| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43498 | πτέρυγα | πτέ-ρυ-γα ουσ. (θηλ.) 1. κτίσμα που αποτελεί ανεξάρτητο τμήμα ενός κτιρίου, αλλά συνδέεται αρχιτεκτονικά και λειτουργικά με αυτό: ανατολική/βόρεια ~. Ειδική/κύρια/νέα ~. Η ~ του εργοστασίου/της Μονής/του νοσοκομείου/των φυλακών. ~ γραφείων/χειρουργείων. Ανέγερση/εγκαίνια (ανακαινισμένης)/κατασκευή/λειτουργία ~ας. 2. (μτφ.) καθεμία από τις ομάδες που εκπροσωπούν διαφορετικές τάσεις μέσα στο Κοινοβούλιο ή σε ένα κόμμα: η ~ της αντιπολίτευσης/κυβέρνησης. Ανήκει στην ακραία/ανανεωτική/μετριοπαθή/προοδευτική/ριζοσπαστική/συντηρητική ~ (= τάση). Οι ιδέες του είχαν μεγάλη απήχηση στην αριστερή/δεξιά/κεντρώα ~ (= παράταξη). Βλ. φράξια. 3. ΣΤΡΑΤ. (με κεφαλ. Π) αεροπορική μονάδα: 110 ~ Μάχης. 124 ~ Βασικής Εκπαίδευσης. 350 ~ Κατευθυνόμενων Βλημάτων. 4. καθένα από τα πλευρικά τμήματα ενός σχηματισμού, συνήθ. στρατιωτικού: η αριστερή/δεξιά ~ της ομάδας/του στρατεύματος. 5. (λόγ.) φτερό αεροσκάφους ή σπανιότ. πτηνού· καθετί που έχει το αντίστοιχο σχήμα: οι ~ες του αεροπλάνου/αλεξίπτωτου πλαγιάς/ελικοπτέρου. Αεροδυναμικές ~ες. Βλ. άτρακτος.|| ~ πουλιού. Πβ. φτερούγα.|| (ΑΝΑΤ.) Οι ~ες του ιερού/σφηνοειδούς οστού. [< αρχ. πτέρυξ ‘φτερό, πτερύγιο, προμαχώνας’γαλλ. aile, αγγλ. wing] | |
| 43499 | πτερυγίζει | βλ. φτερουγίζει | |
| 43500 | πτερυγικός | , ή, ό πτε-ρυ-γι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το πτερύγιο: ~ός: φόρτος. ~ή: επιφάνεια. ~ές: δεξαμενές (καυσίμου). | |
| 43501 | πτερύγιο | πτε-ρύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {πτερυγί-ου} 1. ΙΧΘΥΟΛ. μεμβρανώδης τριγωνική προεξοχή του σώματος των ψαριών και των υδρόβιων ζώων, η οποία τα βοηθά να κινούνται και να διατηρούν την ισορροπία τους μέσα στο νερό: ουραίο/ραχιαίο ~ (: μονά ~α). Θωρακικά/κοιλιακά/πλευρικά ~α (: ζυγά ~α). Τα ~α του καρχαρία/της φάλαινας/της φώκιας. Βλ. λέπι, φτερό.|| (κατ' επέκτ.) ~α κατάδυσης (= βατραχοπέδιλα). 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε τεχνολογικό εξάρτημα ή προεξοχή αντίστοιχης μορφής: περιστρεφόμενα ~α. ~α ανεμιστήρα/ανεμόμυλου/έλικα/στροβίλου. ~α ψύξης.|| (σε αεροσκάφος) Κάθετο/οριζόντιο ~ της ουράς. (στα φτερά) ~α καμπυλότητας/κλίσης.|| ~ πλοίου (= καρίνα). 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σαρκώδης τριγωνική ανάπτυξη του επιπεφυκότα, που επεκτείνεται πάνω στον κερατοειδή, δυσκολεύοντας ή καθιστώντας αδύνατη την όραση, αν δεν αφαιρεθεί έγκαιρα, και προκαλείται λόγω υπερέκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία ή εξαιτίας του χρόνιου ερεθισμού του ματιού από την ξηρή ατμόσφαιρα ή τη σκόνη που υπάρχει στις ηλιόλουστες χώρες. ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης: ΑΝΑΤ. το κάτω κινητό τμήμα των δύο πλάγιων τοιχωμάτων της μύτης. Βλ. ρουθούνι., πτερύγιο του αυτιού & (λόγ.) του ωτός: ΑΝΑΤ. χόνδρινος σκελετός στο έξω αυτί, ο οποίος καλύπτεται από δέρμα, περιβάλλει τον έξω ακουστικό πόρο και στο κάτω άκρο του υπάρχει λίπος. [< 1: αρχ. πτερύγιον 2: αγγλ. fin 3: αγγλ. pterygium] | |
