| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43526 | πτύελο | πτύ-ε-λο ουσ. (ουδ.) {πτυέλ-ου | συνήθ. στον πληθ.}: ΙΑΤΡ. υγρή βλεννώδης ουσία που απεκκρίνεται από τους πνεύμονες, τους βρόγχους ή την τραχεία και αποβάλλεται μέσω του στόματος, συνήθ. σε νόσους του αναπνευστικού συστήματος: αιματηρά/προκλητά ~α. Καλλιέργεια/συλλογή ~ων. Βλ. απόχρεμψη. ΣΥΝ. φλέγμα (1) [< αρχ. πτύελον] | |
| 43527 | πτυελοδοχείο | [πτυελοδοχεῖο] πτυ-ε-λο-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): δοχείο συλλογής πτυέλων που τοποθετείται κυρ. σε δημόσιους χώρους, ιατρεία, νοσοκομεία: οδοντιατρικό ~. ~ ασθενών. Βλ. -δοχείο. [< γαλλ. crachoir] | |
| 43528 | πτύο | πτύ-ο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. το τελικό, κοίλο τμήμα του βραχίονα χωματουργικού μηχανήματος που χρησιμεύει στην εκσκαφή και μεταφορά χώματος και γενικότ. διαφόρων υλικών: εκσκαφέας με ανεστραμμένο/πρόσθιο ~. Αυτοκινούμενα μηχανικά ~α. [< αρχ. πτύον ‘φτυάρι’] | |
| 43529 | πτυοσκάπανο | πτυ-ο-σκά-πα-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο με διπλή λειτουργία φτυαριού και αξίνας. | |
| 43530 | πτύσμα | πτύ-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) & (προφ.) φτύ(σ)μα: φτυσιά. Πβ. ροχάλα. [< αρχ. πτύσμα ‘φλέγμα’] | |
| 43531 | πτύσσεται | πτύσ-σε-ται ρ. {κυρ. στη μτχ. πτυσσόμενος} (λόγ.): διπλώνει: Το τραπέζι ~, για να μεταφέρεται ή να αποθηκεύεται εύκολα. ● Μτχ.: πτυσσόμενος , η, ο 1. που αναδιπλώνεται ή συμπτύσσεται για εξοικονόμηση χώρου, άνετη μεταφορά και αποθήκευση ή αλλαγή χρήσης: ~ος: απορροφητήρας/χάρτης (βιβλίου). ~η: καρέκλα/κατασκευή/κεραία/σκάλα/τέντα. ~ο: καλώδιο/κρεβάτι/ποδήλατο. ~α: έπιπλα/ράφια. Πβ. σπαστός, τηλεσκοπικός. 2. που αποτελείται από μεμονωμένα κομμάτια ενωμένα μεταξύ τους με πτυχωτή δομή η οποία θυμίζει ακορντεόν: ~ες: πόρτες. ~α: κάγκελα. Πβ. αρθρωτός, φυσαρμόνικα. [< γαλλ. pliant] ● ΣΥΜΠΛ.: πτυσσόμενο μενού & πτυσσόμενη λίστα: ΠΛΗΡΟΦ. κατάλογος επιλογών ο οποίος εμφανίζεται όταν πατηθεί με το ποντίκι ένα κάτω βέλος που βρίσκεται στα δεξιά ενός πλαισίου με κείμενο μίας γραμμής. [< αγγλ. drop/pull down menu/list] [< αρχ. πτύσσω ‘διπλώνω’] | |
