Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44080-44100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43518πτητικός, ή, ό πτη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πτήση: ~ός: έλεγχος (αεροπλάνου). ~ή: εκπαίδευση/εμπειρία/ικανότητα (αεροσκάφους)/μηχανή/συσκευή. ~ό: επίδομα (πιλότων). ~ά: μέσα. 2. ΧΗΜ. (για υγρό ή στερεό) που περιέρχεται εύκολα και γρήγορα σε κατάσταση εξαέρωσης: ~ή: οξύτητα/τέφρα. ~ό: οξύ. ~οί: εστέρες/οργανικοί διαλύτες. ~ά: έλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: πτητική οργανική ένωση: ΧΗΜ. κάθε οργανική ένωση της οποίας το σημείο βρασμού είναι χαμηλότερο ή ίσο των 250ºC· κάθε άχρωμη, άγευστη και άοσμη τεχνητή ουσία, εκτός του μεθανίου, η οποία, επειδή εμφανίζει μεγάλη πτητικότητα και εύκολη διασπορά στον αέρα, χρησιμοποιείται ως διαλύτης σε χρώματα, βερνίκια, σπρέι., πτητική μνήμη βλ. μνήμη [< 1: αρχ. πτητικός ‘ικανός να πετά’ 2: γαλλ. volatil]
43519πτητικότηταπτη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η φυσική ιδιότητα υγρής συνήθ. ουσίας να εξαερώνεται εύκολα: ~ της βενζίνης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. volatilité]
43523πτι-φουρουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πτιφούρ: ΖΑΧΑΡ. γεμιστά βουτήματα: ~ με κεράσι/μαρμελάδα/σοκολάτα. ~ τρούφα. [< γαλλ. petit-four]
43520πτίλοπτί-λο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πούπουλο: ~α πάπιας. [< αρχ. πτίλον < πέτομαι ‘πετώ’]
43521πτίλωμαπτί-λω-μα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πούπουλα πτηνών και γενικότ. φτέρωμα.
43522πτισάνηπτι-σά-νη ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): αποφλοιωμένο κυρ. κριθάρι και συνεκδ. το αφέψημα, ο ζωμός ή ο χυλός που παρασκευάζεται από το βράσιμό του. [< αρχ. πτισάνη]
43524πτολεμαϊκός, ή, ό πτο-λε-μα-ϊ-κός επίθ. 1. ΙΣΤ. που αναφέρεται στον στρατηγό του Αλεξάνδρου Πτολεμαίο Α' και στη δυναστεία που ιδρύθηκε από αυτόν στην Αίγυπτο (305-30 π.Χ.): ~ή: εποχή. ~ό: βασίλειο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον αστρονόμο Κλαύδιο Πτολεμαίο και τη γεωκεντρική θεωρία του για το Σύμπαν: Στο ~ό σύστημα ο Ήλιος περιφέρεται γύρω από τη Γη. [< μτγν. Πτολεμαϊκός]
43525πτοώ[πτοῶ] πτο-ώ ρ. (μτβ.) {πτο-εί ... | πτό-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): (συνήθ. με την άρνηση 'δεν') αποθαρρύνω, αποδυναμώνω την αποφασιστικότητα κάποιου, ανακόπτω τη δράση του: Οι απειλές/δυσκολίες/τα προβλήματα δεν μας ~ούν. Οι διαδηλωτές δεν ~ήθηκαν καθόλου από την έντονη βροχόπτωση. Έδειχνε ~ημένος (ΑΝΤ. απτόητος). Πβ. απογοητεύω, αποκαρδιώνω, κατα~, φοβίζω.|| (μτφ.) Ο ανώμαλος δρόμος και οι στροφές δεν ~ούν το όχημα. [< αρχ. πτοῶ]
43526πτύελοπτύ-ε-λο ουσ. (ουδ.) {πτυέλ-ου | συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. υγρή βλεννώδης ουσία που απεκκρίνεται από τους πνεύμονες, τους βρόγχους ή την τραχεία και αποβάλλεται μέσω του στόματος, συνήθ. σε νόσους του αναπνευστικού συστήματος: αιματηρά/προκλητά ~α. Καλλιέργεια/συλλογή ~ων. Βλ. απόχρεμψη. ΣΥΝ. φλέγμα (1) [< αρχ. πτύελον]
43527πτυελοδοχείο[πτυελοδοχεῖο] πτυ-ε-λο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δοχείο συλλογής πτυέλων που τοποθετείται κυρ. σε δημόσιους χώρους, ιατρεία, νοσοκομεία: οδοντιατρικό ~. ~ ασθενών. Βλ. -δοχείο. [< γαλλ. crachoir]
43528πτύοπτύ-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. το τελικό, κοίλο τμήμα του βραχίονα χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμεύει στην εκσκαφή και μεταφορά χώματος και γενικότ. διαφόρων υλικών: εκσκαφέας με ανεστραμμένο/πρόσθιο ~. Αυτοκινούμενα μηχανικά ~α. [< αρχ. πτύον ‘φτυάρι’]
43529πτυοσκάπανοπτυ-ο-σκά-πα-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με διπλή λειτουργία φτυαριού και αξίνας.
