| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43486 | ΠτΔ | (ο, η): Πρόεδρος της Δημοκρατίας. πβ. ΠΔ. | |
| 43487 | πτελέα | βλ. φτελιά | |
| 43488 | πτέραρχος | πτέ-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος βαθμός αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας: ~ εν αποστρατεία. Βλ. -αρχος, ναύαρχος, στρατηγός. [< αγγλ. wing-commander, 1914] | |
| 43489 | πτεριδόφυτα | πτε-ρι-δό-φυ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. πτεριδόφυτο}: ΒΟΤ. κατηγορία χερσαίων κρυπτόγαμων φυτών (επιστ. ονομασ. Pteridophyta) με ρίζες, κορμό και φύλλα, αλλά χωρίς άνθη. Βλ. βρυόφυτα, -φυτο. [< γερμ. Pteridophyta, γαλλ. ptéridophytes] | |
| 43490 | πτέρνα | πτέρ-να ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φτέρνα. Μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: αχίλλειος πτέρνα βλ. αχίλλειος | |
| 43491 | πτερό | βλ. φτερό | |
| 43492 | πτεροδάκτυλος | πτε-ρο-δά-κτυ-λος ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. είδος μικρόσωμων πτερόσαυρων. [< γαλλ. ptérodactyle, αγγλ. pterodactyl] | |
| 43493 | πτερόεις | , εσσα, εν πτε-ρό-εις επίθ. (αρχαιοπρ.): μόνο στο ● ΦΡ.: έπεα πτερόεντα βλ. έπος | |
| 43494 | πτερόρροια | πτε-ρόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (για πτηνά) πτώση φτερών, συνήθ. ως διαδικασία ανανέωσης του φτερώματος. Βλ. πτεροφυΐα, -ρροια. [< μεσν. πτερόρροια] | |
| 43495 | πτερόσαυρος | πτε-ρό-σαυ-ρος ουσ. (αρσ.) {πτερόσαυρ-ου}: ΠΑΛΑΙΟΝΤ. ομάδα ιπτάμενων ερπετών (τάξη Pterosauria) διαφόρων μεγεθών, συνήθ. με τεράστιο άνοιγμα φτερών, που έζησαν μεταξύ της ιουρασικής και κρητιδικής περιόδου και εξαφανίστηκαν πριν από 65 εκατομμύρια έτη: προϊστορικός ~. Βλ. πτεροδάκτυλος. [< αγγλ. pterosaur < νεολατ. pterosauria < πτερὸν + σαῦρος ‘σαύρα’, γαλλ. ptérosauriens] | |
| 43496 | πτεροφάλαινα | πτε-ρο-φά-λαι-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. πολύ μεγάλο είδος φάλαινας (επιστ. ονομασ. Balaenoptera physalus). | |
| 43497 | πτεροφυΐα | πτε-ρο-φυ-ΐ-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. (για πτηνά) δημιουργία φτερώματος. Βλ. πτερόρροια, -φυΐα. [< μτγν. πτεροφυΐα] | |
| 43498 | πτέρυγα | πτέ-ρυ-γα ουσ. (θηλ.) 1. κτίσμα που αποτελεί ανεξάρτητο τμήμα ενός κτιρίου, αλλά συνδέεται αρχιτεκτονικά και λειτουργικά με αυτό: ανατολική/βόρεια ~. Ειδική/κύρια/νέα ~. Η ~ του εργοστασίου/της Μονής/του νοσοκομείου/των φυλακών. ~ γραφείων/χειρουργείων. Ανέγερση/εγκαίνια (ανακαινισμένης)/κατασκευή/λειτουργία ~ας. 2. (μτφ.) καθεμία από τις ομάδες που εκπροσωπούν διαφορετικές τάσεις μέσα στο Κοινοβούλιο ή σε ένα κόμμα: η ~ της αντιπολίτευσης/κυβέρνησης. Ανήκει στην ακραία/ανανεωτική/μετριοπαθή/προοδευτική/ριζοσπαστική/συντηρητική ~ (= τάση). Οι ιδέες του είχαν μεγάλη απήχηση στην αριστερή/δεξιά/κεντρώα ~ (= παράταξη). Βλ. φράξια. 3. ΣΤΡΑΤ. (με κεφαλ. Π) αεροπορική μονάδα: 110 ~ Μάχης. 124 ~ Βασικής Εκπαίδευσης. 350 ~ Κατευθυνόμενων Βλημάτων. 4. καθένα από τα πλευρικά τμήματα ενός σχηματισμού, συνήθ. στρατιωτικού: η αριστερή/δεξιά ~ της ομάδας/του στρατεύματος. 5. (λόγ.) φτερό αεροσκάφους ή σπανιότ. πτηνού· καθετί που έχει το αντίστοιχο σχήμα: οι ~ες του αεροπλάνου/αλεξίπτωτου πλαγιάς/ελικοπτέρου. Αεροδυναμικές ~ες. Βλ. άτρακτος.|| ~ πουλιού. Πβ. φτερούγα.|| (ΑΝΑΤ.) Οι ~ες του ιερού/σφηνοειδούς οστού. [< αρχ. πτέρυξ ‘φτερό, πτερύγιο, προμαχώνας’γαλλ. aile, αγγλ. wing] | |
