| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43457 | πρωτοτάξιδος | , η, ο πρω-το-τά-ξι-δος επίθ. (σπάν.-λαϊκό): που ταξιδεύει για πρώτη φορά: ~ο: καράβι. | |
| 43458 | πρωτότοκος | , η/ος, ο πρω-τό-το-κος επίθ.: που έχει γεννηθεί πρώτος σε μια οικογένεια: ~ος: γιος (= πρωτογιός). ~η: κόρη (= πρωτοκόρη). ~α: παιδιά. Βλ. δευτερότοκος, -τοκος. ΣΥΝ. πρωτογέννητος ΑΝΤ. υστερότοκος [< μτγν. πρωτότοκος] | |
| 43459 | πρωτοτόκος | , ος/α, ο πρω-το-τό-κος επίθ./ουσ. (λόγ.): (για γυναίκα ή θηλυκό ζώο) που γεννά για πρώτη φορά. Πβ. πρωτόγεννος. [< αρχ. πρωτοτόκος] | |
| 43460 | πρωτοτυπία | πρω-το-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πρωτότυπου: ~ ενός θέματος/μιας ιδέας/μιας μεθόδου/ενός σεναρίου (ΑΝΤ. κοινοτοπία). Σκηνοθετικές ~ες. Το έργο στερείται ~ας. Πβ. καινοτομία.|| (συχνά ειρων.) Γεγονός που αποτελεί ελληνική/παγκόσμια ~. ΑΝΤ. στερεοτυπία (2) [< πβ. μεσν. πρωτοτυπία ‘αρχική μορφή’, γαλλ. originalité] | |
| 43462 | πρωτότυπος | , η, ο πρω-τό-τυ-πος επίθ.: που δεν μιμείται κάποιον άλλο, που γίνεται, δημιουργείται για πρώτη φορά· ασυνήθιστος, καινοτόμος: ~ος: διαγωνισμός/πίνακας ζωγραφικής/συνδυασμός/σχεδιασμός/τίτλος. ~η: άποψη/διαμαρτυρία/έκδοση/εργασία/έρευνα/μέθοδος/συσκευή/ταινία. ~ο: δώρο/έργο/θέμα/κείμενο/παιχνίδι/πείραμα/υλικό. ~ες: δημιουργίες/ευχές/ιδέες/λύσεις/προτάσεις/συνταγές. ~α: αρχεία/δικαιολογητικά/χειρόγραφα. Βραβείου ~ου σεναρίου.|| (για πρόσ.) ~ος: καλλιτέχνης. Πβ. αβάν-γκαρντ, πρωτοποριακός. Βλ. -τυπος1. ΑΝΤ. κοινότοπος, στερεότυπος (1), συνηθισμένος (1), τετριμμένος, τυποποιημένος (2) ● Ουσ.: πρωτότυπο (το) {πρωτοτύπ-ου}: ό,τι δημιουργήθηκε πρώτο, αποτελώντας πρότυπο για όλα τα άλλα: ~ εγγράφου/συμβολαίου. Διαβάζει τους αρχαίους συγγραφείς από το ~ (πβ. πηγές, βλ. μετάφραση). Το ~ της βεβαίωσης/του εντύπου/του πιστοποιητικού/της συνθήκης/του τιμολογίου. Η επικύρωση γίνεται με την επίδειξη των ~ων. ΑΝΤ. αντίγραφο (1) ● επίρρ.: πρωτότυπα & (λόγ.) πρωτοτύπως ● ΣΥΜΠΛ.: πρωτότυπη λέξη: ΓΡΑΜΜ. αρχική, πρωτογενής, που αποτελεί τη βάση για τον σχηματισμό άλλων λέξων. Βλ. παραγωγή, σύνθεση. [< μτγν. πρωτότυπος ‘σχηματισμένος πρώτος», τὸ πρωτότυπον «αρχέτυπο’, γαλλ. original, γαλλ.-αγγλ. prototype] | |
| 43463 | πρωτοτυπώ | [πρωτοτυπῶ] πρω-το-τυ-πώ ρ. (αμτβ.) {πρωτοτυπ-εί ... | πρωτοτύπ-ησε}: καινοτομώ, νεωτερίζω: Η εταιρεία ~εί στον χώρο του ηλεκτρονικού εμπορίου. Η ομάδα ~ησε με τη διοργάνωση της φιλανθρωπικής εκδήλωσης. [< πβ. μτγν. πρωτοτυπῶ ‘είμαι πρωτότυπος’] | |
| 43464 | πρωτουργός | πρω-τουρ-γός ουσ. (αρσ.) (αρχαιοπρ.): πρωτεργάτης, σκαπανέας: ο ~ του κινήματος. [< μτγν. πρωτουργός ‘αρχικός, πρωταρχικός’] | |
| 43465 | πρωτοφανέρωτος | , η, ο πρω-το-φα-νέ-ρω-τος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): που εμφανίζεται ή εκδηλώνεται για πρώτη φορά: καινούργια, ~α πράγματα. Πβ. πρωτοφανής. | |