43530πτύσμαπτύ-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (προφ.) φτύ(σ)μα: φτυσιά. Πβ. ροχάλα. [< αρχ. πτύσμα ‘φλέγμα’]
43531πτύσσεταιπτύσ-σε-ται ρ. {κυρ. στη μτχ. πτυσσόμενος} (λόγ.): διπλώνει: Το τραπέζι ~, για να μεταφέρεται ή να αποθηκεύεται εύκολα. ● Μτχ.: πτυσσόμενος , η, ο 1. που αναδιπλώνεται ή συμπτύσσεται για εξοικονόμηση χώρου, άνετη μεταφορά και αποθήκευση ή αλλαγή χρήσης: ~ος: απορροφητήρας/χάρτης (βιβλίου). ~η: καρέκλα/κατασκευή/κεραία/σκάλα/τέντα. ~ο: καλώδιο/κρεβάτι/ποδήλατο. ~α: έπιπλα/ράφια. Πβ. σπαστός, τηλεσκοπικός. 2. που αποτελείται από μεμονωμένα κομμάτια ενωμένα μεταξύ τους με πτυχωτή δομή η οποία θυμίζει ακορντεόν: ~ες: πόρτες. ~α: κάγκελα. Πβ. αρθρωτός, φυσαρμόνικα. [< γαλλ. pliant] ● ΣΥΜΠΛ.: πτυσσόμενο μενού & πτυσσόμενη λίστα: ΠΛΗΡΟΦ. κατάλογος επιλογών ο οποίος εμφανίζεται όταν πατηθεί με το ποντίκι ένα κάτω βέλος που βρίσκεται στα δεξιά ενός πλαισίου με κείμενο μίας γραμμής. [< αγγλ. drop/pull down menu/list] [< αρχ. πτύσσω ‘διπλώνω’]
43532πτυχήπτυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. δίπλωση που εμφανίζεται σε επίπεδη επιφάνεια: (για ρούχο) ~ του παντελονιού (= τσάκιση). ~ές της φούστας (= δίπλες, πιέτες· βλ. πλισέ).|| (για ύφασμα) ~ές της κουρτίνας (= σούρες).|| ~ές του δέρματος (= δερματικές ~ές, ζάρες). (ΑΝΑΤ.) ~ές του βλεννογόνου. Πβ. πτύχωση. 2. (μτφ.) όψη, πλευρά: η αρνητική/θετική/ιδεολογική/κοινωνική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/πολιτική ~ ενός θέματος. Οι γενικές/διεθνείς/επιμέρους/πολλαπλές ~ές ενός φαινομένου. Μια άγνωστη/άλλη/σκοτεινή/φωτεινή ~ της ζωής του. Το ντοκιμαντέρ φωτίζει ~ές της τοπικής κοινωνίας. Οι ~ές του έργου ενός λογοτέχνη. Ανάλυση/εξέταση κάθε ~ής/όλων των ~ών του προβλήματος (πβ. εφ' όλης της ύλης). Πβ. διάσταση, παράμετρος, συνιστώσα.πτυχές (οι): ΓΕΩΛ. κυματοειδείς σχηματισμοί σε ιζηματογενή και μεταμορφωμένα πετρώματα λόγω πλαστικής παραμόρφωσης. Βλ. διάκλαση, ρήγμα. [< αγγλ. folds] [< 1: αρχ. πτυχή]
43533πτυχιακός, ή, ό πτυ-χι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στο πτυχίο και ειδικότ. στη διαδικασία ή στο χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στην απόκτησή του ή στο πρόσωπο που βρίσκεται στο στάδιο απόκτησής του: ~ός: τίτλος. ~ό: πρόγραμμα (σπουδών).|| ~ές: εξετάσεις. ~ά: μαθήματα. Βλ. διδακτορικός, προ~, μετα~.|| ~ός: φοιτητής. Βλ. επί πτυχίω. ● ΣΥΜΠΛ.: πτυχιακή εργασία & (προφ.) πτυχιακή (η): που η εκπόνησή της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη πτυχίου στις περισσότερες ανώτερες ή ανώτατες σχολές. ΣΥΝ. διπλωματική εργασία
