| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43385 | πρωτογεωμετρικός | , ή, ό πρω-το-γε-ω-με-τρι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με το πρώτο στάδιο της γεωμετρικής τέχνης (1100-900 π.Χ.): ~ός: ρυθμός. ~ά: αγγεία. [< αγγλ. protogeometric, 1926] | |
| 43386 | πρωτογιός | πρω-το-γιος ουσ. (αρσ.): πρωτότοκος γιος, πρώτος γιος. | |
| 43387 | πρωτόγλωσσα | πρω-τό-γλωσ-σα ουσ. (θηλ.) & πρωτογλώσσα: ΓΛΩΣΣ. (στην ιστορικοσυγκριτική γλωσσολογία) η αρχική γλώσσα από την οποία προέρχονται άλλες συγγενείς μεταξύ τους γλώσσες· η γλώσσα-πρόγονος μιας οικογένειας γλωσσών: ινδοευρωπαϊκή/υποθετική ~. Επανασύνθεση τύπων της ~ας. [< αγγλ. protolanguage, 1948, γαλλ. protolangage] | |
| 43388 | πρωτόγνωρος | , η, ο πρω-τό-γνω-ρος επίθ.: που συναντάται ή βιώνεται για πρώτη φορά· ασυνήθιστος, πρωτοφανής: ~ος: ενθουσιασμός. ~η: απειλή/κατάσταση/κρίση/συγκίνηση. ~ο: εγχείρημα/θέαμα/συναίσθημα/φαινόμενο. ~ες: εμπειρίες/καιρικές συνθήκες. Μουσικός ήχος ~ για τα ελληνικά δεδομένα. Γεγονός ~ο στα χρονικά του θεάτρου. | |
| 43389 | πρωτογονισμός | πρω-το-γο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. η ιδιότητα ή η κατάσταση του πρωτόγονου. Βλ. -ισμός. 2. πριμιτιβισμός. [< γαλλ. primitivisme, πριν από το 1904] | |
| 43390 | πρωτόγονος | , η, ο πρω-τό-γο-νος επίθ.: που αναφέρεται σε πρώιμο πολιτισμικό ή εξελικτικό στάδιο· κατ' επέκτ. απαρχαιωμένος ή απολίτιστος, ακαλλιέργητος: ~ος: εξοπλισμός. ~η: θρησκεία/κοινωνία/σκέψη/τέχνη. ~οι: λαοί. ~α: εργαλεία.|| (ΒΙΟΛ.) ~α: θηλαστικά.|| (μειωτ.) ~ες: αντιλήψεις (πβ. παλαιολιθικός)/συνθήκες. ~α: ένστικτα (πβ. αρχέγονος). Ζει σε ~η κατάσταση.|| (ως ουσ.) Οι ~οι (ενν. άνθρωποι). Βλ. -γονος. ● επίρρ.: πρωτόγονα [< αρχ. πρωτόγονος 'πρωτότοκος', γαλλ. primitif] | |
| 43391 | πρωτόγραμμα | πρω-τό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΤΥΠΟΓΡ. αρχίγραμμα. | |
| 43392 | πρωτόγραφο | πρω-τό-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {πρωτογράφου} (επίσ.): πρώτη μορφή κειμένου, πρωτότυπο έγγραφο: ~ συγγραφέα. Βλ. αυτόγραφο.|| Τα ~α των δικαιολογητικών θα κατατεθούν στο ... Βλ. αντίγραφο, -γραφος. [< πβ. μεσν. πρωτόγραφος, αγγλ. protograph] | |
| 43393 | πρωτογράφω | πρω-το-γρά-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πρωτοέγρα-ψα & πρωτόγρα-ψα, πρωτογρά-φτηκε & -φηκε}: γράφω για πρώτη φορά: Το έργο ~φηκε το έτος … | |
| 43394 | πρωτοδιάκονος | πρω-το-διά-κο-νος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. αρχιδιάκονος. [< μτγν. πρωτοδιάκονος] | |
| 43395 | πρωτοδικείο | [πρωτοδικεῖο] πρω-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Π): ΝΟΜ. πρωτοβάθμιο δικαστήριο στο οποίο εκδικάζονται αστικές κυρ. υποθέσεις· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: διοικητικό/μονομελές/πολυμελές ~. ~ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ακρ. ΠΕΚ). Βλ. -δικείο, εφετείο. [< γερμ. Gericht erster Instanz] | |
| 43396 | πρωτοδίκης | πρω-το-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής Πρωτοδικείου. Βλ. -δίκης. | |
| 43397 | πρωτόδικος | , η, ο πρω-τό-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το πρωτοδικείο: ~η: απόφαση/δίκη/ποινή. ~ο: δικαστήριο. ● επίρρ.: πρωτοδίκως (λόγ.) & πρωτόδικα: Καταδικάστηκε ~ σε ... χρόνια φυλάκιση. [< γαλλ. en première instance] | |
| 43398 | πρωτοδιόριστος | , η, ο πρω-το-δι-ό-ρι-στος επίθ. & πρωτοδιοριζόμενος & πρωτοδιορισμένος (επίσ.): που διορίζεται ή έχει διοριστεί για πρώτη φορά, συνήθ. σε θέση του Δημοσίου: ~οι: εκπαιδευτικοί/υπάλληλοι.|| (ως ουσ.) Αποδοχές ~ου. Πβ. νεοδιόριστος. | |
| 43399 | πρωτοείσακτος | , η, ο πρω-το-εί-σα-κτος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που εισάγεται ή έχει εισαχθεί για πρώτη φορά: (ΝΟΜ.) ~η: υπόθεση. | |
| 43400 | πρωτοελλαδικός | , ή, ό πρω-το-ελ-λα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοελλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ό: νεκροταφείο. Βλ. μεσο-, υστερο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος: η πρώιμη χαλκοκρατία (περ. 3000-2000 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. Βλ. πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος. [< αγγλ. early Helladic, 20ός αι.] | |
| 43401 | πρωτοελληνικός | , ή, ό πρω-το-ελ-λη-νι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. πρώιμος ελληνικός: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ή: γλώσσα. ~ό: φύλο. | |
| 43402 | πρωτοεμφανίζομαι | πρω-το-εμ-φα-νί-ζο-μαι ρ. {πρωτοεμφανί-στηκε}: εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι για πρώτη φορά (κάπου): (για πρόσ.) ~στηκε στο θέατρο σε ηλικία ...|| Τα συμπτώματα της νόσου ~ονται μέσα σε τρεις μήνες. Η λέξη ... ~στηκε στην ελληνική γλώσσα τον 3ο μ.Χ. αι. | |
| 43403 | πρωτοεμφανιζόμενος | , η, ο πρω-το-εμ-φα-νι-ζό-με-νος επίθ.: που εμφανίζεται, παρουσιάζεται δημόσια για πρώτη φορά: ~ος: ηθοποιός/καλλιτέχνης/σκηνοθέτης/συγγραφέας. ~ο: συγκρότημα. Βλ. ρούκι. | |
| 43404 | πρωτοετής | , ής, ές βλ. -ετής, πρωτο- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