Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44000-44020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43437πρωτοξείδιοπρω-το-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υποξείδιο: ~ του αζώτου. [< αγγλ. protoxide, γαλλ. protoxyde]
43438πρωτοπαθής, ής, ές πρω-το-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εκδηλώνεται σε πρώτη φάση, που δεν αποτελεί σύμπτωμα ή συνέχεια προηγούμενης: ~ής: καρκίνος/όγκος. ~ής: αμηνόρροια (: μη έναρξη της εμμηνόρροιας κατά την εφηβεία)/ανοσοανεπάρκεια. ~ές: γλαύκωμα/λέμφωμα. Διαταραχή που μπορεί να είναι ~ ή επίκτητη. Πβ. πρωτογενής. Βλ. δευτερο-, τριτο-παθής. ● επίρρ.: πρωτοπαθώς [-ῶς] [< μεσν. πρωτοπαθής, αγγλ. primary]
43439πρωτοπαλίκαροπρω-το-πα-λί-κα-ρο ουσ. (ουδ.) & πρωτοπαλλήκαρο 1. (μτφ.-συχνά ειρων.-αρνητ. συνυπόδ.) πρόσωπο που παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποια δραστηριότητα: τα ~α του κόμματος. 2. ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) υπαρχηγός σε ομάδα πολεμιστών, κυρ. κλεφτών. [< μεσν. πρωτοπαλλήκαρο(ν)]
43440πρωτόπειρος, η, ο πρω-τό-πει-ρος επίθ.: που δεν διαθέτει ακόμη πείρα, που δοκιμάζει κάτι για πρώτη φορά: ~ος: χρήστης (του διαδικτύου). ~η: ομάδα. Πβ. άπειρος2, αρχάριος, πρωτάρης. ΑΝΤ. έμπειρος, πολύπειρος [< μτγν. πρωτόπειρος]
43441πρωτόπλασμαπρω-τό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. σύνθετη, παχύρρευστη, ημιδιαφανής ουσία από την οποία αποτελείται κάθε ζωντανό (φυτικό ή ζωικό) κύτταρο. Βλ. -πλασμα. [< μεσν. πρωτόπλασμα (για τον Αδάμ), γερμ. Protoplasma, αγγλ.-γαλλ. protoplasme]
43442πρωτοπλασματικός, ή, ό πρω-το-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το πρωτόπλασμα: ~ή: μάζα/μεμβράνη. [< γαλλ. protoplasmique, αγγλ. protoplasm(at)ic]
43443πρωτοπλάστηςπρω-το-πλά-στης ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. το τμήμα φυτικού ή βακτηριακού κυττάρου που απομένει μετά την αφαίρεση του κυτταρικού τοιχώματος και γενικότ. το σύνολο των ζωντανών συστατικών του κυττάρου (πυρήνας και κυτταρόπλασμα). [< μτγν. πρωτοπλάστης 'ο Θεός ως δημιουργός του ανθρώπου', γερμ. Protoplast, γαλλ. protoplaste, 1904, αγγλ. protoplast]
43444πρωτόπλαστοιπρω-τό-πλα-στοι ουσ. (αρσ.) (οι) {πρωτοπλάστ-ων} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΘΡΗΣΚ. (στην ΠΔ) ο Αδάμ και η Εύα, οι πρώτοι άνθρωποι που πλάστηκαν από τον Θεό: η πτώση των ~ων (από τον Παράδεισο). [< μτγν. πρωτόπλαστοι]
