| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43539 | πτυχωσιγενής | , ής, ές πτυ-χω-σι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που έχει δημιουργηθεί από πτυχώσεις, δηλ. κυρτώσεις των αρχικών μορφών των γεωλογικών σχηματισμών: ~είς: δομές. Βλ. -γενής. | |
| 43540 | πτυχωτός | , ή, ό πτυ-χω-τός επίθ.: που σχηματίζει πτυχές: ~ό: φίλτρο (καθαρισμού αέρα).|| ~ός: χιτώνας. ~ή: φούστα (πβ. πλισέ).|| (ΒΙΟΛ.) β-~ή επιφάνεια. ~ή μορφή πολυπεπτιδικής αλυσίδας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή ινώδης υπερπλασία. [< γαλλ. plissé] | |
| 43541 | πτύω | πτύ-ω ρ. (μτβ.) (λόγ.): φτύνω. [< αρχ. πτύω] | |
| 43542 | πτώμα | [πτῶμα] πτώ-μα ουσ. (ουδ.) 1. νεκρό σώμα ανθρώπου ή ζώου: απανθρακωμένο/διαμελισμένο ~. ~ σε αποσύνθεση/(προχωρημένη) σήψη. Ανεύρεση/εντοπισμός ~ατος. Αναγνώριση (της ταυτότητας) του ~ατος. Διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης/νεκροψίας σε ~. Περισυλλογή ~άτων. Αποκομιδή ~άτων ζώων. Ανέσυραν/βρήκαν/έθαψαν/εξαφάνισαν το ~. Θρηνώ/κλαίω πάνω από το ~ κάποιου. Πβ. κουφάρι, λείψανο, σορός. Βλ. μούμια.|| Αποτέφρωση ~άτων ζώων. Πβ. λέσι, ψοφίμι. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-προφ.) κατάκοπος: Είμαι/έγινα ~ από την/στην κούραση. Γύρισε ~ από τη δουλειά. Είναι ~ από τις συνεχείς μετακινήσεις/το χθεσινό ξενύχτι. Πβ. ρετάλι. ΣΥΝ. κουρέλι (2), λιώμα (1), ράκος (1), ψόφιος (1) ● Υποκ.: πτωματάκι (το) ● ΦΡ.: πάνω από το πτώμα (μου) (μτφ.-προφ.) για να δηλωθεί 1. (εμφατ.) η αποφασιστικότητα κάποιου να εναντιωθεί σθεναρά σε κάτι: Μόνο ~ ~ μου θα ... Θα πρέπει να περάσει ~ ~ μου, για να ... 2. αδίστακτη και συνήθ. ανήθικη εκμετάλλευση: Συνεχίζεται το παζάρι ~ ~ των ... [< αγγλ. over my dead body] , πατά(ει) επί πτωμάτων (λόγ.): χρησιμοποιεί αδίστακτα κάθε μέσο, για να πετύχει τους στόχους του: ~ούν ~, για να επιβιώσουν. Πλούτισε, πατώντας ~. [< 1: αρχ. πτῶμα] | |
| 43543 | πτωμαΐνη | πτω-μαΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τοξική αμινική ουσία που σχηματίζεται από τη διάσπαση των πρωτεϊνών, εξαιτίας της δράσης βακτηριακών ενζύμων κατά την αποσύνθεση πτωμάτων και χαρακτηρίζεται από έντονη δυσοσμία. || (μτφ.) Η κατάσταση μυρίζει ~. [< γαλλ. ptomaïne, αγγλ. ptomaine] | |
| 43544 | πτωματικός | , ή, ό πτω-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με το πτώμα ή προέρχεται από αυτό: ~ή: ακαμψία. ~οί: δότες. ~ές: υποστάσεις.|| ~ό: μόσχευμα. [< πβ. μτγν. πτωματικός 'επιληπτικός', γαλλ. cadavérique] | |
| 43545 | πτωματοφάγος | , ος, ο πτω-μα-το-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με πτώματα: ~ος: γύπας/καρχαρίας. ~ες: ύαινες. ~α: όρνια.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. -φάγος. | |
| 43546 | πτώση | πτώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ελεύθερη κατακόρυφη κίνηση ενός σώματος υπό την επίδραση της βαρύτητας: (για πρόσ.) ~ από άλογο/μπαλκόνι/ποδήλατο/σκάλα/ύψος. ~ σε γκρεμό/καταρράκτη. ~ με αλεξίπτωτο. ~ από γλίστρημα/παραπάτημα/σπρώξιμο. Κίνδυνος ~ης. Θάνατος/κάταγμα από ~.|| ~ αεροπλάνου (λόγω βλάβης)/βράχων (πβ. κατολίσθηση)/κεραυνού/μαλλιών (= τριχόπτωση)/μετεωρίτη/φύλλων (= φυλλόπτωση)/χαλαζιού (= χαλαζόπτωση)/χιονιού (= χιονόπτωση)/χιονοστιβάδας. Τα αίτια της ~ης του μαχητικού.