| 43532 | πτυχή | πτυ-χή ουσ. (θηλ.) 1. δίπλωση που εμφανίζεται σε επίπεδη επιφάνεια: (για ρούχο) ~ του παντελονιού (= τσάκιση). ~ές της φούστας (= δίπλες, πιέτες· βλ. πλισέ).|| (για ύφασμα) ~ές της κουρτίνας (= σούρες).|| ~ές του δέρματος (= δερματικές ~ές, ζάρες). (ΑΝΑΤ.) ~ές του βλεννογόνου. Πβ. πτύχωση. 2. (μτφ.) όψη, πλευρά: η αρνητική/θετική/ιδεολογική/κοινωνική/νομική/οικονομική/περιβαλλοντική/πολιτική ~ ενός θέματος. Οι γενικές/διεθνείς/επιμέρους/πολλαπλές ~ές ενός φαινομένου. Μια άγνωστη/άλλη/σκοτεινή/φωτεινή ~ της ζωής του. Το ντοκιμαντέρ φωτίζει ~ές της τοπικής κοινωνίας. Οι ~ές του έργου ενός λογοτέχνη. Ανάλυση/εξέταση κάθε ~ής/όλων των ~ών του προβλήματος (πβ. εφ' όλης της ύλης). Πβ. διάσταση, παράμετρος, συνιστώσα. ● πτυχές (οι): ΓΕΩΛ. κυματοειδείς σχηματισμοί σε ιζηματογενή και μεταμορφωμένα πετρώματα λόγω πλαστικής παραμόρφωσης. Βλ. διάκλαση, ρήγμα. [< αγγλ. folds] [< 1: αρχ. πτυχή] | |
| 43533 | πτυχιακός | , ή, ό πτυ-χι-α-κός επίθ.: που αναφέρεται στο πτυχίο και ειδικότ. στη διαδικασία ή στο χρονικό διάστημα που αντιστοιχεί στην απόκτησή του ή στο πρόσωπο που βρίσκεται στο στάδιο απόκτησής του: ~ός: τίτλος. ~ό: πρόγραμμα (σπουδών).|| ~ές: εξετάσεις. ~ά: μαθήματα. Βλ. διδακτορικός, προ~, μετα~.|| ~ός: φοιτητής. Βλ. επί πτυχίω. ● ΣΥΜΠΛ.: πτυχιακή εργασία & (προφ.) πτυχιακή (η): που η εκπόνησή της αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη πτυχίου στις περισσότερες ανώτερες ή ανώτατες σχολές. ΣΥΝ. διπλωματική εργασία | |
| 43534 | πτυχίο | πτυ-χί-ο ουσ. (ουδ.): έγγραφο, τίτλος σπουδών που πιστοποιεί την ολοκλήρωση της φοίτησης, κυρ. σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή, ή τις επαρκείς γνώσεις σε κάποιον τομέα, κατόπιν διενέργειας εξετάσεων από κρατικό φορέα: αναγνώριση/αντίγραφο/απόκτηση/βαθμός/κάτοχος/(επικυρωμένη) φωτοτυπία/χορήγηση ~ου. Μελετητικά/πλαστά ~α. Αναβάθμιση ~ων. ~ ΑΕΙ/ΤΕΙ. ~ Ιατρικής/Νομικής. ~ ηλεκτρονικού/μηχανολόγου. ~ σε πάπυρο/περγαμηνή. ~α από ξένα πανεπιστήμια (βλ. ΔΟΑΤΑΠ). Έχω/παίρνω ~. Έγινε η απονομή των ~ων.|| Κρατικό ~ (= πιστοποιητικό) γλωσσομάθειας. ~ ΙΕΚ/ξένων γλωσσών/τεχνικών και επαγγελματικών σχολών. Πιστοποίηση ~ων. Πβ. δίπλωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ενημερότητα πτυχίου βλ. ενημερότητα ● ΦΡ.: επί πτυχίω [ἐπί πτυχίῳ] (λόγ.) & (προφ.) στο πτυχίο: χαρακτηρισμός κυρ. φοιτητών που έχουν συμπληρώσει τα υποχρεωτικά χρόνια παρακολούθησης της σχολής τους, αλλά χρωστούν κάποια μαθήματα, προκειμένου να πάρουν πτυχίο: εξεταστική για τους ~ ~.|| (κατ' επέκτ., ως επίθ.) Οι ~ ~ εξετάσεις., καίω/σκίζω το πτυχίο/τα πτυχία μου 1. για δήλωση της απαξίωσης των σπουδών: Δεν βρίσκω δουλειά και μου 'ρχεται να κάψω/σκίσω ~! 2. (μτφ.) σε περιπτώσεις που κάποιος ακούει κάτι απίθανο, παράλογο που καταρρίπτει τις θεωρίες ή τις απόψεις του: Αν γίνει αυτό που λες, εγώ θα σκίσω ~!, τι/τζάμπα τα έχουμε/πήραμε/φοράμε τα γαλόνια; βλ. γαλόνι2 [< μτγν. πτυχίον 'πινακίδα που διπλώνει', γαλλ. diplôme] | |