43445πρωτοπορίαπρω-το-πο-ρί-α ουσ. (θηλ.) 1. κάθε ιδέα, κίνημα, μέθοδος που έρχεται σε ρήξη με το παρελθόν ή με παγιωμένες απόψεις και τεχνικές· συνεκδ. το σύνολο των ανθρώπων που καινοτομούν, πρωτοστατούν σε προοδευτική και συνήθ. πνευματική κίνηση: επαναστατική/επιστημονική/καλλιτεχνική/παγκόσμια/πολιτική/τεχνολογική ~. Η ~ του αγώνα/της μουσικής/της τέχνης. Ανήκει/βρίσκεται στην ~ των εξελίξεων.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Η ρωσική ~. ΣΥΝ. αβάν-γκαρντ & αβανγκάρντ, εμπροσθοφυλακή (2) 2. το να πορεύεται ή να βρίσκεται κάποιος μπροστά από τους άλλους και συνεκδ. η πρώτη θέση, προτεραιότητα: Παίρνει/χάνει την ~. Η ομάδα διατήρησε με νίκη την ~ της. Η εταιρεία διεκδικεί την ~ στον κλάδο/τομέα της ... Πβ. προβάδισμα. [< μτγν. πρωτοπορεία ‘εμπροσθοφυλακή’, γαλλ. avant-garde]
43446πρωτοποριακός, ή, ό πρω-το-πο-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πρωτοπορία· καινοτόμος, προοδευτικός: ~ός: πολυχώρος/ρόλος/σχεδιασμός (προϊόντος). ~ή: ανακάλυψη/δράση/έρευνα/εφεύρεση/θεραπεία (βλ. εναλλακτικός)/θέση/ιδέα (πβ. επαναστατ-, ριζοσπαστ-ικός)/λύση/μέθοδος/μουσική/σκέψη/συσκευή/τεχνολογία. ~ό: έργο/λογισμικό/πρόγραμμα (ανακύκλωσης)/σύστημα (ασφαλείας). ~ές: υπηρεσίες (ονλάιν). ~ά: κινήματα.|| (για πρόσ.) ~ός: καλλιτέχνης. Πβ. προχωρημένος, προωθημένος, πρωτοπόρος, πρωτότυπος. ● επίρρ.: πρωτοποριακά [< γαλλ. avant-gardiste, 1918]
43447πρωτοπόρος, α/ος, ο πρω-το-πό-ρος επίθ. 1. που εισάγει ή υιοθετεί καινούργιες, προοδευτικές ιδέες ή ανοίγει νέους δρόμους σε κάποιον τομέα, συνήθ. πνευματικό, επιστημονικό ή καλλιτεχνικό· πρωτοποριακός: ~ος: διανοούμενος. ~α/ος: δράση/εταιρεία/τεχνολογία. ~ο: έργο (= ρηξικέλευθο). ~ες: λύσεις (= ριζοσπαστικές)/υπηρεσίες. Πβ. καινοτόμος.|| (ως ουσ.) Οι ~οι της ιατρικής/της τέχνης. 2. που προπορεύεται (σε ένα άθλημα) ή γενικότ. που πρωτοστατεί: ~ της σούπερ λίγκας. Οι ~ες ομάδες της βαθμολογίας.|| ~ στους αγώνες για ... Πβ. μπροστάρης, πρωτεργάτης, σκαπανέας. [< πβ. μτγν. πρωτοπόρος 'που κάνει το πρώτο του ταξίδι', γαλλ. pionnier]
43448πρωτοπορώ[πρωτοπορῶ] πρω-το-πο-ρώ ρ. (αμτβ.) {πρωτοπορ-εί ... | πρωτοπόρ-ησε, -ώντας} (λόγ.): είμαι πρωτοπόρος: Η εταιρεία ~εί (= προηγείται) στον τομέα της ιατρικής τεχνολογίας. Πβ. καινοτομώ, πρωτοστατώ.