|| (μτφ.) ~ της αυλαίας του φεστιβάλ (= λήξη).|| (ΙΑΤΡ.) (Παραλυτική) ~ του άνω βλεφάρου (= βλεφαρόπτωση). ~ μήτρας (βλ. πρόπτωση). ~ (= χαλάρωση) των μαστών. ΣΥΝ. πέσιμο (1) 2. γκρέμισμα, κατάρρευση: ~ κτιρίων εξαιτίας του σεισμού. Η ~ του τείχους του Βερολίνου.|| ~ δέντρων λόγω του δυνατού αέρα.|| ~ του οχυρού μετά από πολιορκία. (ΙΣΤ.) Η ~ της Κωνσταντινούπολης (= άλωση). 3. (μτφ.) μείωση: αισθητή/απότομη/δραματική/μεγάλη/μικρή/οριακή/ραγδαία/σημαντική/σταθερή ~. ~ της ανεργίας/των αξιών/της απόδοσης/των βάσεων/των επιδόσεων/της ζήτησης/της θερμοκρασίας/της (τουριστικής) κίνησης (πβ. ύφεση)/των μετοχών/των τιμών (= αποπληθωρισμός). Ανακοπή/αποτροπή της ~ης. Συνέπειες της ~ης. Σε ~ (βρίσκεται) η δημοτικότητα του ... Παρατηρείται ~ των εισπράξεων/των πωλήσεων. Πβ. κάμψη, υποχώρηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε/σημείωσε/υπέστη ~ (σε ποσοστό ...%). Με ~ έκλεισε το ΧΑΑ. Βλ. κραχ.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του αιματοκρίτη (βλ. αναιμία)/της πίεσης (βλ. υπόταση)/του πυρετού. ΑΝΤ. άνοδος (1) 4. διακοπή της λειτουργίας ηλεκτρικού κυκλώματος: ~ της ασφάλειας/του ρεύματος. 5. (μτφ.) απώλεια θέσης, δύναμης: ~ του καθεστώτος/της κυβέρνησης. ~ βασιλιά από το αξίωμά του (= έκπτωση, καθαίρεση).|| Ηθική/πνευματική/πολιτιστική ~ (= διάλυση, κατάπτωση, ξεπεσμός, παρακμή). ~ του βιοτικού/μορφωτικού επιπέδου. Παρακμή και ~ μιας αυτοκρατορίας.|| Τον παρέσυρε στην ~ (= στον βούρκο, στην καταστροφή).|| ~ του ηθικού.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ (των Πρωτοπλάστων) από τον Παράδεισο.|| (ΦΙΛΟΛ.) Η ~ του ήρωα μιας τραγωδίας. ΑΝΤ. άνοδος (3) 6. ΓΡΑΜΜ. καθένας από τους μορφολογικούς τύπους που σχηματίζουν οι κλιτές λέξεις εκτός από τα ρήματα: ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική (~) ενικού/πληθυντικού. Ορθές ~εις (: η ονομαστική και η κλητική). Βλ. αφαιρετική, δοτική. 7. ΜΟΥΣ. σύνδεση δύο ή περισσότερων συγχορδιών, ώστε να επιτυγχάνεται το χώρισμα μιας φράσης από μια άλλη, να δημιουργείται δηλ. η εντύπωση της κατάληξης: ατελής ή μισή/διακεκομμένη, απροσδόκητος ή απρόοπτος/πλαγία ή εκκλησιαστική/τελεία ~. ~ στη δεσπόζουσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη πτώση 1. ΦΥΣ. η κίνηση που εκτελεί ένα σώμα μόνο με την επίδραση του βάρους του. 2. (μτφ.) ανεξέλεγκτη καθοδική πορεία: Σε ~ ~ η καριέρα του/οι λιανικές πωλήσεις. 3. το χρονικό διάστημα της πτώσης του αλεξιπτωτιστή, προτού ανοίξει το αλεξίπτωτο. [< αγγλ. free fall, 1919] , κατακόρυφη/κάθετη πτώση (μτφ.): απότομη και δραματική μείωση: ~ ~ των εξαγωγών/της παραγωγής., πλάγιες πτώσεις: ΓΡΑΜΜ. η γενική, η αιτιατική και (στην Αρχαία Ελληνική) η δοτική. ● ΦΡ.: μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως: μέχρις εσχάτων, μέχρις εξαντλήσεως: μάχη ~ ~. Πολέμησαν ~ ~.|| Χορέψαμε ~ ~. [< 1, 2, 6: αρχ. πτῶσις, γαλλ. chute, ptose, αγγλ. drop, fall 7: ιταλ. cadenza] | |
