| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 43478 | ΠΣΟ | (η): Παγκόσμια Συνδικαλιστική Ομοσπονδία. | |
| 43479 | πσστ | βλ. ψιτ | |
| 43480 | ΠΣΤ | (ο): Πανελλήνιος Σύνδεσμος Τυφλών. | |
| 43481 | πταίσμα | [πταῖσμα] πταί-σμα ουσ. (ουδ.) 1. ΝΟΜ. παράβαση για την οποία προβλέπεται ως ποινή πρόστιμο ή κράτηση: Διέπραξε βαρύ ~. Βαρύνεται με ~. Διώκονται σε βαθμό ~ατος. Πβ. παράπτωμα. Βλ. αδίκημα, έγκλημα, κακούργημα, πλημμέλημα. 2. (κατ' επέκτ.) σφάλμα μικρής σημασίας: Αυτό είναι ~ μπροστά σε όσα έκανε ο αντίπαλός του/σε σχέση με όσα είχαν προηγηθεί. Πβ. ψιλά γράμματα. ● Υποκ.: πταισματάκι (το) [< 1: αρχ. πταῖσμα] | |
| 43482 | πταισματικός | , ή, ό πται-σμα-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με το πταίσμα: ~ές: παραβάσεις. Βλ. κακουργηματ-, πλημμεληματ-ικός. | |
| 43483 | πταισματοδικείο | [πταισματοδικεῖο] πται-σμα-το-δι-κεί-ο ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΝΟΜ. πρωτοβάθμιο μονομελές ποινικό δικαστήριο που εκδικάζει πταίσματα· συνεκδ. το κτίριο όπου στεγάζεται: ειρηνοδικείο-~. Ενώπιον ~ου. Βλ. -δικείο. | |
| 43484 | πταισματοδίκης | πται-σμα-το-δί-κης ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΝΟΜ. δικαστής πταισματοδικείου. Βλ. -δίκης. | |
| 43485 | πταρμός | πταρ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): φτέρνισμα. [< αρχ. πταρμός] | |
| 43486 | ΠτΔ | (ο, η): Πρόεδρος της Δημοκρατίας. πβ. ΠΔ. | |
| 43487 | πτελέα | βλ. φτελιά | |
| 43488 | πτέραρχος | πτέ-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος βαθμός αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας: ~ εν αποστρατεία. Βλ. -αρχος, ναύαρχος, στρατηγός. [< αγγλ. wing-commander, 1914] | |
| 43489 | πτεριδόφυτα | πτε-ρι-δό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πτεριδόφυτο}: ΒΟΤ. κατηγορία χερσαίων κρυπτόγαμων φυτών (επιστ. ονομασ. Pteridophyta) με ρίζες, κορμό και φύλλα, αλλά χωρίς άνθη. Βλ. βρυόφυτα, -φυτο. [< γερμ. Pteridophyta, γαλλ. ptéridophytes] | |
| 43490 | πτέρνα | πτέρ-να ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φτέρνα. Μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος πτέρνα βλ. αχίλλειος | |
| 43491 | πτερό | βλ. φτερό | |
| 43492 | πτεροδάκτυλος | πτε-ρο-δά-κτυ-λος ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. είδος μικρόσωμων πτερόσαυρων. [< γαλλ. ptérodactyle, αγγλ. pterodactyl] | |
| 43493 | πτερόεις | , εσσα, εν πτε-ρό-εις επίθ. (αρχαιοπρ.): μόνο στο ● ΦΡ.: έπεα πτερόεντα βλ. έπος | |
| 43494 | πτερόρροια | πτε-ρόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (για πτηνά) πτώση φτερών, συνήθ. ως διαδικασία ανανέωσης του φτερώματος. Βλ. πτεροφυΐα, -ρροια. [< μεσν. πτερόρροια] | |
| 43495 | πτερόσαυρος | πτε-ρό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.) {πτερόσαυρ-ου}: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. ομάδα ιπτάμενων ερπετών (τάξη Pterosauria) διαφόρων μεγεθών, συνήθ. με τεράστιο άνοιγμα φτερών, που έζησαν μεταξύ της ιουρασικής και κρητιδικής περιόδου και εξαφανίστηκαν πριν από 65 εκατομμύρια έτη: προϊστορικός ~. Βλ. πτεροδάκτυλος. [< αγγλ. pterosaur < νεολατ. pterosauria < πτερὸν + σαῦρος ‘σαύρα’, γαλλ. ptérosauriens] | |
| 43496 | πτεροφάλαινα | πτε-ρο-φά-λαι-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο είδος φάλαινας (επιστ. ονομασ. Balaenoptera physalus). | |
| 43497 | πτεροφυΐα | πτε-ρο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (για πτηνά) δημιουργία φτερώματος. Βλ. πτερόρροια, -φυΐα. [< μτγν. πτεροφυΐα] | |