| 43502 | πτερυγιοφόρος | , α/ος, ο πτε-ρυ-γι-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. που φέρει πτερύγιο: ~ες: αντλίες. ~α: ψυγεία. Βλ. -φόρος. | |
| 43503 | πτερυγισμός | πτε-ρυ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καρδιακή αρρυθμία που χαρακτηρίζεται από ρυθμική επιταχυμένη συστολή των κόλπων ή παλμική ανωμαλία των κοιλιών. Βλ. -ισμός, μαρμαρυγή. [< αγγλ. flutter, 1910] | |
| 43504 | πτερυγοειδής | , ής, ές πτε-ρυ-γο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει το σχήμα φτερούγας ή αντίστοιχη λειτουργία: ~ής: απόφυση (του σφηνοειδούς οστού)/ωμοπλάτη. Έξω/έσω ~ής μυς. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πτερυγοειδής, γαλλ. ptérygoïde, αγγλ. pterygoid] | |
| 43505 | πτερύγωση | πτε-ρύ-γω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. διάταξη πτερυγίων: ~ ανεμογεννήτριας. | |
| 43506 | πτερυγωτά | πτε-ρυ-γω-τά ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υποκλάση στην οποία ανήκουν όλα τα έντομα που έχουν φτερά. Βλ. άπτερος. ΑΝΤ. απτερυγωτά [< αρχ. επίθ. πτερυγωτός, γαλλ. ptérygotes, 1932, αγγλ. Pterygota] | |
| 43507 | πτέρωμα | βλ. φτέρωμα | |
| 43508 | πτερωτός | , ή, ό βλ. φτερωτός | |
| 43509 | πτηνό | πτη-νό ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΟΡΝΙΘ. πουλί: άγρια/αποδημητικά/αρπακτικά/εξωτικά/επιδημητικά/μεταναστευτικά/μικρά ~ά. Παρυδάτια/υδρόβια ~ά. ~ά συντροφιάς (: καναρίνι, παπαγάλος). Ταΐστρες/φωλιές ~ών. ΣΥΝ. πετούμενα ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των πτηνών/των πουλερικών & νόσος/ασθένεια των πτηνών/των πουλερικών: ΚΤΗΝ. -ΙΑΤΡ. γρίπη που προκαλείται από τον ιό Η5Ν1, προσβάλλει πτηνά και σπανιότ. χοίρους και μεταδίδεται από ζώο σε ζώο ή σε άνθρωπο. [< αγγλ. avian influenza, 1965, bird flu, 1972] , παραδείσια πουλιά βλ. παραδείσιος, ωδικά πτηνά βλ. ωδικός [< αρχ. πτηνόν] | |
| 43510 | πτηνοπανίδα | πτη-νο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΟΙΚΟΛ. ορνιθοπανίδα. | |
| 43511 | πτηνοπωλείο | [πτηνοπωλεῖο] πτη-νο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. κατάστημα ή τμήμα αγοράς όπου πωλούνται ορνιθόμορφα, νωπά ή κατεψυγμένα, και αβγά. Βλ. κρεοπωλείο. 2. (σπάν.) κατάστημα πώλησης πτηνών. Βλ. πετ σοπ, -πωλείο. | |
| 43512 | πτηνοτροφείο | [πτηνοτροφεῖο] πτη-νο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά εξοπλισμένη μονάδα εκτροφής πτηνών, κυρ. πουλερικών: γαλοπούλες/κοτόπουλα ~ου. Απόβλητα ~ων. Βλ. -τροφείο. ΣΥΝ. ορνιθοτροφείο | |
| 43513 | πτηνοτροφή | πτη-νο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: τροφή κατάλληλα παρασκευασμένη για οικόσιτα πτηνά. Βλ. φαλαρίδα, -τροφή. | |
