| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3447 | αναστρέφω | [ἀναστρέφω] α-να-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {ανέστρεψε, αναστράφηκε, ανεστραμμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) ανατρέπω κακή συνήθ. κατάσταση: Δεν μπόρεσαν να ~ψουν την αρνητική εικόνα/το δυσμενές κλίμα (πβ. ανατάσσω)/την καθοδική τάση (: ανακόψουν)/την πορεία των πραγμάτων. Πβ. αντιστρέφω. 2. στρέφω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση ή αναποδογυρίζω. ● Παθ.: αναστρέφομαι (σπάν.): συναναστρέφομαι (με) κάποιον. ● βλ. ανεστραμμένος [< αρχ. ἀναστρέφω, αγγλ. reverse, γαλλ. renverser] | |
| 3448 | αναστρέψιμος | , η, ο [ἀναστρέψιμος] α-να-στρέ-ψι-μος επίθ. 1. (συνήθ. με την άρνηση μη) που μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο: (μη) ~η: βλάβη/ζημιά. (Μη) ~ο: αποτέλεσμα/πρόβλημα. (Μη) ~ες: αλλοιώσεις/αναπηρίες/επιπτώσεις/συνέπειες. (σε δημοσκόπηση:) Η διαφορά των τριών μονάδων θεωρείται ~η. Η κρίση έχει φτάσει σε μη ~ο σημείο. Η πορεία της υγείας του είναι μη ~η (: θα επέλθει το μοιραίο). Πβ. ανατρέψιμος, αντι-στρεπτός, -στρέψιμος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της κατάστασης (ΑΝΤ. τελεσίδικο). 2. που μπορεί να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση ή να αναποδογυρίσει: ~ος: μοχλός. ● επίρρ.: αναστρέψιμα [< γαλλ. réversible] | |
| 3449 | αναστρεψιμότητα | [ἀναστρεψιμότητα] α-να-στρε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. μτφ.) η ιδιότητα του αναστρέψιμου: η μη ~ μιας πάθησης (βλ. ανίατος)/(ΦΥΣ.) του χρόνου (: δεν γυρίζει πίσω). Βλ. -ότητα. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αναστήλωση και συντήρηση) δυνατότητα επαναφοράς μνημείου ή έργου τέχνης στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την οποιαδήποτε επέμβαση που τυχόν έγινε σε αυτό: η αρχή της ~ας και του σεβασμού του αυθεντικού υλικού. Βλ. αποκατάσταση. [< γαλλ. réversibilité] | |
| 3450 | άναστρος | , η, ο [ἄναστρος] ά-να-στρος επίθ. (λογοτ.): χωρίς αστέρια: ~ος: ουρανός. ~η: νύχτα (= σκοτεινή). ΑΝΤ. έναστρος [< μτγν. ἄναστρος] | |
| 3451 | αναστροφέας | [ἀναστροφέας] α-να-στρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή, μηχανισμός που χρησιμοποιείται για την αλλαγή της φοράς κίνησης, της κατεύθυνσης (ηλεκτρικού ρεύματος, κινητήρα): τριφασικός ~. ~ τάσης. ~είς συχνότητας. Πβ. μειωτήρας, μετατροπέας. [< αγγλ. inverter, 1926, γαλλ. inverseur] | |
| 3452 | αναστροφή | [ἀναστροφή] α-να-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ανατροπή, αλλαγή, συνήθ. προς το καλύτερο: ~ κερδών/του κακού κλίματος/της πρώτης εντύπωσης/της πτωτικής πορείας. 2. αντιστροφή: ~ της ροής.|| (για τα αυτοκίνητα:) Απαγορεύεται η επιτόπια/επιτόπου ~. ~ γραμμάτων και αριθμών (βλ. δυσλεξία).|| ~ ρόλων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπλάγχνων (: αντιμετάθεση μεταξύ της δεξιάς και αριστερής πλευράς τους). 3. ΝΟΜ. ακύρωση: ~ της προεξόφλησης/πώλησης. ~ της σύμβασης (: υπαναχώρηση από τη σύμβαση, σε περίπτωση που το εκτελεσθέν έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα). 