιδίας πρωτοβουλίας (λόγ.) & με δική του πρωτοβουλία: αυτόβουλα, χωρίς πιέσεις και καταναγκασμούς: Ενεργεί/ξεκίνησε την έρευνα ~ ~., έχει την πρωτοβουλία των κινήσεων: διαδραματίζει αποφασιστικό, πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξη μιας υπόθεσης, ενός αγώνα: Η κυβέρνηση/ο πρωθυπουργός ~ ~. Οι γηπεδούχοι είχαν την ~ ~ στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού. Πβ. έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο. [< γαλλ. initiative]
43379πρωτοβρόχιαπρω-το-βρό-χια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πρωτοβρόχι}: οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές: Άρχισαν/έφτασαν/ήρθαν τα ~.
43380πρωτοβυζαντινός, ή, ό πρω-το-βυ-ζα-ντι-νός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοβυζαντινή περίοδο: ~ός: ναός. ~ή: τέχνη. Βλ. μεσο-, υστερο-βυζαντινός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοβυζαντινή/παλαιοχριστιανική εποχή/περίοδος: η περίοδος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 324 ως τις αρχές του 7ου αι. [< γερμ. proto-byzantinisch]
43381πρωτόγαλαπρω-τό-γα-λα ουσ. (ουδ.) {χωρ. πληθ.}: ΙΑΤΡ. υποκίτρινο γαλακτώδες υγρό που παράγεται από τους μαστούς της γυναίκας αμέσως μετά τον τοκετό. Πβ. πύαρ. [< μτγν. πρωτόγαλα]
43382πρωτογενής, ής, ές πρω-το-γε-νής επίθ. (λόγ.): που γίνεται ή υπάρχει εξαρχής· που συμβαίνει ή δημιουργείται στο αρχικό, πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας: ~ές: υλικό. ~είς: δαπάνες/μορφές/πηγές ενέργειας (: που συναντώνται άμεσα στη φύση). ~ή: δεδομένα/στοιχεία.|| ~ής έρευνα αγοράς (: συγκέντρωση στοιχείων από τον ερευνητή, συνήθ. με συμπλήρωση ερωτηματολογίου).|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ής: παραγωγή. ~ές: έλλειμμα/πλεόνασμα.|| (ΝΟΜ.) ~ές: δίκαιο (: που περιλαμβάνει κυρ. τις ιδρυτικές συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης).|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: πρόληψη (: έγκαιρη). Πβ. πρωτοπαθής. Βλ. -γενής. ● Ουσ.: Πρωτογενές (το): ΓΕΩΛ. παλαιοζωικός αιώνας. ● επίρρ.: πρωτογενώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτογενής τομέας: ΟΙΚΟΝ. τομέας οικονομικής δραστηριότητας που περιλαμβάνει τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία, τη θήρα και την εκμετάλλευση του δασικού και ορυκτού πλούτου. Βλ. δευτερο-, τριτο-γενής τομέας., βασικά/κύρια χρώματα βλ. χρώμα, πρωτογενής αγορά βλ. αγορά [< μτγν. πρωτογενής ‘πρωτότοκος, παλαιότατος’, γαλλ. primaire, primitif, αγγλ. primary, protogenic]
43383πρωτογέννητος, η, ο πρω-το-γέν-νη-τος επίθ. (σπάν.-λογοτ.): πρωτότοκος: ~ο: παιδί. [< μτγν. πρωτογέννητος]
43384πρωτόγεννος, η, ο πρω-τό-γεν-νος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): (για γυναίκα ή ζώο) που γεννά για πρώτη φορά. Πβ. πρωτοτόκος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.