Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [44080-44100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43506πτερυγωτάπτε-ρυ-γω-τά ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. υποκλάση στην οποία ανήκουν όλα τα έντομα που έχουν φτερά. Βλ. άπτερος. ΑΝΤ. απτερυγωτά [< αρχ. επίθ. πτερυγωτός, γαλλ. ptérygotes, 1932, αγγλ. Pterygota]
43507πτέρωμαβλ. φτέρωμα
43508πτερωτός, ή, ό βλ. φτερωτός
43509πτηνόπτη-νό ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΟΡΝΙΘ. πουλί: άγρια/αποδημητικά/αρπακτικά/εξωτικά/επιδημητικά/μεταναστευτικά/μικρά ~ά. Παρυδάτια/υδρόβια ~ά. ~ά συντροφιάς (: καναρίνι, παπαγάλος). Ταΐστρες/φωλιές ~ών. ΣΥΝ. πετούμενα ● ΣΥΜΠΛ.: γρίπη των πτηνών/των πουλερικών & νόσος/ασθένεια των πτηνών/των πουλερικών: ΚΤΗΝ. -ΙΑΤΡ. γρίπη που προκαλείται από τον ιό Η5Ν1, προσβάλλει πτηνά και σπανιότ. χοίρους και μεταδίδεται από ζώο σε ζώο ή σε άνθρωπο. [< αγγλ. avian influenza, 1965, bird flu, 1972] , παραδείσια πουλιά βλ. παραδείσιος, ωδικά πτηνά βλ. ωδικός [< αρχ. πτηνόν]
43510πτηνοπανίδαπτη-νο-πα-νί-δα ουσ. (θηλ.) (σπάν.): ΟΙΚΟΛ. ορνιθοπανίδα.
43511πτηνοπωλείο[πτηνοπωλεῖο] πτη-νο-πω-λεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. κατάστημα ή τμήμα αγοράς όπου πωλούνται ορνιθόμορφα, νωπά ή κατεψυγμένα, και αβγά. Βλ. κρεοπωλείο. 2. (σπάν.) κατάστημα πώλησης πτηνών. Βλ. πετ σοπ, -πωλείο.
43512πτηνοτροφείο[πτηνοτροφεῖο] πτη-νο-τρο-φεί-ο ουσ. (ουδ.): ειδικά εξοπλισμένη μονάδα εκτροφής πτηνών, κυρ. πουλερικών: γαλοπούλες/κοτόπουλα ~ου. Απόβλητα ~ων. Βλ. -τροφείο. ΣΥΝ. ορνιθοτροφείο
43513πτηνοτροφήπτη-νο-τρο-φή ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: τροφή κατάλληλα παρασκευασμένη για οικόσιτα πτηνά. Βλ. φαλαρίδα, -τροφή.
43514πτηνοτροφίαπτη-νο-τρο-φί-α ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΤ. συστηματική εκτροφή πτηνών με στόχο κυρ. την οικονομική εκμετάλλευση αυτών και των προϊόντων τους: βιολογική/οικόσιτη ~. Βλ. -τροφία. ΣΥΝ. ορνιθοτροφία [< γαλλ. aviculture]
43515πτηνοτροφικός, ή, ό πτη-νο-τρο-φι-κός επίθ.: ΖΩΟΤ. που σχετίζεται με την πτηνοτροφία ή τον πτηνοτρόφο: ~ός: κλάδος. ~ές: εγκαταστάσεις/επιχειρήσεις/μονάδες. ~ά: μηχανήματα/προϊόντα. Αγροτικός ~ Συνεταιρισμός.
43516πτηνοτρόφοςπτη-νο-τρό-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με την πτηνοτροφία. Βλ. -τρόφος. ΣΥΝ. ορνιθοτρόφος [< γαλλ. aviculteur]
43517πτήσηπτή-ση ουσ. (θηλ.) 1. κίνηση αεροσκάφους ή άλλου πτητικού μέσου εντός ή εκτός της ατμόσφαιρας: αναγνωριστική/ασφαλής/διαστημική/δοκιμαστική/εκπαιδευτική/επανδρωμένη/μοιραία/νυχτερινή/όψεως (: χωρίς τη βοήθεια οργάνων)/παρθενική ~. ~ αεροπλάνου/διαστημόπλοιου/ελικοπτέρου/μαχητικού. Άδεια/εξομοιωτές/στάδια/συνθήκες/ταχύτητα/ύψος/χρόνος ~ης. Ώρες ~ης πιλότου. Ασφάλεια των ~εων. Βλ. υπερ~.|| ~ με αερόστατο. Ακροβατική/ελεύθερη ~ με αλεξίπτωτο πλαγιάς. Βλ. πετοφοβία. 2. (κατ' επέκτ.) το αντίστοιχο προγραμματισμένο ταξίδι: πολύωρη ~ (βλ. τζετ λαγκ). Απευθείας ~ (: χωρίς ενδιάμεση στάση). ~ με ανταπόκριση/με προορισμό ... Αναβολή/αναχώρηση/άφιξη/καθυστέρηση/ματαίωση της ~ης Αθήνα-Λονδίνο. Κράτηση ~ης. Το πλήρωμα της ~ης. Αναταράξεις κατά την ~. Αεροπορικές/καθημερινές/τακτικές/φτηνές ~εις. Διεθνείς ~εις. ~εις εξωτερικού/εσωτερικού. Πληροφορίες/πρόγραμμα ~εων. Εγκαινιάζεται νέα απευθείας ~ προς ... Το αεροπλάνο εκτελούσε την ~ (με αριθμό/κωδικό) ... 3. (σπάν.