4. ΒΙΟΛ. ανωμαλία που παρατηρείται όταν ένα χρωμόσωμα σπάει σε δύο διαφορετικά σημεία, το ενδιάμεσο τμήμα αντιστρέφεται κατά 180 μοίρες και ενώνεται ξανά στο ίδιο χρωμόσωμα. 5. ΜΟΥΣ. αντικατάσταση σε διάφορες μουσικές φράσεις (διάστημα, συγχορδία, αντίστιξη) του χαμηλότερου τόνου από τον ψηλότερο και αντίστροφα. 6. ΓΛΩΣΣ. η αντιστροφή της συνηθισμένης σειράς των λέξεων φράσης ή ο αναβιβασμός του τόνου δισύλλαβης πρόθεσης, όταν τίθεται μετά τη λέξη στην οποία αναφέρεται. 7. (σπάν.-λόγ.) συναναστροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοκρασιακή αναστροφή & αναστροφή θερμοκρασίας· ΜΕΤΕΩΡ. φαινόμενο κατά το οποίο 1. η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας αυξάνεται με το ύψος αντί να μειώνεται. 2. στρώμα θερμού αέρα που βρίσκεται πάνω από ένα αντίστοιχο ψυχρό, κοντά στο έδαφος, εμποδίζει την κατακόρυφη ανύψωση και διασπορά των αέριων ρύπων. Πβ. αιθαλομίχλη, νέφος. [< αγγλ. temperature inversion, 1921] [< αρχ. ἀναστροφή, γαλλ. inversion, rétroversion, renversement] | |
| 3453 | ανάστροφος | , η, ο [ἀνάστροφος] α-νά-στρο-φος επίθ. (επιστ.) 1. αντίστροφος, αντίθετος: ~η: κίνηση/πορεία/ροή/τάση. ~ο: ρεύμα. 2. ανεστραμμένος, αναποδογυρισμένος: ~η: πυραμίδα. Βλ. -στροφος. ● Ουσ.: ανάστροφη (η): (προφ.) χαστούκι με τη ράχη του χεριού: Θα σου αστράψω/δώσω μια ~! ΣΥΝ. ανάποδη (2) ● επίρρ.: ανάστροφα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάστροφο ρήγμα: ΓΕΩΛ. που το τέμαχός του κινείται προς τα πάνω, εξαιτίας συμπιεστικών τάσεων. [< αγγλ. reverse fault] , αντίστροφη μηχανική βλ. αντίστροφος, αντίστροφος πίνακας βλ. αντίστροφος [< μτγν. ἀνάστροφος, γαλλ. inversé, renversé] | |
| 3454 | αναστυλώνω | βλ. αναστηλώνω | |
| 3455 | αναστύλωση | βλ. αναστήλωση | |
| 3456 | ανασυγκόλληση | [ἀνασυγκόλληση] α-να-συ-γκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου συγκόλληση: (ΙΑΤΡ.) χειρουργική ~ άκρων.|| (μτφ.) Προσπάθεια ~ης και συσπείρωσης των δυνάμεων. Πβ. επανένωση. | |
| 3457 | ανασυγκρότηση | [ἀνασυγκρότηση] α-να-συ-γκρό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυγκροτώ: οικονομική/παραγωγική/πολιτική ~. ~ του κόμματος/κράτους. ~ ενός κλάδου. Ευρωπαϊκός Οργανισμός ~ης. Πβ. αναδιάρθρωση, αναδιοργάνωση, αναδόμηση.|| ~ δυνάμεων/της μνήμης. Πβ. ανασύνταξη, ανασύσταση. [< γαλλ. reconstitution] | |
| 3458 | ανασυγκροτώ | [ἀνασυγκροτῶ] α-να-συ-γκρο-τώ ρ. (μτβ.) {ανασυγκροτ-είς ... | ανασυγκρότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): συγκροτώ εκ νέου: ~ήθηκε η επιτροπή/εταιρεία. Ο οργανισμός ~ησε τη δοµή και τη λειτουργία του (πβ. ανα-διαρθρώνω, -διοργανώνω). ~ησε την οικονομία (πβ. ανατάσσω). ~ημένη: κοινωνία.|| ~ούνται οι αντίπαλοί της (πβ. ανασυντάσσω). [< γαλλ. reconstruire] | |
| 3459 | ανασύνδεση | [ἀνασύνδεση] α-να-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.): επανένωση: ~ καλωδίων.|| (μτφ.) ~ με την παράδοση (πβ. αποκατάσταση). Πβ. επ~. | |
