| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3436 | αναστηλωτής | [ἀναστηλωτής] α-να-στη-λω-τής ουσ. (αρσ.) , (σπάν. θηλ.) αναστηλώτρια: πρόσωπο που λαμβάνει μέρος σε αναστήλωση ή την εποπτεύει: αρχιτέκτονας-~. ~ κτιρίων.|| (μτφ.) ~ ενός ιδεώδους. [< γαλλ. restaurateur] | |
| 3437 | αναστηλωτικός | , ή, ό [ἀναστηλωτικός] α-να-στη-λω-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με την αναστήλωση: ~ή: δαπάνη/μέθοδος/μελέτη. ~ό: εργοτάξιο/πρόγραμμα. ~ές: επεµβάσεις. Τα ~ά έργα της Ακρόπολης. [< γαλλ. restaurateur] | |
| 3438 | ανάστημα | [ἀνάστημα] α-νά-στη-μα ουσ. (ουδ.) {αναστήμ-ατος | σπανιότ. -ατα} 1. ύψος του ανθρώπου: γιγαντιαίο/κανονικό/κοντό/πελώριο/χαμηλό/ψηλό ~. Μετρίου ~ατος. Πβ. μπόι.|| Περήφανο ~ (= κορμοστασιά, παράστημα). 2. (μτφ.) αξία, ικανότητες· (συνεκδ., κυρ. στον πληθ.) προσωπικότητες, φυσιογνωμίες: άτομο με επιστημονικό/παγκόσμιο/πνευματικό ~ (= κύρος). Προσωπικότητες του ~ατος (= του επιπέδου, της κλάσης) ενός ...|| Τα μεγάλα πολιτικά ~ατα ενός τόπου. ● ΣΥΜΠΛ.: ηθικό ανάστημα (μτφ.): ηθική ανωτερότητα, ψυχικό μεγαλείο: Δεν διαθέτει/δεν έχει το ~ ~ να μας ψέγει. Πβ. ακεραι-, εντιμ-ότητα, ήθος. ● ΦΡ.: σηκώνει/υψώνει ανάστημα (μτφ.-προφ.): συμπεριφέρεται με αλαζονεία ή υπέρμετρη αυτοπεποίθηση, σε αντίθεση με το παρελθόν. Πβ. σηκώνει (τη) μύτη., υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου & ανορθώνω/δείχνω το ανάστημά μου (μτφ.): προβάλλω αντίσταση, αντιστέκομαι: Ο λαός ~σε ~ του (απέναντι/ενάντια) στους εισβολείς. Πβ. αντιτάσσομαι, εναντιώνομαι. [< 1: μτγν. ἀνάστημα, γαλλ. stature] | |
| 3439 | αναστημόμετρο | [ἀναστημόμετρο] α-να-στη-μό-με-τρο ουσ. (ουδ.): όργανο (αριθμημένος κανόνας ή ταινία) μέτρησης του σωματικού ύψους: επιτοίχιο/ηλεκτρονικό ~. Βλ. -μετρο. | |
| 3440 | αναστολέας | [ἀναστολέας] α-να-στο-λέ-ας ουσ. (αρσ.) {αναστολ-είς, -έων} 1. ΒΙΟΧ. {συνήθ. στον πληθ.} ουσία που αναστέλλει βιολογική δραστηριότητα: εκλεκτικός/ισχυρός/συναγωνιστικός ~. ~είς των διαύλων ασβεστίου (: επιβραδύνουν τον ρυθμό με τον οποίο το ασβέστιο εισέρχεται στα σωματικά κύτταρα). ~ πρωτεάσης (: κατά της ηπατίτιδας C ή του ιού HIV). Β-~είς (: φάρμακα που επιβραδύνουν τον καρδιακό ρυθμό και μειώνουν την αρτηριακή πίεση). Αδρενεργικοί ~είς (ΑΝΤ. διεγέρτες). Βλ. καταστολέας. ΣΥΝ. ανασταλτές, ανασταλτικά (τα) 2. ΧΗΜ. χημική ουσία που χρησιμοποιείται ως παρεμποδιστικό, κυρ. αντιδιαβρωτικό ή αντιψυκτικό μέσο. Πβ. παρεμποδιστής. 3. ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα που εμποδίζει ανεπιθύμητη κίνηση, λειτουργία, κατάσταση. Βλ. γκρόβερ. [< γαλλ. inhibiteur, αγγλ. inhibitor, 1902, blocker, beta-blocker, 1965] | |
| 3442 | αναστόμωση | [ἀναστόμωση] α-να-στό-μω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. χειρουργική, τραυματική ή παθολογική σύνδεση μεταξύ δύο κοίλων οργάνων (αγγείων, συνδέσμων, νεύρων): ~ ηπατικού πόρου/της κύστεως με την ουρήθρα/των εντέρων. Ρήξη/στένωση της ~ης. 2. (λόγ.) άνοιγμα τρύπας. [< μτγν. ἀναστόμωσις 'στόμιο', γαλλ. anastomose, αγγλ. anastomosis] | |
