Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [44040-44060]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43466πρωτοφανής, ής, ές πρω-το-φα-νής επίθ. (λόγ.): που συμβαίνει για πρώτη φορά, που είναι άνευ προηγουμένου· (κυρ. αρνητ. συνυποδ.) που σοκάρει, εκπλήσσει δυσάρεστα: ~ής: επιτυχία/ζήτηση. ~ές: φαινόμενο. ~είς: ρυθμοί ανάπτυξης. ~ή: κέρδη. ~ής περίπτωση στα ιατρικά χρονικά. ~ής υπήρξε η συμμετοχή του κόσμου στην πορεία. Πβ. ασυνήθιστος, νεοφανής, πρωτόγνωρος.|| ~ής: αγριότητα/απάτη/απόφαση/γκάφα (= ολκής)/επίθεση/κρίση. ~ές: έγκλημα/περιστατικό/σκάνδαλο/φιάσκο. ~είς: δυσκολίες/καταστάσεις/συνθήκες. ~ή: επεισόδια. ~ές κύμα κακοκαιρίας πλήττει τη χώρα. Σε ~ή ύψη οι τιμές του πετρελαίου. Πβ. ανήκουστος, πρωτοφανέρωτος. Βλ. -φανής. ΣΥΝ. πρωτάκουστος ● επίρρ.: πρωτοφανώς [-ῶς] [< πβ. μτγν. πρωτοφανής ‘αυτός που λάμπει περισσότερο’]
43467πρωτόφαντος, η, ο πρω-τό-φα-ντος επίθ. (λαϊκό-λογοτ.): πρωτοφανής.
43468πρωτόφυταπρω-τό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. μονοκύτταροι φυτικοί οργανισμοί που ανήκουν στο βασίλειο των Πρωτίστων. Βλ. πρωτόζωα, -φυτο. [< γαλλ. protophytes, αγγλ. Protophyta]
43469πρωτοχριστιανικός, ή, ό πρω-το-χρι-στια-νι-κός επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους πρώιμους χριστιανικούς χρόνους: ~ός: ναός. ~ό: μνημείο. ~ές: εκκλησίες/κοινότητες. ΣΥΝ. παλαιοχριστιανικός (2)
43470πρωτοχρονιάπρω-το-χρο-νιά ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Π): η πρώτη ημέρα του χρόνου, η πρώτη Ιανουαρίου: ανήμερα ~/~ιάς. Έθιμα/κάλαντα/παραμονή/ρεβεγιόν ~ιάς. Κάνουμε ~ (= γιορτάζουμε την ~). Διακοπές/εορτές Χριστουγέννων-~ιάς.|| (ευχετ.) Καλή/ευτυχισμένη/χαρούμενη ~. Βλ. βασιλόπιτα, πρωτομηνιά.
43471πρωτοχρονιάτικος, η, ο πρω-το-χρο-νιά-τι-κος επίθ.: που αναφέρεται στην Πρωτοχρονιά: ~ος: μποναμάς/χορός. ~η: γιορτή/εκδήλωση. ~ο: γλέντι/δώρο/λαχείο/μήνυμα (πολιτικής ηγεσίας)/ρεβεγιόν/τραπέζι. ~ες: ευχές/κάρτες. ~α: έθιμα/κάλαντα. Κοπή της ~ης πίτας. Βλ. -ιάτικος. ΣΥΝ. αγιοβασιλιάτικος (1) ● επίρρ.: πρωτοχρονιάτικα: ανήμερα την πρωτοχρονιά, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι απρόσμενο ή/και ενοχλητικό, δυσάρεστο: Κοίτα τι πάθαμε ~! Βλ. χριστουγεννιάτικα.
43472πρωτοψάλτηςπρω-το-ψάλ-της ουσ. (αρσ.): ΕΚΚΛΗΣ. ο επικεφαλής του χορού των ψαλτών. Πβ. χοράρχης. [< μεσν. πρωτοψάλτης]
43473πρωτύτερος, η, ο πρω-τύ-τε-ρος επίθ. (λόγ.): που προηγείται χρονικά: ~η: κατάσταση. ~ο: στάδιο. ΣΥΝ. προγενέστερος, προηγούμενος, πρότερος ΑΝΤ. ακόλουθος (1), επόμενος, κατοπινός ● επίρρ.: πρωτύτερα: Όπως είπα ~, ... ΣΥΝ. αρχύτερα ΑΝΤ. μετέπειτα (2) [< μεσν. πρωτύτερος]
43474ΠΣ1. (το) Πυροσβεστικό Σώμα. 2. (το) Πληροφοριακό Σύστημα. 3. (το) Πολεοδομικό Συγκρότημα. 4. (ο) Ποδηλατικός Σύλλογος.
43475ΠΣΕ1. (το) Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. 2. (το) Παγκόσμιο Συμβούλιο Ειρήνης. 3. (το) Πρόγραμμα Σπουδών Επιλογής. 4. (ο) Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων.
43476ΠΣΕΑ(η): Πολιτική Σχεδίαση Έκτακτης Ανάγκης.
43477ΠΣΚ& (προφ.) Που-Σου-Κου (το): Παρασκευοσαββατοκύριακο.
43478ΠΣΟ(η): Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία.
43479πσστβλ. ψιτ
43480ΠΣΤ(ο): Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών.
43481πταίσμα[πταῖσμα] πταί-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΟΜ. παράβαση για την οποία προβλέπεται ως ποινή πρόστιμο ή κράτηση: Διέπραξε βαρύ ~. Βαρύνεται με ~. Διώκονται σε βαθμό ~ατος. Πβ. παράπτωμα. Βλ. αδίκημα, έγκλημα, κακούργημα, πλημμέλημα. 2. (κατ' επέκτ.) σφάλμα μικρής σημασίας: Αυτό είναι ~ μπροστά σε όσα έκανε ο αντίπαλός του/σε σχέση με όσα είχαν προηγηθεί. Πβ. ψιλά γράμματα. ● Υποκ.: πταισματάκι (το) [< 1: αρχ. πταῖσμα]
43482πταισματικός, ή, ό πται-σμα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το πταίσμα: ~ές: παραβάσεις. Βλ. κακουργηματ-, πλημμεληματ-ικός.
43483πταισματοδικείο[πταισματοδικεῖο] πται-σμα-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΝΟΜ. πρωτοβάθμιο μονομελές ποινικό δικαστήριο που εκδικάζει πταίσματα· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: ειρηνοδικείο-~. Ενώπιον ~ου. Βλ. -δικείο.
43484πταισματοδίκηςπται-σμα-το-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής πταισματοδικείου. Βλ. -δίκης.
43485πταρμόςπταρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): φτέρνισμα. [< αρχ. πταρμός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.