| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43425 | πρωτολογία | πρω-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): πρώτη αγόρευση ενός ομιλητή για συγκεκριμένο θέμα σε επίσημη συνήθ. συνεδρίαση (στη Βουλή, στο δικαστήριο): ~ βουλευτή/υπουργού. Βλ. δευτερο-, τριτο-λογία. [< αρχ. πρωτολογία] | |
| 43426 | πρωτολογώ | [πρωτολογῶ] πρω-το-λο-γώ ρ. (αμτβ.) {πρωτολογ-εί ... | πρωτολόγ-ησε, -ήσει} (επίσ.): κάνω πρωτολογία: Ο υπουργός είχε τρία λεπτά να ~ήσει. Βλ. δευτερο-, τριτο-λογώ. [< μτγν. πρωτολογῶ] | |
| 43427 | Πρωτομαγιά | Πρω-το-μα-γιά ουσ. (θηλ.): η πρώτη ημέρα του Μαΐου, συνδεδεμένη με τον λαϊκό, παραδοσιακό εορτασμό της άνοιξης. ● ΣΥΜΠΛ.: Εργατική Πρωτομαγιά: η πρώτη Μαΐου που γιορτάζεται διεθνώς ως η ημέρα των εργαζομένων και αποτελεί επίσημη αργία. | |
| 43428 | πρωτομαγιάτικος | , η, ο πρω-το-μα-γιά-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με την Πρωτομαγιά: ~η: απεργία/πορεία/συγκέντρωση. ~ο: στεφάνι. ~ες: εκδηλώσεις. | |
| 43429 | πρωτομάρτυρας | πρω-το-μάρ-τυ-ρας ουσ. (αρσ.) & (λόγ.) πρωτομάρτυς 1. ΕΚΚΛΗΣ. επίσημος τίτλος, προσωνυμία του πρώτου μάρτυρα της χριστιανικής πίστης: ο Άγιος Στέφανος, ο ~. 2. (κατ' επέκτ.) χαρακτηρισμός προσώπου που αγωνίστηκε ή/και θυσιάστηκε πρώτος ή μεταξύ των πρώτων για ένα ιδανικό: ~ες της λευτεριάς. [< μτγν. πρωτομάρτυς] | |
| 43430 | πρωτομάστορας | πρω-το-μά-στο-ρας ουσ. (αρσ.) & (λαϊκό) πρωτομάστορης 1. (παλαιότ.) επικεφαλής ομάδας μαστόρων. ΣΥΝ. αρχιμάστορας (2) 2. (μτφ.) πρωτεργάτης. [< μεσν. πρωτομάστορας] | |
| 43431 | πρωτομηνιά | πρω-το-μη-νιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): η πρώτη μέρα του μήνα. Βλ. πρωτοχρονιά. ΣΥΝ. αρχιμηνιά [< μτγν. πρωτομηνία] | |
| 43432 | πρωτομινωικός | , ή, ό πρω-το-μι-νω-ι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που αναφέρεται ή ανήκει στην πρώτη περίοδο της χαλκοκρατίας και του μινωικού πολιτισμού στην Κρήτη (περ. 2800-2000 π.Χ.): ~ός: οικισμός/τάφος. ~ή: εποχή. Βλ. μεσο-, υστερο-μινωικός. [< αγγλ. early Minoan] | |
| 43433 | πρώτον | [πρῶτον] πρώ-τον επίρρ. (λόγ.): για να δηλωθεί ότι το αναφερόμενο στοιχείο βρίσκεται στην πρώτη θέση σε μια απαρίθμηση, επιχειρηματολογία: κατά ~ ... Ανησυχώ για δύο λόγους: ~ ... και δεύτερον ... Βλ. -ον2, τρίτον. ● ΦΡ.: πρώτον και κύριον βλ. κύριος ● βλ. πρώτος [< αρχ. πρῶτον] | |
| 43434 | πρωτονιακός | , ή, ό πρω-το-νι-α-κός επίθ. & (σπάν.) πρωτονικός, ή, ό: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. που σχετίζεται με τα πρωτόνια: ~ή: αγωγιμότητα. [< αγγλ. protonic, γαλλ. protonique, 1928] | |
| 43435 | πρωτόνιο | πρω-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {πρωτονί-ου | -ων}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. καθένα από τα στοιχειώδη σωματίδια με θετικό ηλεκτρικό φορτίο: Τα~ια μαζί με τα νετρόνια σχηματίζουν τον πυρήνα του ατόμου. Βλ. αδρόνιο, αντι~, ατομικός αριθμός, ηλεκτρ-, νουκλε-όνιο. [< αγγλ. proton, 1920 < αρχ. πρῶτον, γαλλ. ~, 1923] | |