43449πρωτοπρεσβύτεροςπρω-το-πρε-σβύ-τε-ρος ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. τιμητικός τίτλος που αποδίδεται σε έγγαμο ιερέα: ~ του οικουμενικού θρόνου/πατριαρχείου. Πβ. πρωθιερέας. [< μτγν. πρωτοπρεσβύτερος]
43450πρωτοπρόσωπος, η, ο πρω-το-πρό-σω-πος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που αναφέρεται ή γίνεται στο πρώτο πρόσωπο: (ΛΟΓΟΤ.) ~η: αφήγηση. Βλ. -πρόσωπος, τριτοπρόσωπος. [< μεσν. πρωτοπρόσωπος]
43451πρώτος, η, ο [πρῶτος] πρώ-τος αριθμητ. τακτ. (σύμβ. 1ος, Α' ή α', Ι) 1. που γίνεται, συμβαίνει, εμφανίζεται πριν από όλους τους άλλους: ~ος: αγώνας/γάμος/γύρος/δίσκος (συγκροτήματος)/μήνας (του χρόνου)/τόμος/ύπνος (= το αρχικό στάδιο)/χορός. ~η: αντίδραση/απόπειρα/άφιξη (πλοίου)/έκδοση/εκδοχή/επαφή/εργασία/νίκη/παράσταση/προσπάθεια/τιμή (= αρχική). ~ο: αεροπλάνο/ημίχρονο/ραντεβού/σχέδιο (βλ. προσχέδιο)/φιλί. ~α: άνθη. Ο ~ παγκόσμιος πόλεμος. Η ~η μέρα της εβδομάδας (= η Κυριακή)/του έτους (= πρωτοχρονιά)/του μήνα (= πρωτομηνιά). Κέρδισε την ~η παρτίδα. Ολοκληρώθηκε η ~η φάση του έργου. Η ~η νύχτα του γάμου. Απέκτησαν το ~ο τους παιδί. Το ~ο λεπτό της ώρας/τέταρτο της Σελήνης/φως της ημέρας (πβ. λυκαυγές). Περιμένω το ~ο λεωφορείο/τρένο. Είναι στο ~ο έτος της Ιατρικής. Η αμεσότητα της ~ης εντύπωσης. Οι ~οι έρωτες της εφηβείας. Τα ~α χρόνια της ζωής/των σπουδών του. Τα ~α τεύχη του περιοδικού. ΑΝΤ. τελευταίος (1) 2. που βρίσκεται στην αρχή μιας σειράς, ακολουθίας: ~ος: στίχος. ~η: διαφάνεια/πρόταση/σελίδα/στροφή. ~ο: θρανίο/πάτωμα/σπίτι. Άρθρο ~ο. Το ~ο κεφάλαιο/μέρος ενός βιβλίου. Ο ~ αριθμός/το ~ο όνομα στον κατάλογο. Το ~ο στοιχείο του περιοδικού πίνακα είναι το υδρογόνο. Θα στρίψετε στον ~ο δρόμο δεξιά. ~ο γραφείο/~η πόρτα/~ο κτίριο αριστερά.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ουρά. Βγήκε ~η από το σινεμά. Έφτασε/μίλησε ~.|| (ΓΡΑΜΜ.) ~ο: πρόσωπο. ~η: κλίση.|| ~ο (Α'/1ο) Γυμνάσιο/Ενιαίο Λύκειο (μιας πόλης). 3. που προηγείται όλων των άλλων ως προς την αξία, τη σημασία, την ποιότητα, την ποσότητα, τη συχνότητα, το αξίωμα· κατ' επέκτ. βασικός, πρωταρχικός, αναγκαίος, στοιχειώδης: (για πρόσ.) ~ος: σκόρερ/(ΙΣΤ.) ύπατος (αρμοστής).|| ~ος: τουριστικός προορισμός. ~η: δύναμη/ομάδα/χώρα. ~ο: βραβείο/καθήκον/μέλημα. Η ~η σημασία μιας λέξης (= η πιο συχνή, βασική). Η ~η κατοικία (σε αντίθεση με την εξοχική). Ο ~ πολίτης της χώρας (= ο αρχηγός του κράτους). Ο ~ δημότης (= ο δήμαρχος). (λόγ.) ~ τη τάξει. Ο ~ λαχνός. Είναι ο ~ μαθητής στην τάξη. ~ στόχος της κυβέρνησης είναι ... Είναι/έρχεται ~ στις προτιμήσεις του κοινού. Μπήκε/πέρασε ~ στη σχολή. Τερμάτισε ~η. Αναδείχτηκε ~η στον διαγωνισμό. Η εταιρεία είναι ~η στον κόσμο σε πωλήσεις. Είναι η ~η επιλογή των καταναλωτών. Κρασί ~ης ποιότητας. Εστιατόριο/ξενοδοχείο ~ης κατηγορίας. Παρέχω στο νεογέννητο τις ~ες φροντίδες. Τα ~α γράμματα.