| 3443 | αναστομωτικός | , ή, ό [ἀναστομωτικός] α-να-στο-μω-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την αναστόμωση: ~ές: στενώσεις. [< μτγν. ἀναστομωτικός 'που προκαλεί εκροή υγρών', γαλλ. anastomotique, αγγλ. anastomotic] | |
| 3444 | αναστοχάζομαι | [ἀναστοχάζομαι] α-να-στο-χά-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {συνηθέστ. στο γ' πρόσ. ενεστ.} (λόγ.): συλλογίζομαι βαθιά και συνήθ. εκ νέου, κυρ. προσωπικές εμπειρίες, μνήμες: ~ονται τις πράξεις τους. Πβ. ενδοσκοπώ, σκέφτομαι. [< γαλλ. réfléchir] | |
| 3445 | αναστοχασμός | [ἀναστοχασμός] α-να-στο-χα-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αναστοχάζομαι: δημιουργικός/κριτικός ~. ~ της διδασκαλίας. Συζήτηση και ~ πάνω σε/σχετικά με/για κάτι. Πβ. ενδοσκόπηση, συλλογισμός. [< γαλλ. réflexion] | |
| 3446 | αναστοχαστικός | , ή, ό [ἀναστοχαστικός] α-να-στο-χα-στι-κός επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που σχετίζεται με τον αναστοχασμό: ~ή: διάθεση/θεώρηση/ικανότητα/σκέψη. Κριτική ~ή ανάλυση (βλ. αυτοπαρατήρηση). Συζήτηση με ~ό χαρακτήρα. Πβ. ενδοσκοπ-, συλλογιστ-ικός. ● επίρρ.: αναστοχαστικά [< γαλλ. réflectif] | |
| 3447 | αναστρέφω | [ἀναστρέφω] α-να-στρέ-φω ρ. (μτβ.) {ανέστρεψε, αναστράφηκε, ανεστραμμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) ανατρέπω κακή συνήθ. κατάσταση: Δεν μπόρεσαν να ~ψουν την αρνητική εικόνα/το δυσμενές κλίμα (πβ. ανατάσσω)/την καθοδική τάση (: ανακόψουν)/την πορεία των πραγμάτων. Πβ. αντιστρέφω. 2. στρέφω κάτι προς την αντίθετη κατεύθυνση ή αναποδογυρίζω. ● Παθ.: αναστρέφομαι (σπάν.): συναναστρέφομαι (με) κάποιον. ● βλ. ανεστραμμένος [< αρχ. ἀναστρέφω, αγγλ. reverse, γαλλ. renverser] | |
| 3448 | αναστρέψιμος | , η, ο [ἀναστρέψιμος] α-να-στρέ-ψι-μος επίθ. 1. (συνήθ. με την άρνηση μη) που μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο: (μη) ~η: βλάβη/ζημιά. (Μη) ~ο: αποτέλεσμα/πρόβλημα. (Μη) ~ες: αλλοιώσεις/αναπηρίες/επιπτώσεις/συνέπειες. (σε δημοσκόπηση:) Η διαφορά των τριών μονάδων θεωρείται ~η. Η κρίση έχει φτάσει σε μη ~ο σημείο. Η πορεία της υγείας του είναι μη ~η (: θα επέλθει το μοιραίο). Πβ. ανατρέψιμος, αντι-στρεπτός, -στρέψιμος.|| (ως ουσ.-λόγ.) Το ~ο της κατάστασης (ΑΝΤ. τελεσίδικο). 2. που μπορεί να στραφεί προς την αντίθετη κατεύθυνση ή να αναποδογυρίσει: ~ος: μοχλός. ● επίρρ.: αναστρέψιμα [< γαλλ. réversible] | |
| 3449 | αναστρεψιμότητα | [ἀναστρεψιμότητα] α-να-στρε-ψι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (συνήθ. μτφ.) η ιδιότητα του αναστρέψιμου: η μη ~ μιας πάθησης (βλ. ανίατος)/(ΦΥΣ.) του χρόνου (: δεν γυρίζει πίσω). Βλ. -ότητα. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. (στην αναστήλωση και συντήρηση) δυνατότητα επαναφοράς μνημείου ή έργου τέχνης στην κατάσταση που βρισκόταν πριν από την οποιαδήποτε επέμβαση που τυχόν έγινε σε αυτό: η αρχή της ~ας και του σεβασμού του αυθεντικού υλικού. Βλ. αποκατάσταση. [< γαλλ. réversibilité] | |