| 43436 | πρωτοξάδελφος, πρωτοξαδέλφη | πρω-το-ξά-δελ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (προφ.) πρωτοξάδερφος, πρωτοξαδέρφη: πρώτος ξάδερφος, πρώτη ξαδέρφη. [< μεσν. πρωτοξάδελφος] | |
| 43437 | πρωτοξείδιο | πρω-το-ξεί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. υποξείδιο: ~ του αζώτου. [< αγγλ. protoxide, γαλλ. protoxyde] | |
| 43438 | πρωτοπαθής | , ής, ές πρω-το-πα-θής επίθ.: ΙΑΤΡ. (για παθολογική κατάσταση) που εκδηλώνεται σε πρώτη φάση, που δεν αποτελεί σύμπτωμα ή συνέχεια προηγούμενης: ~ής: καρκίνος/όγκος. ~ής: αμηνόρροια (: μη έναρξη της εμμηνόρροιας κατά την εφηβεία)/ανοσοανεπάρκεια. ~ές: γλαύκωμα/λέμφωμα. Διαταραχή που μπορεί να είναι ~ ή επίκτητη. Πβ. πρωτογενής. Βλ. δευτερο-, τριτο-παθής. ● επίρρ.: πρωτοπαθώς [-ῶς] [< μεσν. πρωτοπαθής, αγγλ. primary] | |
| 43439 | πρωτοπαλίκαρο | πρω-το-πα-λί-κα-ρο ουσ. (ουδ.) & πρωτοπαλλήκαρο 1. (μτφ.-συχνά ειρων.-αρνητ. συνυπόδ.) πρόσωπο που παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποια δραστηριότητα: τα ~α του κόμματος. 2. ΙΣΤ. (επί Τουρκοκρατίας) υπαρχηγός σε ομάδα πολεμιστών, κυρ. κλεφτών. [< μεσν. πρωτοπαλλήκαρο(ν)] | |
| 43440 | πρωτόπειρος | , η, ο πρω-τό-πει-ρος επίθ.: που δεν διαθέτει ακόμη πείρα, που δοκιμάζει κάτι για πρώτη φορά: ~ος: χρήστης (του διαδικτύου). ~η: ομάδα. Πβ. άπειρος2, αρχάριος, πρωτάρης. ΑΝΤ. έμπειρος, πολύπειρος [< μτγν. πρωτόπειρος] | |
| 43441 | πρωτόπλασμα | πρω-τό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ. σύνθετη, παχύρρευστη, ημιδιαφανής ουσία από την οποία αποτελείται κάθε ζωντανό (φυτικό ή ζωικό) κύτταρο. Βλ. -πλασμα. [< μεσν. πρωτόπλασμα (για τον Αδάμ), γερμ. Protoplasma, αγγλ.-γαλλ. protoplasme] | |
| 43442 | πρωτοπλασματικός | , ή, ό πρω-το-πλα-σμα-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το πρωτόπλασμα: ~ή: μάζα/μεμβράνη. [< γαλλ. protoplasmique, αγγλ. protoplasm(at)ic] | |
| 43443 | πρωτοπλάστης | πρω-το-πλά-στης ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ.-ΒΙΟΛ. το τμήμα φυτικού ή βακτηριακού κυττάρου που απομένει μετά την αφαίρεση του κυτταρικού τοιχώματος και γενικότ. το σύνολο των ζωντανών συστατικών του κυττάρου (πυρήνας και κυτταρόπλασμα). [< μτγν. πρωτοπλάστης 'ο Θεός ως δημιουργός του ανθρώπου', γερμ. Protoplast, γαλλ. protoplaste, 1904, αγγλ. protoplast] | |
| 43444 | πρωτόπλαστοι | πρω-τό-πλα-στοι ουσ. (αρσ.) (οι) {πρωτοπλάστ-ων} (κ. με κεφαλ. το αρχικό Π): ΘΡΗΣΚ. (στην ΠΔ) ο Αδάμ και η Εύα, οι πρώτοι άνθρωποι που πλάστηκαν από τον Θεό: η πτώση των ~ων (από τον Παράδεισο). [< μτγν. πρωτόπλαστοι] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