|| (ΦΙΛΟΣ.) ~η: αιτία/αλήθεια/ουσία. Το νερό ως ~η αρχή. 4. που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, πρόχειρος: μια ~η προσέγγιση του θέματος. Μια ~η ματιά στα γεγονότα. Έγινε μια ~η αποτίμηση/εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Πήρα μια ~η γεύση από το βιβλίο. ● Ουσ.: πρώτη (η) 1. (κ. με κεφαλ. Π) ενν. τάξη σχολικής βαθμίδας (σύμβ. Α΄): Πάει (στην)/τελείωσε την ~ Δημοτικού/Γυμνασίου/Λυκείου. 2. η ταχύτητα με την οποία αρχίζει να κινείται ένα όχημα: Βάζω ~. 3. πρεμιέρα: επίσημη/παγκόσμια ~. 4. η ημέρα με την οποία αρχίζει ο μήνας: ~ Μαΐου (= Πρωτομαγιά)/Ιουνίου., πρώτο (το) 1. το λεπτό της ώρας: Τερμάτισε με χρόνο έξι ~α και τριάντα δεύτερα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. πρωτόνιο., πρώτος (ο) 1. το πρόσωπο που προηγείται σε μια σειρά: Ας περάσει ο ~ (ενν. στην ουρά). Ήταν ο ~ που αντιστάθηκε. Είναι μεταξύ των ~ων. Ο ~ των ~ων. 2. (προφ.) ο πρώτος όροφος κτιρίου: Μένει στον ~ο. 3. (συνήθ. στη γεν., σε ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμούς) ενν. μήνας, ο Ιανουάριος: στις 5/01/... (: πέντε ~ου). 4. ο ανώτερος ιεραρχικά καπετάνιος ή μηχανικός του πλοίου. 5. ΕΚΚΛΗΣ. ο μοναχός που προεδρεύει στις συνάξεις ή βρίσκεται στην ιεραρχία μετά τον ηγούμενο. ● ΣΥΜΠΛ.: πρώτη ηλικία: η βρεφική και νηπιακή ηλικία· συνεκδ. τα νήπια., πρώτη θέση 1. αυτή που προηγείται όλων των άλλων σε βαθμολογική κυρ. κατάταξη: Διατήρησε/διεκδικεί/εξασφάλισε/κατέκτησε/κατέλαβε/κέρδισε/πήρε την ~ ~. Ανέβηκε/βρέθηκε/επανήλθε/κατατάσσεται/παραμένει/τερμάτισε στην ~ ~.|| Έχει την ~ ~ στη ζωή μου. 2. η πιο ακριβή θέση σε μέσο μεταφοράς: Ταξιδεύει (στην) ~ ~. Καμπίνα/σαλόνι ~ης ~ης. Πβ. διακεκριμένη θέση., πρώτη φωνή: ΜΟΥΣ. η βασική, η κύρια φωνή. Πβ. πρίμο., πρώτο χέρι: για προϊόν που αγοράζεται ολοκαίνουργιο ή για χειρωνακτική εργασία (κυρ. βάψιμο) που αποτελεί τη βάση για τις επόμενες: (σε αγγελία:) Πωλείται αυτοκίνητο σε άριστη κατάσταση, ~ ~.|| Στέγνωσε το ~ ~. Βλ. δεύτερο χέρι., πρώτος (αριθμός): ΜΑΘ. φυσικός αριθμός, διάφορος της μονάδας, που διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και τη μονάδα: Το 2 είναι ο μοναδικός ζυγός ~ ~., έκτακτης/άμεσης/πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, μητρική/πρώτη γλώσσα βλ. γλώσσα, πρώτες βοήθειες βλ. βοήθεια, πρώτη Ανάσταση βλ. ανάσταση, πρώτη γραμμή βλ. γραμμή, πρώτη