| 43535 | πτυχιούχος | [πτυχιοῦχος] πτυ-χι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): κάτοχος πτυχίου: ~ βιολογίας/πληροφορικής. Επαγγελματική σταδιοδρομία/εργασιακά δικαιώματα/πρόσληψη ~ου. ~οι (ανωτάτων/ανωτέρων) σχολών/εξωτερικού/πανεπιστημίου. Εξομοίωση/κατατάξεις/ορκωμοσία/σύλλογος ~ων.|| (ως επίθ.) ~ος: γεωπόνος. Πβ. διπλωματούχος. Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. diplômé] | |
| 43537 | πτυχώνει | πτυ-χώ-νει ρ. (αμτβ.) {πτυχω-μένος}: σχηματίζει πτυχές: Το πάνω μέρος της ποδιάς ~ κάτω από τη μέση. ~μένη: φούστα (: με πιέτες). Βλ. ζαρώνω.|| (ΑΝΑΤ.) Τμήμα του στομάχου ~εται μέσα στον αυλό του.|| (ΓΕΩΛ.) Ο ηπειρωτικός φλοιός ~εται και δημιουργεί οροσειρές. [< γαλλ. plier] | |
| 43538 | πτύχωση | πτύ-χω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): δημιουργία πτυχής ή πτυχών και συνεκδ. η πτυχή ή το σύνολο πτυχών: μηχανές ~ης χαρτιού. ~ώσεις του εδάφους/του φλοιού (της Γης/του δέντρου/του εγκεφάλου)/υφάσματος (= πιέτες). Οι ρυτίδες είναι ~ώσεις του δέρματος (= ζάρες). Πβ. δίπλα.|| (ΙΑΤΡ.) Λαπαροσκοπική γαστρική ~ ή ~ στομάχου.|| (ΓΕΩΛ.) Αλπική ~. Βλ. ρηγμάτωση. [< γαλλ. plissement, pli] | |
| 43539 | πτυχωσιγενής | , ής, ές πτυ-χω-σι-γε-νής επίθ.: ΓΕΩΛ. που έχει δημιουργηθεί από πτυχώσεις, δηλ. κυρτώσεις των αρχικών μορφών των γεωλογικών σχηματισμών: ~είς: δομές. Βλ. -γενής. | |
| 43540 | πτυχωτός | , ή, ό πτυ-χω-τός επίθ.: που σχηματίζει πτυχές: ~ό: φίλτρο (καθαρισμού αέρα).|| ~ός: χιτώνας. ~ή: φούστα (πβ. πλισέ).|| (ΒΙΟΛ.) β-~ή επιφάνεια. ~ή μορφή πολυπεπτιδικής αλυσίδας.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή ινώδης υπερπλασία. [< γαλλ. plissé] | |
| 43541 | πτύω | πτύ-ω ρ. (μτβ.) (λόγ.): φτύνω. [< αρχ. πτύω] | |
| 43542 | πτώμα | [πτῶμα] πτώ-μα ουσ. (ουδ.) 1. νεκρό σώμα ανθρώπου ή ζώου: απανθρακωμένο/διαμελισμένο ~. ~ σε αποσύνθεση/(προχωρημένη) σήψη. Ανεύρεση/εντοπισμός ~ατος. Αναγνώριση (της ταυτότητας) του ~ατος. Διενέργεια ιατροδικαστικής εξέτασης/νεκροψίας σε ~. Περισυλλογή ~άτων. Αποκομιδή ~άτων ζώων. Ανέσυραν/βρήκαν/έθαψαν/εξαφάνισαν το ~. Θρηνώ/κλαίω πάνω από το ~ κάποιου. Πβ. κουφάρι, λείψανο, σορός. Βλ. μούμια.|| Αποτέφρωση ~άτων ζώων. Πβ. λέσι, ψοφίμι. 