43534πτυχίοπτυ-χί-ο ουσ. (ουδ.): έγγραφο, τίτλος σπουδών που πιστοποιεί την ολοκλήρωση της φοίτησης, κυρ. σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή, ή τις επαρκείς γνώσεις σε κάποιον τομέα, κατόπιν διενέργειας εξετάσεων από κρατικό φορέα: αναγνώριση/αντίγραφο/απόκτηση/βαθμός/κάτοχος/(επικυρωμένη) φωτοτυπία/χορήγηση ~ου. Μελετητικά/πλαστά ~α. Αναβάθμιση ~ων. ~ ΑΕΙ/ΤΕΙ. ~ Ιατρικής/Νομικής. ~ ηλεκτρονικού/μηχανολόγου. ~ σε πάπυρο/περγαμηνή. ~α από ξένα πανεπιστήμια (βλ. ΔΟΑΤΑΠ). Έχω/παίρνω ~. Έγινε η απονομή των ~ων.|| Κρατικό ~ (= πιστοποιητικό) γλωσσομάθειας. ~ ΙΕΚ/ξένων γλωσσών/τεχνικών και επαγγελματικών σχολών. Πιστοποίηση ~ων. Πβ. δίπλωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενημερότητα πτυχίου βλ. ενημερότητα ● ΦΡ.: επί πτυχίω [ἐπί πτυχίῳ] (λόγ.) & (προφ.) στο πτυχίο: χαρακτηρισμός κυρ. φοιτητών που έχουν συμπληρώσει τα υποχρεωτικά χρόνια παρακολούθησης της σχολής τους, αλλά χρωστούν κάποια μαθήματα, προκειμένου να πάρουν πτυχίο: εξεταστική για τους ~ ~.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) Οι ~ ~ εξετάσεις., καίω/σκίζω το πτυχίο/τα πτυχία μου 1. για δήλωση της απαξίωσης των σπουδών: Δεν βρίσκω δουλειά και μου 'ρχεται να κάψω/σκίσω ~! 2. (μτφ.) σε περιπτώσεις που κάποιος ακούει κάτι απίθανο, παράλογο που καταρρίπτει τις θεωρίες ή τις απόψεις του: Αν γίνει αυτό που λες, εγώ θα σκίσω ~!, τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; βλ. γαλόνι2 [< μτγν. πτυχίον 'πινακίδα που διπλώνει', γαλλ. diplôme]
43535πτυχιούχος[πτυχιοῦχος] πτυ-χι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάτοχος πτυχίου: ~ βιολογίας/πληροφορικής. Επαγγελματική σταδιοδρομία/εργασιακά δικαιώματα/πρόσληψη ~ου. ~οι (ανωτάτων/ανωτέρων) σχολών/εξωτερικού/πανεπιστημίου. Εξομοίωση/κατατάξεις/ορκωμοσία/σύλλογος ~ων.|| (ως επίθ.) ~ος: γεωπόνος. Πβ. διπλωματούχος. Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. diplômé]
43537πτυχώνειπτυ-χώ-νει ρ. (αμτβ.) {πτυχω-μένος}: σχηματίζει πτυχές: Το πάνω μέρος της ποδιάς ~ κάτω από τη μέση. ~μένη: φούστα (: με πιέτες). Βλ. ζαρώνω.|| (ΑΝΑΤ.) Τμήμα του στομάχου ~εται μέσα στον αυλό του.|| (ΓΕΩΛ.) Ο ηπειρωτικός φλοιός ~εται και δημιουργεί οροσειρές. [< γαλλ. plier]
43538πτύχωσηπτύ-χω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία πτυχής ή πτυχών και συνεκδ. η πτυχή ή το σύνολο πτυχών: μηχανές ~ης χαρτιού. ~ώσεις του εδάφους/του φλοιού (της Γης/του δέντρου/του εγκεφάλου)/υφάσματος (= πιέτες). Οι ρυτίδες είναι ~ώσεις του δέρματος (= ζάρες). Πβ. δίπλα.|| (ΙΑΤΡ.) Λαπαροσκοπική γαστρική ~ ή ~ στομάχου.|| (ΓΕΩΛ.) Αλπική ~. Βλ. ρηγμάτωση. [< γαλλ. plissement, pli]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.