| 43499 | πτερυγίζει | βλ. φτερουγίζει | |
| 43500 | πτερυγικός | , ή, ό πτε-ρυ-γι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το πτερύγιο: ~ός: φόρτος. ~ή: επιφάνεια. ~ές: δεξαμενές (καυσίμου). | |
| 43501 | πτερύγιο | πτε-ρύ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {πτερυγί-ου} 1. ΙΧΘΥΟΛ. μεμβρανώδης τριγωνική προεξοχή του σώματος των ψαριών και των υδρόβιων ζώων, η οποία τα βοηθά να κινούνται και να διατηρούν την ισορροπία τους μέσα στο νερό: ουραίο/ραχιαίο ~ (: μονά ~α). Θωρακικά/κοιλιακά/πλευρικά ~α (: ζυγά ~α). Τα ~α του καρχαρία/της φάλαινας/της φώκιας. Βλ. λέπι, φτερό.|| (κατ' επέκτ.) ~α κατάδυσης (= βατραχοπέδιλα). 2. ΤΕΧΝΟΛ. κάθε τεχνολογικό εξάρτημα ή προεξοχή αντίστοιχης μορφής: περιστρεφόμενα ~α. ~α ανεμιστήρα/ανεμόμυλου/έλικα/στροβίλου. ~α ψύξης.|| (σε αεροσκάφος) Κάθετο/οριζόντιο ~ της ουράς. (στα φτερά) ~α καμπυλότητας/κλίσης.|| ~ πλοίου (= καρίνα). 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. σαρκώδης τριγωνική ανάπτυξη του επιπεφυκότα, που επεκτείνεται πάνω στον κερατοειδή, δυσκολεύοντας ή καθιστώντας αδύνατη την όραση, αν δεν αφαιρεθεί έγκαιρα, και προκαλείται λόγω υπερέκθεσης στην υπεριώδη ακτινοβολία ή εξαιτίας του χρόνιου ερεθισμού του ματιού από την ξηρή ατμόσφαιρα ή τη σκόνη που υπάρχει στις ηλιόλουστες χώρες. ● ΣΥΜΠΛ.: πτερύγιο της μύτης: ΑΝΑΤ. το κάτω κινητό τμήμα των δύο πλάγιων τοιχωμάτων της μύτης. Βλ. ρουθούνι., πτερύγιο του αυτιού & (λόγ.) του ωτός: ΑΝΑΤ. χόνδρινος σκελετός στο έξω αυτί, ο οποίος καλύπτεται από δέρμα, περιβάλλει τον έξω ακουστικό πόρο και στο κάτω άκρο του υπάρχει λίπος. [< 1: αρχ. πτερύγιον 2: αγγλ. fin 3: αγγλ. pterygium] | |
| 43502 | πτερυγιοφόρος | , α/ος, ο πτε-ρυ-γι-ο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): ΤΕΧΝΟΛ. που φέρει πτερύγιο: ~ες: αντλίες. ~α: ψυγεία. Βλ. -φόρος. | |
| 43503 | πτερυγισμός | πτε-ρυ-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. καρδιακή αρρυθμία που χαρακτηρίζεται από ρυθμική επιταχυμένη συστολή των κόλπων ή παλμική ανωμαλία των κοιλιών. Βλ. -ισμός, μαρμαρυγή. [< αγγλ. flutter, 1910] | |
| 43504 | πτερυγοειδής | , ής, ές πτε-ρυ-γο-ει-δής επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που έχει το σχήμα φτερούγας ή αντίστοιχη λειτουργία: ~ής: απόφυση (του σφηνοειδούς οστού)/ωμοπλάτη. Έξω/έσω ~ής μυς. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πτερυγοειδής, γαλλ. ptérygoïde, αγγλ. pterygoid] | |
| 43505 | πτερύγωση | πτε-ρύ-γω-ση ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. διάταξη πτερυγίων: ~ ανεμογεννήτριας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