Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [43980-44000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43405πρωτοευαγγέλιοβλ. πρωτευαγγέλιο
43406πρωτόζωαπρω-τό-ζω-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. πρωτόζωο}: ΒΙΟΛ. -ΖΩΟΛ. μονοκύτταροι ζωικοί οργανισμοί που ανήκουν στο βασίλειο των Πρωτίστων: μαστιγοφόρα/παρασιτικά ~. Βλ. σπορόζωα, ψευδοπόδια. ΑΝΤ. μετάζωα [< γαλλ. protozoaires, αγγλ. Protozoa]
43407πρωτοζωικός, ή, ό πρω-το-ζω-ι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. -ΖΩΟΛ. που σχετίζεται με τα πρωτόζωα: ~ή: νόσος. ~ά: παράσιτα. [< αγγλ. protozoic]
43408πρωτόθρονος, η/ος, ο πρω-τό-θρο-νος επίθ.: ΕΚΚΛΗΣ. που κατέχει τον πρώτο επισκοπικό θρόνο: ο ~ ιεράρχης της Ορθοδοξίας (= ο Οικουμενικός Πατριάρχης).|| Η ~η Εκκλησία. Το ~ο (= Οικουμενικό) Πατριαρχείο.|| Παναγία η ~η/(λόγ.)~ος. [< μτγν. πρωτόθρονος]
43409πρωτοθυγατέραπρω-το-θυ-γα-τέ-ρα ουσ. (θηλ.: πρωτότοκη κόρη, πρωτοκόρη.
43410πρωτοκαθεδρίαπρω-το-κα-θε-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) η πρώτη, η σημαντικότερη θέση σε έναν χώρο ή τομέα: παγκόσμια/πολιτική ~. Αποκτά/διατηρεί/κατέχει/κρατά/παίρνει/χάνει την ~ (πβ. πρωτείο, σκήπτρο). Αμφισβητείται/αναγνωρίζεται/απειλείται η ~ των ... Του άφησε/παραχώρησε την ~. Διεκδικεί/έχει την ~ στον κλάδο των αερομεταφορών/στο πρωτάθλημα.|| ~ (= προτεραιότητα) στην οικονομία. 2. ΕΚΚΛΗΣ. τιμητικό προβάδισμα κληρικού με βάση την αρχαιότητα ή τα πρεσβεία τιμής: Μητροπολίτης που κατατάσσεται δέκατος στην τάξη ~ας. [< μτγν. πρωτοκαθεδρία]
43411πρωτοκάνωπρω-το-κά-νω ρ. (αμτβ.) {πρωτο-έκανα & πρωτόκα-να}: κάνω για πρώτη φορά, ξεκινώ να κάνω κάτι: μου ~νε εντύπωση. Όταν ~έκανα θέατρο, …
43412πρωτοκαπετάνιοςπρω-το-κα-πε-τά-νιος ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. επικεφαλής οπλαρχηγών, αγωνιστών.
43413πρωτοκλασάτος, η, ο [πρωτοκλασᾶτος] πρω-το-κλα-σά-τος επίθ. (προφ.): εξέχων, διαπρεπής, κορυφαίος: ~ος: παίκτης/υπουργός. ~η: ομάδα. ~α: ονόματα/στελέχη κόμματος. Βλ. -άτος, δευτερο-, τριτο-κλασάτος. [< γαλλ. de première classe]
43414πρωτοκλέφτηςπρω-το-κλέ-φτης ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) επικεφαλής ομάδας κλεφτών. [< μεσν. πρωτοκλέφτης 'αρχηγός ληστών']
43415πρωτόκλητος, η, ο πρω-τό-κλη-τος επίθ. 1. ΕΚΚΛΗΣ. προσωνυμία του Απόστολου Ανδρέα, του πρώτου μαθητή του Χριστού. 2. (σπάν.) που κλήθηκε για πρώτη φορά ή συστάθηκε για την πρωτόδικη εκδίκαση υποθέσεων. || (παλαιότ.-ΝΟΜ.) ~α: δικαστήρια (βλ. πρωτοδικείο). [< μτγν. πρωτόκλητος]
43416πρωτόκλιτος, η, ο πρω-τό-κλι-τος επίθ. {κυρ. στο ουδ. πληθ.}: ΓΡΑΜΜ. (για όνομα) που κλίνεται σύμφωνα με την πρώτη κλίση της παραδοσιακής γραμματικής: (κ. ως ουσ.) Το ουσιαστικό "στρατιώτης" ανήκει στα ~α. Βλ. δευτερό-, τριτό-κλιτος. [< μεσν. πρωτόκλιτος]
43417πρωτοκόλλησηπρω-το-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. εγγραφή, καταχώριση στο πρωτόκολλο: ~ αίτησης/εγγράφου. Ημερομηνία ~ης.
43418πρωτοκολλητήςπρω-το-κολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): υπάλληλος υπεύθυνος για την πρωτοκόλληση εγγράφων.