| 43514 | πτηνοτροφία | πτη-νο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. συστηματική εκτροφή πτηνών με στόχο κυρ. την οικονομική εκμετάλλευση αυτών και των προϊόντων τους: βιολογική/οικόσιτη ~. Βλ. -τροφία. ΣΥΝ. ορνιθοτροφία [< γαλλ. aviculture] | |
| 43515 | πτηνοτροφικός | , ή, ό πτη-νο-τρο-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με την πτηνοτροφία ή τον πτηνοτρόφο: ~ός: κλάδος. ~ές: εγκαταστάσεις/επιχειρήσεις/μονάδες. ~ά: μηχανήματα/προϊόντα. Αγροτικός ~ Συνεταιρισμός. | |
| 43516 | πτηνοτρόφος | πτη-νο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την πτηνοτροφία. Βλ. -τρόφος. ΣΥΝ. ορνιθοτρόφος [< γαλλ. aviculteur] | |
| 43517 | πτήση | πτή-ση ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση αεροσκάφους ή άλλου πτητικού μέσου εντός ή εκτός της ατμόσφαιρας: αναγνωριστική/ασφαλής/διαστημική/δοκιμαστική/εκπαιδευτική/επανδρωμένη/μοιραία/νυχτερινή/όψεως (: χωρίς τη βοήθεια οργάνων)/παρθενική ~. ~ αεροπλάνου/διαστημόπλοιου/ελικοπτέρου/μαχητικού. Άδεια/εξομοιωτές/στάδια/συνθήκες/ταχύτητα/ύψος/χρόνος ~ης. Ώρες ~ης πιλότου. Ασφάλεια των ~εων. Βλ. υπερ~.|| ~ με αερόστατο. Ακροβατική/ελεύθερη ~ με αλεξίπτωτο πλαγιάς. Βλ. πετοφοβία. 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο προγραμματισμένο ταξίδι: πολύωρη ~ (βλ. τζετ λαγκ). Απευθείας ~ (: χωρίς ενδιάμεση στάση). ~ με ανταπόκριση/με προορισμό ... Αναβολή/αναχώρηση/άφιξη/καθυστέρηση/ματαίωση της ~ης Αθήνα-Λονδίνο. Κράτηση ~ης. Το πλήρωμα της ~ης. Αναταράξεις κατά την ~. Αεροπορικές/καθημερινές/τακτικές/φτηνές ~εις. Διεθνείς ~εις. ~εις εξωτερικού/εσωτερικού. Πληροφορίες/πρόγραμμα ~εων. Εγκαινιάζεται νέα απευθείας ~ προς ... Το αεροπλάνο εκτελούσε την ~ (με αριθμό/κωδικό) ... 3. (σπάν.-επίσ.) πέταγμα, συνήθ. πτηνού ή εντόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: επιμελητής πτήσεων: υπάλληλος της Πολιτικής Αεροπορίας, υπεύθυνος για τη μελέτη και τον σχεδιασμό της εκτέλεσης μιας πτήσης, καθώς και για τον έλεγχο της ασφάλειάς της., επίπεδο πτήσης: η κατακόρυφη απόσταση του αεροπλάνου από το έδαφος, εκφραζόμενη σε εκατοντάδες πόδια: ~ ~ 160., τυφλή πτήση 1. που γίνεται μόνο με τη βοήθεια οργάνων του αεροπλάνου και του πύργου ελέγχου σε περίπτωση έλλειψης ορατότητας (σκοτάδι, ομίχλη, νεφώσεις). 2. (μτφ.) πορεία προς άγνωστη και συνήθ. αρνητική, ολέθρια εξέλιξη: Κοινωνία (που οδηγείται) σε ~ ~ (προς την κρίση). Πβ. στα τυφλά. [< 1: αγγλ. blind flying, 1919] , υψηλή πτήση (μτφ.): αύξηση, ανοδική πορεία: ~ ~ των επιτοκίων. ~ ~ για την οικονομία., χαμηλή πτήση (μτφ.): πτώση: ~ ~ του χρηματιστηρίου. Σε ~ ~ η βιομηχανική παραγωγή., πτήση τσάρτερ βλ. τσάρτερ, σχέδιο πτήσης βλ. σχέδιο ● ΦΡ.: εν πτήσει (λόγ.): κατά τη διάρκεια της πτήσης: ατύχημα/περιπέτεια ~ ~. [< 3: αρχ. πτῆσις, γαλλ. vol, αγγλ. flight, flying] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