| 3460 | ανασυνδυάζω | [ἀνασυνδυάζω] α-να-συν-δυ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) ανασυνδύα-σε | -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΒΙΟΛ. λαμβάνω DNA από έναν οργανισμό και το εισάγω στο γενετικό υλικό ένος άλλου, με στόχο την εμφάνιση νέων ιδιοτήτων στον οργανισμό που προκύπτει: ~σμένος: ιός. ~σμένη: ορμόνη. Πβ. διασταυρώνω. 2. (επιστ.) συνδυάζω ξανά: Ο εγκέφαλος ανακαλεί εμπειρίες και τις ~ει. ● ΣΥΜΠΛ.: ανασυνδυασμένο DNA: ΒΙΟΧ. τεχνητό μόριο DNA, το οποίο προκύπτει από γενετικό ανασυνδυασμό. Βλ. γενετική μηχανική, πλασμίδιο. [< αγγλ. recombinant DNA, 1961] [< αγγλ. recombine] | |
| 3461 | ανασυνδυασμός | [ἀνασυνδυασμός] α-να-συν-δυ-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. ανταλλαγή γενετικού υλικού μεταξύ ομολόγων χρωμοσωμάτων, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό νέων γονιδιακών συνδυασμών, η οποία γίνεται κατά το στάδιο της μείωσης και καθιστά αδύνατη την περίπτωση απόλυτης ομοιότητας μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους: γενετικός/ομόλογος ~. ~ γονιδίων. Aντιγραφή, ~ και επιδιόρθωση/μεταλλάξεις του DNA (βλ. ανασυνδυασμένο DNA). Βλ. διασταύρωση, κλωνοποίηση, υβριδισμός. 2. (επιστ.) νέος συνδυασμός. [< αγγλ. recombination] | |
| 3462 | ανασύνθεση | [ἀνασύνθεση] α-να-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυνθέτω: ~ των γεγονότων. Πβ. ανα-βίωση, -σύσταση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ της μορφής μνημείου. Πβ. αποκατάσταση.|| (ΦΥΣ.) ~ του λευκού φωτός. Πβ. ανάλυση.|| ~ του διοικητικού συμβουλίου/της κυβέρνησης (= ανασχηματισμός). Πβ. αναδιάρθρωση, ανασυγκρότηση, επ~. [< γαλλ. recomposition] | |
| 3463 | ανασυνθέτω | [ἀνασυνθέτω] α-να-συν-θέ-τω ρ. (μτβ.) {ανασύνθε-σε (λόγ.) ανασυνέθεσε, ανασυν-τίθεται, -τέθηκε}: συνθέτω εκ νέου, κυρ. με την αξιοποίηση νέων στοιχείων ή τη δημιουργία καινούργιων συνδυασμών: Το τέμπλο ~τέθηκε από τα σωζόμενα μέλη του. Πβ. αποκαθιστώ.|| (μτφ.) ~τίθεται η ιστορία/το παρελθόν/το πορτρέτο του ποιητή (πβ. ανα-βιώνω, -συστήνω). Έκθεση που ~ει την ατμόσφαιρα μιας ξεχασμένης εποχής (πβ. ανα-δημιουργώ, -πλάθω).|| (μτφ.) Επιχειρούν να ~σουν τον εκπαιδευτικό χώρο. Πβ. ανασυγκροτώ, ανασχηματίζω. Βλ. επανιδρύω. [< γαλλ. recomposer] | |
| 3464 | ανασυνιστώ | [ἀνασυνιστῶ] α-να-συ-νι-στώ ρ. (μτβ.) {ανασυνιστ-ά ...| ανασυνέστη-σε, ανασυνιστ-άται, ανασυστά-θηκε, (λόγ. μτχ. ανασυσταθ-είς, -είσα, -έν), ανασυστημένος}: ανασυστήνω. | |
| 3465 | ανασύνταξη | [ἀνασύνταξη] α-να-σύ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυντάσσω: ~ δυνάμεων (πβ. ανασύνθεση, ανασύσταση)/της οικονομίας (πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση).|| ~ κειμένου/λημμάτων ενός λεξικού. Πβ. αναδιατύπωση, ξαναγράψιμο. Βλ. διασκευή, τροποποίηση. [< μτγν. ἀνασύνταξις ΄τροποποίηση πολεμικής εισφοράς'] | |
| 3466 | ανασυντάσσω | [ἀνασυντάσσω] α-να-συ-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {ανασυν-έταξα (προφ.) ανασύνταξα, ανασυντά-χθηκε, -γμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): συντάσσω εκ νέου: ~ τις δυνάμεις μου. ~εται το διοικητικό συμβούλιο (πβ. ανα-συνθέτω, -συνιστώ)/η δομή (ενός οργάνου. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -συγκροτώ).|| ~χθηκε (= αναδιατυπώθηκε) το κείμενο/η τροπολογία. Βλ. διασκευάζω, τροποποιώ. [< αρχ. ανασυντάσσω 'ορίζω ξανά πολεμικό φόρο'] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