2. {συνήθ. στον εν.} (μτφ.-προφ.) κατάκοπος: Είμαι/έγινα ~ από την/στην κούραση. Γύρισε ~ από τη δουλειά. Είναι ~ από τις συνεχείς μετακινήσεις/το χθεσινό ξενύχτι. Πβ. ρετάλι. ΣΥΝ. κουρέλι (2), λιώμα (1), ράκος (1), ψόφιος (1) ● Υποκ.: πτωματάκι (το) ● ΦΡ.: πάνω από το πτώμα (μου) (μτφ.-προφ.) για να δηλωθεί 1. (εμφατ.) η αποφασιστικότητα κάποιου να εναντιωθεί σθεναρά σε κάτι: Μόνο ~ ~ μου θα ... Θα πρέπει να περάσει ~ ~ μου, για να ... 2. αδίστακτη και συνήθ. ανήθικη εκμετάλλευση: Συνεχίζεται το παζάρι ~ ~ των ... [< αγγλ. over my dead body] , πατά(ει) επί πτωμάτων (λόγ.): χρησιμοποιεί αδίστακτα κάθε μέσο, για να πετύχει τους στόχους του: ~ούν ~, για να επιβιώσουν. Πλούτισε, πατώντας ~. [< 1: αρχ. πτῶμα] | |
| 43543 | πτωμαΐνη | πτω-μαΐ-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. τοξική αμινική ουσία που σχηματίζεται από τη διάσπαση των πρωτεϊνών, εξαιτίας της δράσης βακτηριακών ενζύμων κατά την αποσύνθεση πτωμάτων και χαρακτηρίζεται από έντονη δυσοσμία. || (μτφ.) Η κατάσταση μυρίζει ~. [< γαλλ. ptomaïne, αγγλ. ptomaine] | |
| 43544 | πτωματικός | , ή, ό πτω-μα-τι-κός επίθ. (επιστ.): που σχετίζεται με το πτώμα ή προέρχεται από αυτό: ~ή: ακαμψία. ~οί: δότες. ~ές: υποστάσεις.|| ~ό: μόσχευμα. [< πβ. μτγν. πτωματικός 'επιληπτικός', γαλλ. cadavérique] | |
| 43545 | πτωματοφάγος | , ος, ο πτω-μα-το-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με πτώματα: ~ος: γύπας/καρχαρίας. ~ες: ύαινες. ~α: όρνια.|| (ως ουσ.) Τα ~α. Βλ. -φάγος. | |
| 43546 | πτώση | πτώ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ελεύθερη κατακόρυφη κίνηση ενός σώματος υπό την επίδραση της βαρύτητας: (για πρόσ.) ~ από άλογο/μπαλκόνι/ποδήλατο/σκάλα/ύψος. ~ σε γκρεμό/καταρράκτη. ~ με αλεξίπτωτο. ~ από γλίστρημα/παραπάτημα/σπρώξιμο. Κίνδυνος ~ης. Θάνατος/κάταγμα από ~.|| ~ αεροπλάνου (λόγω βλάβης)/βράχων (πβ. κατολίσθηση)/κεραυνού/μαλλιών (= τριχόπτωση)/μετεωρίτη/φύλλων (= φυλλόπτωση)/χαλαζιού (= χαλαζόπτωση)/χιονιού (= χιονόπτωση)/χιονοστιβάδας. Τα αίτια της ~ης του μαχητικού.|| (μτφ.) ~ της αυλαίας του φεστιβάλ (= λήξη).|| (ΙΑΤΡ.) (Παραλυτική) ~ του άνω βλεφάρου (= βλεφαρόπτωση). ~ μήτρας (βλ. πρόπτωση). ~ (= χαλάρωση) των μαστών. ΣΥΝ. πέσιμο (1) 2. γκρέμισμα, κατάρρευση: ~ κτιρίων εξαιτίας του σεισμού. Η ~ του τείχους του Βερολίνου.|| ~ δέντρων λόγω του δυνατού αέρα.|| ~ του οχυρού μετά από πολιορκία. (ΙΣΤ.) Η ~ της Κωνσταντινούπολης (= άλωση). 