| 43466 | πρωτοφανής | , ής, ές πρω-το-φα-νής επίθ. (λόγ.): που συμβαίνει για πρώτη φορά, που είναι άνευ προηγουμένου· (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) που σοκάρει, εκπλήσσει δυσάρεστα: ~ής: επιτυχία/ζήτηση. ~ές: φαινόμενο. ~είς: ρυθμοί ανάπτυξης. ~ή: κέρδη. ~ής περίπτωση στα ιατρικά χρονικά. ~ής υπήρξε η συμμετοχή του κόσμου στην πορεία. Πβ. ασυνήθιστος, νεοφανής, πρωτόγνωρος.|| ~ής: αγριότητα/απάτη/απόφαση/γκάφα (= ολκής)/επίθεση/κρίση. ~ές: έγκλημα/περιστατικό/σκάνδαλο/φιάσκο. ~είς: δυσκολίες/καταστάσεις/συνθήκες. ~ή: επεισόδια. ~ές κύμα κακοκαιρίας πλήττει τη χώρα. Σε ~ή ύψη οι τιμές του πετρελαίου. Πβ. ανήκουστος, πρωτοφανέρωτος. Βλ. -φανής. ΣΥΝ. πρωτάκουστος ● επίρρ.: πρωτοφανώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. πρωτοφανής ‘αυτός που λάμπει περισσότερο’] | |
| 43467 | πρωτόφαντος | , η, ο πρω-τό-φα-ντος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): πρωτοφανής. | |
| 43468 | πρωτόφυτα | πρω-τό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. μονοκύτταροι φυτικοί οργανισμοί που ανήκουν στο βασίλειο των Πρωτίστων. Βλ. πρωτόζωα, -φυτο. [< γαλλ. protophytes, αγγλ. Protophyta] | |
| 43469 | πρωτοχριστιανικός | , ή, ό πρω-το-χρι-στια-νι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους: ~ός: ναός. ~ό: μνημείο. ~ές: εκκλησίες/κοινότητες. ΣΥΝ. παλαιοχριστιανικός (2) | |
| 43470 | πρωτοχρονιά | πρω-το-χρο-νιά ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): η πρώτη ημέρα του χρόνου, η πρώτη Ιανουαρίου: ανήμερα ~/~ιάς. Έθιμα/κάλαντα/παραμονή/ρεβεγιόν ~ιάς. Κάνουμε ~ (= γιορτάζουμε την ~). Διακοπές/εορτές Χριστουγέννων-~ιάς.|| (ευχετ.) Καλή/ευτυχισμένη/χαρούμενη ~. Βλ. βασιλόπιτα, πρωτομηνιά. | |
| 43471 | πρωτοχρονιάτικος | , η, ο πρω-το-χρο-νιά-τι-κος επίθ.: που αναφέρεται στην Πρωτοχρονιά: ~ος: μποναμάς/χορός. ~η: γιορτή/εκδήλωση. ~ο: γλέντι/δώρο/λαχείο/μήνυμα (πολιτικής ηγεσίας)/ρεβεγιόν/τραπέζι. ~ες: ευχές/κάρτες. ~α: έθιμα/κάλαντα. Κοπή της ~ης πίτας. Βλ. -ιάτικος. ΣΥΝ. αγιοβασιλιάτικος (1) ● επίρρ.: πρωτοχρονιάτικα: ανήμερα την πρωτοχρονιά, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο: Κοίτα τι πάθαμε ~! Βλ. χριστουγεννιάτικα. | |
| 43472 | πρωτοψάλτης | πρω-το-ψάλ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ο επικεφαλής του χορού των ψαλτών. Πβ. χοράρχης. [< μεσν. πρωτοψάλτης] | |
| 43473 | πρωτύτερος | , η, ο πρω-τύ-τε-ρος επίθ. (λόγ.): που προηγείται χρονικά: ~η: κατάσταση. ~ο: στάδιο. ΣΥΝ. προγενέστερος, προηγούμενος, πρότερος ΑΝΤ. ακόλουθος (1), επόμενος, κατοπινός ● επίρρ.: πρωτύτερα: Όπως είπα ~, ... ΣΥΝ. αρχύτερα ΑΝΤ. μετέπειτα (2) [< μεσν. πρωτύτερος] | |
| 43474 | ΠΣ | 1. (το) Πυροσβεστικό Σώμα. 2. (το) Πληροφοριακό Σύστημα. 3. (το) Πολεοδομικό Συγκρότημα. 4. (ο) Ποδηλατικός Σύλλογος. | |
| 43475 | ΠΣΕ | 1. (το) Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. 2. (το) Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης. 3. (το) Πρόγραμμα Σπουδών Επιλογής. 4. (ο) Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων. | |
| 43476 | ΠΣΕΑ | (η): Πολιτική Σχεδίαση Έκτακτης Ανάγκης. | |
| 43477 | ΠΣΚ | & (προφ.) Που-Σου-Κου (το): Παρασκευοσαββατοκύριακο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