| 3450 | άναστρος | , η, ο [ἄναστρος] ά-να-στρος επίθ. (λογοτ.): χωρίς αστέρια: ~ος: ουρανός. ~η: νύχτα (= σκοτεινή). ΑΝΤ. έναστρος [< μτγν. ἄναστρος] | |
| 3451 | αναστροφέας | [ἀναστροφέας] α-να-στρο-φέ-ας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή, μηχανισμός που χρησιμοποιείται για την αλλαγή της φοράς κίνησης, της κατεύθυνσης (ηλεκτρικού ρεύματος, κινητήρα): τριφασικός ~. ~ τάσης. ~είς συχνότητας. Πβ. μειωτήρας, μετατροπέας. [< αγγλ. inverter, 1926, γαλλ. inverseur] | |
| 3452 | αναστροφή | [ἀναστροφή] α-να-στρο-φή ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) ανατροπή, αλλαγή, συνήθ. προς το καλύτερο: ~ κερδών/του κακού κλίματος/της πρώτης εντύπωσης/της πτωτικής πορείας. 2. αντιστροφή: ~ της ροής.|| (για τα αυτοκίνητα:) Απαγορεύεται η επιτόπια/επιτόπου ~. ~ γραμμάτων και αριθμών (βλ. δυσλεξία).|| ~ ρόλων.|| (ΙΑΤΡ.) ~ σπλάγχνων (: αντιμετάθεση μεταξύ της δεξιάς και αριστερής πλευράς τους). 3. ΝΟΜ. ακύρωση: ~ της προεξόφλησης/πώλησης. ~ της σύμβασης (: υπαναχώρηση από τη σύμβαση, σε περίπτωση που το εκτελεσθέν έργο έχει ουσιώδη ελαττώματα). 4. ΒΙΟΛ. ανωμαλία που παρατηρείται όταν ένα χρωμόσωμα σπάει σε δύο διαφορετικά σημεία, το ενδιάμεσο τμήμα αντιστρέφεται κατά 180 μοίρες και ενώνεται ξανά στο ίδιο χρωμόσωμα. 5. ΜΟΥΣ. αντικατάσταση σε διάφορες μουσικές φράσεις (διάστημα, συγχορδία, αντίστιξη) του χαμηλότερου τόνου από τον ψηλότερο και αντίστροφα. 6. ΓΛΩΣΣ. η αντιστροφή της συνηθισμένης σειράς των λέξεων φράσης ή ο αναβιβασμός του τόνου δισύλλαβης πρόθεσης, όταν τίθεται μετά τη λέξη στην οποία αναφέρεται. 7. (σπάν.-λόγ.) συναναστροφή. ● ΣΥΜΠΛ.: θερμοκρασιακή αναστροφή & αναστροφή θερμοκρασίας· ΜΕΤΕΩΡ. φαινόμενο κατά το οποίο 1. η θερμοκρασία της ατμόσφαιρας αυξάνεται με το ύψος αντί να μειώνεται. 2. στρώμα θερμού αέρα που βρίσκεται πάνω από ένα αντίστοιχο ψυχρό, κοντά στο έδαφος, εμποδίζει την κατακόρυφη ανύψωση και διασπορά των αέριων ρύπων. Πβ. αιθαλομίχλη, νέφος. [< αγγλ. temperature inversion, 1921] [< αρχ. ἀναστροφή, γαλλ. inversion, rétroversion, renversement] | |
| 3453 | ανάστροφος | , η, ο [ἀνάστροφος] α-νά-στρο-φος επίθ. (επιστ.) 1. αντίστροφος, αντίθετος: ~η: κίνηση/πορεία/ροή/τάση. ~ο: ρεύμα. 2. ανεστραμμένος, αναποδογυρισμένος: ~η: πυραμίδα. Βλ. -στροφος. ● Ουσ.: ανάστροφη (η): (προφ.) χαστούκι με τη ράχη του χεριού: Θα σου αστράψω/δώσω μια ~! ΣΥΝ. ανάποδη (2) ● επίρρ.: ανάστροφα ● ΣΥΜΠΛ.: ανάστροφο ρήγμα: ΓΕΩΛ. που το τέμαχός του κινείται προς τα πάνω, εξαιτίας συμπιεστικών τάσεων. [< αγγλ. reverse fault] , αντίστροφη μηχανική βλ. αντίστροφος, αντίστροφος πίνακας βλ. αντίστροφος [< μτγν. ἀνάστροφος, γαλλ. inversé, renversé] | |
| 3454 | αναστυλώνω | βλ. αναστηλώνω | |
| 3455 | αναστύλωση | βλ. αναστήλωση | |
| 3456 | ανασυγκόλληση | [ἀνασυγκόλληση] α-να-συ-γκόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): εκ νέου συγκόλληση: (ΙΑΤΡ.) χειρουργική ~ άκρων.|| (μτφ.) Προσπάθεια ~ης και συσπείρωσης των δυνάμεων. Πβ. επανένωση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