3. (μτφ.) μείωση: αισθητή/απότομη/δραματική/μεγάλη/μικρή/οριακή/ραγδαία/σημαντική/σταθερή ~. ~ της ανεργίας/των αξιών/της απόδοσης/των βάσεων/των επιδόσεων/της ζήτησης/της θερμοκρασίας/της (τουριστικής) κίνησης (πβ. ύφεση)/των μετοχών/των τιμών (= αποπληθωρισμός). Ανακοπή/αποτροπή της ~ης. Συνέπειες της ~ης. Σε ~ (βρίσκεται) η δημοτικότητα του ... Παρατηρείται ~ των εισπράξεων/των πωλήσεων. Πβ. κάμψη, υποχώρηση.|| (ΟΙΚΟΝ.) Ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε/σημείωσε/υπέστη ~ (σε ποσοστό ...%). Με ~ έκλεισε το ΧΑΑ. Βλ. κραχ.|| (ΙΑΤΡ.) ~ του αιματοκρίτη (βλ. αναιμία)/της πίεσης (βλ. υπόταση)/του πυρετού. ΑΝΤ. άνοδος (1) 4. διακοπή της λειτουργίας ηλεκτρικού κυκλώματος: ~ της ασφάλειας/του ρεύματος. 5. (μτφ.) απώλεια θέσης, δύναμης: ~ του καθεστώτος/της κυβέρνησης. ~ βασιλιά από το αξίωμά του (= έκπτωση, καθαίρεση).|| Ηθική/πνευματική/πολιτιστική ~ (= διάλυση, κατάπτωση, ξεπεσμός, παρακμή). ~ του βιοτικού/μορφωτικού επιπέδου. Παρακμή και ~ μιας αυτοκρατορίας.|| Τον παρέσυρε στην ~ (= στον βούρκο, στην καταστροφή).|| ~ του ηθικού.|| (ΘΕΟΛ.) Η ~ (των Πρωτοπλάστων) από τον Παράδεισο.|| (ΦΙΛΟΛ.) Η ~ του ήρωα μιας τραγωδίας. ΑΝΤ. άνοδος (3) 6. ΓΡΑΜΜ. καθένας από τους μορφολογικούς τύπους που σχηματίζουν οι κλιτές λέξεις εκτός από τα ρήματα: ονομαστική, γενική, αιτιατική, κλητική (~) ενικού/πληθυντικού. Ορθές ~εις (: η ονομαστική και η κλητική). Βλ. αφαιρετική, δοτική. 7. ΜΟΥΣ. σύνδεση δύο ή περισσότερων συγχορδιών, ώστε να επιτυγχάνεται το χώρισμα μιας φράσης από μια άλλη, να δημιουργείται δηλ. η εντύπωση της κατάληξης: ατελής ή μισή/διακεκομμένη, απροσδόκητος ή απρόοπτος/πλαγία ή εκκλησιαστική/τελεία ~. ~ στη δεσπόζουσα. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη πτώση 1. ΦΥΣ. η κίνηση που εκτελεί ένα σώμα μόνο με την επίδραση του βάρους του. 2. (μτφ.) ανεξέλεγκτη καθοδική πορεία: Σε ~ ~ η καριέρα του/οι λιανικές πωλήσεις. 3. το χρονικό διάστημα της πτώσης του αλεξιπτωτιστή, προτού ανοίξει το αλεξίπτωτο. [< αγγλ. free fall, 1919] , κατακόρυφη/κάθετη πτώση (μτφ.): απότομη και δραματική μείωση: ~ ~ των εξαγωγών/της παραγωγής., πλάγιες πτώσεις: ΓΡΑΜΜ. η γενική, η αιτιατική και (στην Αρχαία Ελληνική) η δοτική. ● ΦΡ.: μέχρι τελικής πτώσης/πτώσεως: μέχρις εσχάτων, μέχρις εξαντλήσεως: μάχη ~ ~. Πολέμησαν ~ ~.|| Χορέψαμε ~ ~. [< 1, 2, 6: αρχ. πτῶσις, γαλλ. chute, ptose, αγγλ. drop, fall 7: ιταλ. cadenza] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