-επίσ.) πέταγμα, συνήθ. πτηνού ή εντόμου. ● ΣΥΜΠΛ.: επιμελητής πτήσεων: υπάλληλος της Πολιτικής Αεροπορίας, υπεύθυνος για τη μελέτη και τον σχεδιασμό της εκτέλεσης μιας πτήσης, καθώς και για τον έλεγχο της ασφάλειάς της., επίπεδο πτήσης: η κατακόρυφη απόσταση του αεροπλάνου από το έδαφος, εκφραζόμενη σε εκατοντάδες πόδια: ~ ~ 160., τυφλή πτήση 1. που γίνεται μόνο με τη βοήθεια οργάνων του αεροπλάνου και του πύργου ελέγχου σε περίπτωση έλλειψης ορατότητας (σκοτάδι, ομίχλη, νεφώσεις). 2. (μτφ.) πορεία προς άγνωστη και συνήθ. αρνητική, ολέθρια εξέλιξη: Κοινωνία (που οδηγείται) σε ~ ~ (προς την κρίση). Πβ. στα τυφλά. [< 1: αγγλ. blind flying, 1919] , υψηλή πτήση (μτφ.): αύξηση, ανοδική πορεία: ~ ~ των επιτοκίων. ~ ~ για την οικονομία., χαμηλή πτήση (μτφ.): πτώση: ~ ~ του χρηματιστηρίου. Σε ~ ~ η βιομηχανική παραγωγή., πτήση τσάρτερ βλ. τσάρτερ, σχέδιο πτήσης βλ. σχέδιο ● ΦΡ.: εν πτήσει (λόγ.): κατά τη διάρκεια της πτήσης: ατύχημα/περιπέτεια ~ ~. [< 3: αρχ. πτῆσις, γαλλ. vol, αγγλ. flight, flying]
43518πτητικός, ή, ό πτη-τι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πτήση: ~ός: έλεγχος (αεροπλάνου). ~ή: εκπαίδευση/εμπειρία/ικανότητα (αεροσκάφους)/μηχανή/συσκευή. ~ό: επίδομα (πιλότων). ~ά: μέσα. 2. ΧΗΜ. (για υγρό ή στερεό) που περιέρχεται εύκολα και γρήγορα σε κατάσταση εξαέρωσης: ~ή: οξύτητα/τέφρα. ~ό: οξύ. ~οί: εστέρες/οργανικοί διαλύτες. ~ά: έλαια. ● ΣΥΜΠΛ.: πτητική οργανική ένωση: ΧΗΜ. κάθε οργανική ένωση της οποίας το σημείο βρασμού είναι χαμηλότερο ή ίσο των 250ºC· κάθε άχρωμη, άγευστη και άοσμη τεχνητή ουσία, εκτός του μεθανίου, η οποία, επειδή εμφανίζει μεγάλη πτητικότητα και εύκολη διασπορά στον αέρα, χρησιμοποιείται ως διαλύτης σε χρώματα, βερνίκια, σπρέι., πτητική μνήμη βλ. μνήμη [< 1: αρχ. πτητικός ‘ικανός να πετά’ 2: γαλλ. volatil]
43519πτητικότηταπτη-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. η φυσική ιδιότητα υγρής συνήθ. ουσίας να εξαερώνεται εύκολα: ~ της βενζίνης. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. volatilité]
43523πτι-φουρουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πτιφούρ: ΖΑΧΑΡ. γεμιστά βουτήματα: ~ με κεράσι/μαρμελάδα/σοκολάτα. ~ τρούφα. [< γαλλ. petit-four]
43520πτίλοπτί-λο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πούπουλο: ~α πάπιας. [< αρχ. πτίλον < πέτομαι ‘πετώ’]
43521πτίλωμαπτί-λω-μα ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): πούπουλα πτηνών και γενικότ. φτέρωμα.
43522πτισάνηπτι-σά-νη ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): αποφλοιωμένο κυρ. κριθάρι και συνεκδ. το αφέψημα, ο ζωμός ή ο χυλός που παρασκευάζεται από το βράσιμό του. [< αρχ. πτισάνη]
43524πτολεμαϊκός, ή, ό πτο-λε-μα-ϊ-κός επίθ. 1. ΙΣΤ. που αναφέρεται στον στρατηγό του Αλεξάνδρου Πτολεμαίο Α' και στη δυναστεία που ιδρύθηκε από αυτόν στην Αίγυπτο (305-30 π.Χ.): ~ή: εποχή. ~ό: βασίλειο. 2. ΑΣΤΡΟΝ. που σχετίζεται με τον αστρονόμο Κλαύδιο Πτολεμαίο και τη γεωκεντρική θεωρία του για το Σύμπαν: Στο ~ό σύστημα ο Ήλιος περιφέρεται γύρω από τη Γη. [< μτγν. Πτολεμαϊκός]
43525πτοώ[πτοῶ] πτο-ώ ρ. (μτβ.) {πτο-εί ... | πτό-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (λόγ.): (συνήθ. με την άρνηση 'δεν') αποθαρρύνω, αποδυναμώνω την αποφασιστικότητα κάποιου, ανακόπτω τη δράση του: Οι απειλές/δυσκολίες/τα προβλήματα δεν μας ~ούν. Οι διαδηλωτές δεν ~ήθηκαν καθόλου από την έντονη βροχόπτωση. Έδειχνε ~ημένος (ΑΝΤ. απτόητος). Πβ. απογοητεύω, αποκαρδιώνω, κατα~, φοβίζω.|| (μτφ.) Ο ανώμαλος δρόμος και οι στροφές δεν ~ούν το όχημα. [< αρχ. πτοῶ]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.