κυρία βλ. κυρία, πρώτη μούρη βλ. μούρη, πρώτη νιότη/νεότητα βλ. νιότη, πρώτη προτεραιότητα βλ. προτεραιότητα, πρώτη ύλη βλ. ύλη, πρώτης (Α')/δεύτερης (Β')/τρίτης (Γ')/τελευταίας διαλογής βλ. διαλογή, πρώτης γραμμής βλ. γραμμή, πρώτο μπόι βλ. μπόι, πρώτο/δεύτερο βιολί βλ. βιολί, πρώτος μεσημβρινός βλ. μεσημβρινός, πρώτος χορευτής βλ. χορευτής, χορεύτρια, πρώτου/δευτέρου/τρίτου βαθμού βλ. βαθμός, σε πρώτο/δεύτερο πλάνο βλ. πλάνο, ταινίες α'/β' προβολής βλ. προβολή ● ΦΡ.: (είσαι/είναι) και ο πρώτος/η πρώτη! (εμφατ.-προφ.): ως έκφραση έντονης επιδοκιμασίας, για να δηλωθεί ότι κάποιος είναι ο καλύτερος: Μεγάλε/μπράβο, είσαι ~ ~! Και το πρώτο παιδί!, από πρώτο χέρι (προφ.): άμεσα, από αξιόπιστη πηγή: Ενημερωθείτε ~ ~. Ξέρουμε ~ ~ τα προβλήματα. Πληροφορίες ~ ~. Έμαθε από ~ ~ τι συνέβη. Βλ. από δεύτερο χέρι. [< γαλλ. de première main] , από τον πρώτο ως τον τελευταίο: όλοι ανεξαιρέτως: Όλοι μας, ~ ~, έχουμε ευθύνη., για πρώτη φορά: για να δηλωθεί ότι κάτι δεν έχει ξαναγίνει, ξανασυμβεί: Κάνω κάτι/πηγαίνω κάπου ~ ~., εν πρώτοις/κατά πρώτον (λόγ.): καταρχάς, προπάντων: Πρέπει να σημειωθεί ~ ~ ότι ... Πβ. πρώτα απ' όλα., έχει τον πρώτο (και τον τελευταίο) λόγο (μτφ.): έχει κυρίαρχο και αποφασιστικό ρόλο: Θέλει να ~ ~ στις εξελίξεις., με την πρώτη ματιά: αμέσως: έρωτας ~ ~ (= κεραυνοβόλος). Την αντιπάθησε/θα σας γοητεύσει/σε κερδίζει ~ ~. Δεν είναι εύκολο να τα δει κανείς όλα ~ ~. [< γερμ. auf den ersten Blick] , με την πρώτη/με το πρώτο: αμέσως: Μπήκε ~ ~ στα βαθιά. Τον αναγνώρισε/τα κατάφερε/πέτυχε ~ ~., οι τα πρώτα φέροντες (αρχαιοπρ.): αυτοί που κατέχουν υψηλές θέσεις: ~ ~ (= οι κορυφαίοι) υπουργοί. Πβ. υψηλά ιστάμενος., παίζει τον πρώτο ρόλο (μτφ.): αποτελεί τον βασικότερο, τον κυρίαρχο παράγοντα: Σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις η εμπιστοσύνη ~ ~. Tα αγνά υλικά ~ουν ~ στην παρασκευή των εδεσμάτων., πρώτης τάξεως/τάξης: πολύ καλός, εξαιρετικός: ~ ~ διαφήμιση/υπηρεσία. Του δίνεται/παρέχεται μια ~ ~ ευκαιρία να αποδείξει την αξία του. ΣΥΝ. πρώτης γραμμής, πρώτος και καλύτερος (συχνά ειρων.): για κάποιον που πρωτοστατεί ή κατέχει την πρώτη θέση σε μια κατάταξη: όπου επεισόδια, αυτός ~ ~! Όλοι, με ~ο και ~ο εσένα, τον κατηγορούσατε!|| ~οι και ~οι στη λίστα των καλεσμένων θα είναι ..., πρώτου μεγέθους: πολύ μεγάλος ή σοβαρός, σπουδαίος, πρωτοφανής: είδηση/έκπληξη/σκάνδαλο ~ ~. Πρόβλημα ~ ~ (: μεγάλων διαστάσεων).