| 43548 | πτωτικός | , ή, ό πτω-τι-κός επίθ. 1. (λόγ.) που παρουσιάζει ποσοτική ή ποιοτική μείωση, υποβάθμιση: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κύκλος (των επιτοκίων)/ρυθμός. ~ή: κίνηση/πορεία. ~ό: κλίμα (αγοράς)/ρεύμα/σερί. ~ές: τάσεις. Σε ~ή τροχιά το Χρηματιστήριο. Βλ. προ~. ΣΥΝ. καθοδικός (1) ΑΝΤ. ανοδικός (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την πτώση: ~ές: καταλήξεις. ● Ουσ.: πτωτικά (τα): ΓΡΑΜΜ. τα ονοματικά μέρη του λόγου που διαθέτουν πτώσεις (άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία, μετοχή, αριθμητικό). ● επίρρ.: πτωτικά: ~ κινήθηκε το Χρηματιστήριο. [< 1: αγγλ. falling 2: μτγν. πτωτικός] | |
| 43550 | πτωχαίνω | βλ. φτωχαίνω | |
| 43551 | πτωχεία | βλ. φτώχεια | |
| 43552 | πτώχευση | πτώ-χευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αδυναμία φυσικού ή νομικού προσώπου που διενεργεί εμπορικές πράξεις να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του με απόφαση δικαστηρίου (Πρωτοδικείου): δόλια/ελεγχόμενη ~. Αίτηση ~ης. Βαδίζει/οδεύει ολοταχώς προς την ~. Η διεθνής κρίση οδήγησε την επιχείρηση σε ~. Ο οφειλέτης κηρύσσεται σε/τελεί υπό ~. Βρίσκεται στα πρόθυρα της ~ης/ένα βήμα πριν την ~. Πβ. φαλιμέντο, φαλίρισμα. Βλ. εκποίηση, πιστωτικός κίνδυνος.|| Η ~ της χώρας. ΣΥΝ. χρεοκοπία (1) [< μεσν. πτώχευσις, γαλλ. faillite] | |
| 43553 | πτωχευτικός | , ή, ό πτω-χευ-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την πτώχευση: ~ός: κώδικας/νόμος/πιστωτής/συμβιβασμός. ~ή: ανάκληση/απαλλοτρίωση/διαδικασία/ικανότητα (των εταιρειών)/νοµοθεσία/περιουσία. ~ό: δικαστήριο. ~ές: απαιτήσεις (δανειστών). ~ά: χρέη. ● ΣΥΜΠΛ.: Πτωχευτικό Δίκαιο: κλάδος του Εμπορικού Δικαίου που ασχολείται με τους νόμους που διέπουν την πτώχευση. | |
| 43554 | πτωχεύω | πτω-χεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πτώχευ-σε (λόγ. μτχ. πτωχεύσ-ας, -ασα), -μένος, -οντας} (λόγ.): περιέρχομαι σε πτώχευση: Η εταιρεία ~σε. Πβ. βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι, βουλιάζω, πέφτω έξω, φαλιρίζω. ΣΥΝ. χρεοκοπώ (1) ● ΦΡ.: πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν (από εκκλησιαστικό τροπάριο): για το ευμετάβλητο των ανθρώπινων πραγμάτων., δυστυχώς επτωχεύσαμεν βλ. δυστυχώς [< αρχ. πτωχεύω ‘είμαι ή γίνομαι φτωχός’, γαλλ. faire faillite] | |
| 43555 | πτωχικός | , ή, ό βλ. φτωχικός | |
| 43556 | πτωχοκομείο | [πτωχοκομεῖο] πτω-χο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) φτωχοκομείο: φιλανθρωπικό, συνήθ. κρατικό, ίδρυμα που παρέχει υποστήριξη και στέγαση σε απόρους: επιδόματα/παροχές ~ου (= εξαθλίωσης, πείνας). Βλ. -κομείο. [< γερμ. Armenhaus, Armenanstalt] | |
| 43557 | πτωχοποίηση | βλ. φτωχοποίηση | |
| 43558 | πτωχοπροδρομικός | , ή, ό πτω-χο-προ-δρο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Βυζαντινό ποιητή Θεόδωρο Πρόδρομο (Πτωχοπρόδρομο) ή τον πτωχοπροδρομισμό. ΣΥΝ. προδρομικός (2) ● Ουσ.: πτωχοπροδρομικά (τα): ΦΙΛΟΛ. βυζαντινά δημώδη σατιρικά ποιήματα του 12ου αι. τα οποία απευθύνονται στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό ή στον γιο του Μανουήλ για παροχή χρηματικής βοήθειας. | |
| 43559 | πτωχοπροδρομισμός | πτω-χο-προ-δρο-μι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προβολή της φτώχειας ή της αδυναμίας κάποιου από τον ίδιον με αναξιοπρεπή τρόπο, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους: μιζέρια, ραγιαδισμός και ~. Βλ. -ισμός. | |
| 43560 | πτωχός | , ή, ό βλ. φτωχός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