| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43397 | πρωτόδικος | , η, ο πρω-τό-δι-κος επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το πρωτοδικείο: ~η: απόφαση/δίκη/ποινή. ~ο: δικαστήριο. ● επίρρ.: πρωτοδίκως (λόγ.) & πρωτόδικα: Καταδικάστηκε ~ σε ... χρόνια φυλάκιση. [< γαλλ. en première instance] | |
| 43398 | πρωτοδιόριστος | , η, ο πρω-το-δι-ό-ρι-στος επίθ. & πρωτοδιοριζόμενος & πρωτοδιορισμένος (επίσ.): που διορίζεται ή έχει διοριστεί για πρώτη φορά, συνήθ. σε θέση του Δημοσίου: ~οι: εκπαιδευτικοί/υπάλληλοι.|| (ως ουσ.) Αποδοχές ~ου. Πβ. νεοδιόριστος. | |
| 43399 | πρωτοείσακτος | , η, ο πρω-το-εί-σα-κτος επίθ. (σπάν.-λόγ.): που εισάγεται ή έχει εισαχθεί για πρώτη φορά: (ΝΟΜ.) ~η: υπόθεση. | |
| 43400 | πρωτοελλαδικός | , ή, ό πρω-το-ελ-λα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοελλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ό: νεκροταφείο. Βλ. μεσο-, υστερο-ελλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος: η πρώιμη χαλκοκρατία (περ. 3000-2000 π.Χ.) στην ηπειρωτική Ελλάδα. Βλ. πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος. [< αγγλ. early Helladic, 20ός αι.] | |
| 43401 | πρωτοελληνικός | , ή, ό πρω-το-ελ-λη-νι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. πρώιμος ελληνικός: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ή: γλώσσα. ~ό: φύλο. | |
| 43402 | πρωτοεμφανίζομαι | πρω-το-εμ-φα-νί-ζο-μαι ρ. {πρωτοεμφανί-στηκε}: εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι για πρώτη φορά (κάπου): (για πρόσ.) ~στηκε στο θέατρο σε ηλικία ...|| Τα συμπτώματα της νόσου ~ονται μέσα σε τρεις μήνες. Η λέξη ... ~στηκε στην ελληνική γλώσσα τον 3ο μ.Χ. αι. | |
| 43403 | πρωτοεμφανιζόμενος | , η, ο πρω-το-εμ-φα-νι-ζό-με-νος επίθ.: που εμφανίζεται, παρουσιάζεται δημόσια για πρώτη φορά: ~ος: ηθοποιός/καλλιτέχνης/σκηνοθέτης/συγγραφέας. ~ο: συγκρότημα. Βλ. ρούκι. | |
| 43404 | πρωτοετής | , ής, ές βλ. -ετής, πρωτο- | |
| 43405 | πρωτοευαγγέλιο | βλ. πρωτευαγγέλιο | |
| 43406 | πρωτόζωα | πρω-τό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πρωτόζωο}: ΒΙΟΛ. -ΖΩΟΛ. μονοκύτταροι ζωικοί οργανισμοί που ανήκουν στο βασίλειο των Πρωτίστων: μαστιγοφόρα/παρασιτικά ~. Βλ. σπορόζωα, ψευδοπόδια. ΑΝΤ. μετάζωα [< γαλλ. protozoaires, αγγλ. Protozoa] | |
| 43407 | πρωτοζωικός | , ή, ό πρω-το-ζω-ι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. -ΖΩΟΛ. που σχετίζεται με τα πρωτόζωα: ~ή: νόσος. ~ά: παράσιτα. [< αγγλ. protozoic] | |
| 43408 | πρωτόθρονος | , η/ος, ο πρω-τό-θρο-νος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που κατέχει τον πρώτο επισκοπικό θρόνο: ο ~ ιεράρχης της Ορθοδοξίας (= ο Οικουμενικός Πατριάρχης).|| Η ~η Εκκλησία. Το ~ο (= Οικουμενικό) Πατριαρχείο.|| Παναγία η ~η/(λόγ.)~ος. [< μτγν. πρωτόθρονος] | |
| 43409 | πρωτοθυγατέρα | πρω-το-θυ-γα-τέ-ρα ουσ. (θηλ.: πρωτότοκη κόρη, πρωτοκόρη. | |
| 43410 | πρωτοκαθεδρία | πρω-το-κα-θε-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η πρώτη, η σημαντικότερη θέση σε έναν χώρο ή τομέα: παγκόσμια/πολιτική ~. Αποκτά/διατηρεί/κατέχει/κρατά/παίρνει/χάνει την ~ (πβ. πρωτείο, σκήπτρο). Αμφισβητείται/αναγνωρίζεται/απειλείται η ~ των ... Του άφησε/παραχώρησε την ~. Διεκδικεί/έχει την ~ στον κλάδο των αερομεταφορών/στο πρωτάθλημα.|| ~ (= προτεραιότητα) στην οικονομία. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τιμητικό προβάδισμα κληρικού με βάση την αρχαιότητα ή τα πρεσβεία τιμής: Μητροπολίτης που κατατάσσεται δέκατος στην τάξη ~ας. [< μτγν. πρωτοκαθεδρία] | |
| 43411 | πρωτοκάνω | πρω-το-κά-νω ρ. (αμτβ.) {πρωτο-έκανα & πρωτόκα-να}: κάνω για πρώτη φορά, ξεκινώ να κάνω κάτι: μου ~νε εντύπωση. Όταν ~έκανα θέατρο, … | |
| 43412 | πρωτοκαπετάνιος | πρω-το-κα-πε-τά-νιος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. επικεφαλής οπλαρχηγών, αγωνιστών. | |
| 43413 | πρωτοκλασάτος | , η, ο [πρωτοκλασᾶτος] πρω-το-κλα-σά-τος επίθ. (προφ.): εξέχων, διαπρεπής, κορυφαίος: ~ος: παίκτης/υπουργός. ~η: ομάδα. ~α: ονόματα/στελέχη κόμματος. Βλ. -άτος, δευτερο-, τριτο-κλασάτος. [< γαλλ. de première classe] | |
| 43414 | πρωτοκλέφτης | πρω-το-κλέ-φτης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) επικεφαλής ομάδας κλεφτών. [< μεσν. πρωτοκλέφτης 'αρχηγός ληστών'] | |
| 43415 | πρωτόκλητος | , η, ο πρω-τό-κλη-τος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Απόστολου Ανδρέα, του πρώτου μαθητή του Χριστού. 2. (σπάν.) που κλήθηκε για πρώτη φορά ή συστάθηκε για την πρωτόδικη εκδίκαση υποθέσεων. || (παλαιότ.-ΝΟΜ.) ~α: δικαστήρια (βλ. πρωτοδικείο). [< μτγν. πρωτόκλητος] | |
| 43416 | πρωτόκλιτος | , η, ο πρω-τό-κλι-τος επίθ. {κυρ. στο ουδ. πληθ.}: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα) που κλίνεται σύμφωνα με την πρώτη κλίση της παραδοσιακής γραμματικής: (κ. ως ουσ.) Το ουσιαστικό "στρατιώτης" ανήκει στα ~α. Βλ. δευτερό-, τριτό-κλιτος. [< μεσν. πρωτόκλιτος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