|| (για πρόσ.) Εξελίχθηκε σε αστέρι ~ ~., (ο) πρώτος διδάξας/(η) πρώτη διδάξασα βλ. διδάξας, διδάξασα, δεν είναι/είσαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ... βλ. τελευταίος, είδη/αγαθά πρώτης ανάγκης βλ. ανάγκη, είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που ... βλ. τελευταίος, εκ πρώτης όψεως/όψης βλ. όψη, κάλλιο/καλύτερα πρώτος στο χωριό, παρά δεύτερος στην πόλη βλ. χωριό, κάνει τα πρώτα (του) βήματα βλ. βήμα, κάνω το πρώτο βήμα βλ. βήμα, κατά κύριο/πρώτο/μείζονα λόγο βλ. κύριος, με την πρώτη/σε πρώτη ευκαιρία βλ. ευκαιρία, με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) βλ. φύσημα, ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω βλ. αναμάρτητος, ο πρώτος τυχών/τυχόντας βλ. τυχών, οι έσχατοι έσονται πρώτοι (και οι πρώτοι έσχατοι) βλ. έσχατος, πρώτο τραπέζι πίστα βλ. τραπέζι, πρώτος μεταξύ ίσων βλ. ίσος, πρώτος/καλύτερος (και) με διαφορά βλ. διαφορά, σε πρώτη ζήτηση βλ. ζήτηση, τα στερνά τιμούν τα πρώτα βλ. στερνός ● βλ. πρώτα, πρώτον [< αρχ. πρῶτος, γαλλ. premier]
43452πρωτοσέλιδος, η, ο πρω-το-σέ-λι-δος επίθ.: που βρίσκεται ή δημοσιεύεται στην πρώτη σελίδα εφημερίδας: ~ος: τίτλος. ~η: αναφορά/φωτογραφία. ~ο: άρθρο/θέμα. Βλ. -σέλιδος. ● Ουσ.: πρωτοσέλιδο (το): η πρώτη σελίδα εφημερίδας και ιδ. το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος σε αυτή: Γεγονός/ιστορία που έγινε ~. Είδηση που φιγουράρει σε όλα τα ~α. Βρέθηκε/μπήκε στα ~α των εφημερίδων.
43453πρωτοστάτηςπρω-το-στά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που πρωτοστατεί: ~ στον αγώνα εναντίον ... ~ες της επανάστασης/του κινήματος. Με ~η τον δήμαρχο, ξεκίνησε η αναδάσωση της περιοχής. Πβ. εμπροσθοφυλακή, πρωταγωνιστής. Βλ. -στάτης. [< μτγν. πρωτοστάτης ‘που είναι παρατεταγμένος μπροστά, αρχηγός’]
43454πρωτοστατώ[πρωτοστατῶ] πρω-το-στα-τώ ρ. (αμτβ.) {πρωτοστατ-εί ... | πρωτοστάτ-ησε, -ώντας, -ών}: είμαι επικεφαλής, πρωτεργάτης, πρωταγωνιστώ σε μια συλλογική συνήθ. προσπάθεια, δράση: ~ησε στην απεργία/στα επεισόδια/στην ίδρυση του συλλόγου. ~ησαν στις διαδηλώσεις. Πβ. ηγούμαι, μπαίνω μπροστά.|| Εταιρεία που ~εί (= πρωτοπορεί) στην τεχνολογία. ~ούντος του δημάρχου. Με ~ούσα τη νεολαία. [< μτγν. πρωτοστατῶ ‘βρίσκομαι μπροστά, στην πρώτη γραμμή’]
43455πρωτοσύγκελλοςπρω-το-σύ-γκελ-λος ουσ. (αρσ.) {-ου (συχνότ. λόγ.) -έλλου} & πρωτοσύγκελος: ΕΚΚΛΗΣ. κληρικός που διευθύνει το γραφείο μητροπολίτη και τον αντικαθιστά στα διοικητικά του καθήκοντα σε περίπτωση ανάγκης. [< μεσν. πρωτοσύγκελλος]
43456πρωτοταγής, ής, ές πρω-το-τα-γής επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτοταγής δομή: ΒΙΟΧ. η ακολουθία των αμινοξέων μιας πρωτεΐνης. Βλ. δευτερο-, τριτο-, τεταρτο-ταγής. [< αγγλ. primary structure, 1952]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.