43419πρωτόκολλοπρω-τό-κολ-λο ουσ. (ουδ.) {πρωτοκόλλ-ου} 1. ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. επίσημο βιβλίο δημόσιας υπηρεσίας στο οποίο καταχωρείται κάθε εισερχόμενο ή εξερχόμενο έγγραφο με αύξοντα αριθμό και ημερομηνία παραλαβής ή αποστολής· συνεκδ. το τμήμα που είναι υπεύθυνο για αυτό και το γραφείο στο οποίο στεγάζεται· ειδικότ. έγγραφο με το οποίο βεβαιώνεται επισήμως διοικητική πράξη: ηλεκτρονικό ~. ~ αλληλογραφίας.|| (με κεφαλ. Π) Τμήμα Διοικητικής Μέριμνας και ~ου. Εργάζεται στο ~.|| ~ παράδοσης-παραλαβής (: που συντάσσεται κατά την παράδοση υπηρεσίας από τον υπάλληλο που αποχωρεί στον νέο υπάλληλο). 2. διεθνής συμφωνία που προστίθεται σε συνθήκη ή σύμβαση: βιομηχανικό/πρόσθετο/χρηματοδοτικό ~. ~ συνεργασίας. Προαιρετικό ~ στη Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού. Το ~ επικυρώθηκε από την ολομέλεια της Βουλής. Το ~ τέθηκε σε ισχύ. Κοινό ~ υπέγραψαν οι επικεφαλής των δύο αντιπροσωπειών. Οι υποχρεώσεις της χώρας, όπως προκύπτουν από το ~. 3. το σύνολο των κανονισμών που ρυθμίζουν τις διπλωματικές σχέσεις των κρατών και κατ' επέκτ. κανόνες εθιμοτυπίας: Καταργώ/παραβιάζω/τηρώ το ~. Στρώθηκε κόκκινο χαλί, όπως ορίζει το ~. 4. σύνολο τυποποιημένων οδηγιών και κανόνων που έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για την εκτέλεση συγκεκριμένης λειτουργίας ή διδικασίας: (ΙΑΤΡ.) θεραπευτικό/κλινικό/υγειονομικό ~. 5. ΠΛΗΡΟΦ. οι κανόνες που διέπουν τη μετάδοση δεδομένων ή την εκτέλεση άλλων λειτουργιών σε ένα δίκτυο υπολογιστών ή σε άλλο σύστημα επικοινωνίας: ~ HTTP. ~ του διαδικτύου/μεταφοράς/σύνδεσης. ~α δρομολόγησης/ψηφιακής επικοινωνίας. Ευέλικτο ~ πολλαπλής πρόσβασης. ● ΣΥΜΠΛ.: αριθμός πρωτοκόλλου: ΓΡΑΦΕΙΟΚΡ. ο αύξων αριθμός με τον οποίο καταχωρείται έγγραφο στο επίσημο βιβλίο δημόσιας υπηρεσίας: ~ ~ απόφασης/πιστοποιητικού. ~ ~ δήμου/νομαρχίας/φορέα. Αναγράφεται/δίνεται/συμπληρώνεται ~ ~. Η αίτηση δεν έφερε ~ό ~. Η συμβολαιογραφική πράξη κατατέθηκε στο υπουργείο με ~ό ~ ... (ακρ. ΑΠ). [< μτγν. πρωτόκολλον ‘το πρώτο τμήμα παπυρικού κυλίνδρου’ 2,3: γαλλ. protocole 5: αγγλ. protocol, 1966]
43420πρωτοκολλώ[πρωτοκολλῶ] πρω-το-κολ-λώ ρ. (μτβ.) {πρωτοκολλ-ά κ. -εί ... | πρωτοκόλλ-ησε, -άται κ. -είται, -ήθηκε, -ημένος}: καταχωρώ έγγραφο στο πρωτόκολλο: Αίτηση που ~είται από την αρμόδια υπηρεσία. Η επιστολή ~ήθηκε με αριθμό ... [< γαλλ. enregistrer, γερμ. protokollieren]
43421πρωτοκόρηπρω-το-κό-ρη ουσ. (θηλ.): πρωτότοκη κόρη, πρώτη κόρη. Πβ. κανακαρά. ΣΥΝ. πρωτοθυγατέρα
43422πρωτοκυκλαδικός, ή, ό πρω-το-κυ-κλα-δι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με την πρωτοκυκλαδική εποχή: ~ός: οικισμός/πολιτισμός. ~ά: αγγεία. Βλ. μεσο-, υστερο-κυκλαδικός. ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοκυκλαδική εποχή/περίοδος: η πρώιμη χαλκοκρατία (περ. 3200-2000 π.Χ.) στις Κυκλάδες. Βλ. πρωτοελλαδική εποχή/περίοδος.
43423πρωτόλειοπρω-τό-λει-ο ουσ. (ουδ.) {πρωτολεί-ου} (λόγ.): το πρώτο πνευματικό έργο ενός δημιουργού, συνήθ. λογοτεχνικό, το οποίο παρουσιάζει κατά κανόνα ατέλειες και ελλείψεις. [< αρχ. τά πρωτόλεια 'οι πρώτοι καρποί']
43424πρωτόλειος, α, ο πρω-τό-λει-ος επίθ.: που είναι σε πρώιμο στάδιο και συνήθ. έχει ελλείψεις, ατέλειες: ~α: προσπάθεια. ~ο: έργο. ~α: ποιήματα. Ιδέα που βρίσκεται σε ~α (= αρχική) μορφή. [< μτγν. πρωτόλειος, αρχική σημ. ‘τα πρώτα λάφυρα’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.