| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43548 | πτωτικός | , ή, ό πτω-τι-κός επίθ. 1. (λόγ.) που παρουσιάζει ποσοτική ή ποιοτική μείωση, υποβάθμιση: (ΟΙΚΟΝ.) ~ός: κύκλος (των επιτοκίων)/ρυθμός. ~ή: κίνηση/πορεία. ~ό: κλίμα (αγοράς)/ρεύμα/σερί. ~ές: τάσεις. Σε ~ή τροχιά το Χρηματιστήριο. Βλ. προ~. ΣΥΝ. καθοδικός (1) ΑΝΤ. ανοδικός (1) 2. ΓΡΑΜΜ. που σχετίζεται με την πτώση: ~ές: καταλήξεις. ● Ουσ.: πτωτικά (τα): ΓΡΑΜΜ. τα ονοματικά μέρη του λόγου που διαθέτουν πτώσεις (άρθρο, ουσιαστικό, επίθετο, αντωνυμία, μετοχή, αριθμητικό). ● επίρρ.: πτωτικά: ~ κινήθηκε το Χρηματιστήριο. [< 1: αγγλ. falling 2: μτγν. πτωτικός] | |
| 43550 | πτωχαίνω | βλ. φτωχαίνω | |
| 43551 | πτωχεία | βλ. φτώχεια | |
| 43552 | πτώχευση | πτώ-χευ-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αδυναμία φυσικού ή νομικού προσώπου που διενεργεί εμπορικές πράξεις να ανταποκριθεί στις οικονομικές υποχρεώσεις του με απόφαση δικαστηρίου (Πρωτοδικείου): δόλια/ελεγχόμενη ~. Αίτηση ~ης. Βαδίζει/οδεύει ολοταχώς προς την ~. Η διεθνής κρίση οδήγησε την επιχείρηση σε ~. Ο οφειλέτης κηρύσσεται σε/τελεί υπό ~. Βρίσκεται στα πρόθυρα της ~ης/ένα βήμα πριν την ~. Πβ. φαλιμέντο, φαλίρισμα. Βλ. εκποίηση, πιστωτικός κίνδυνος.|| Η ~ της χώρας. ΣΥΝ. χρεοκοπία (1) [< μεσν. πτώχευσις, γαλλ. faillite] | |
| 43553 | πτωχευτικός | , ή, ό πτω-χευ-τι-κός επίθ.: ΝΟΜ. που σχετίζεται με την πτώχευση: ~ός: κώδικας/νόμος/πιστωτής/συμβιβασμός. ~ή: ανάκληση/απαλλοτρίωση/διαδικασία/ικανότητα (των εταιρειών)/νοµοθεσία/περιουσία. ~ό: δικαστήριο. ~ές: απαιτήσεις (δανειστών). ~ά: χρέη. ● ΣΥΜΠΛ.: Πτωχευτικό Δίκαιο: κλάδος του Εμπορικού Δικαίου που ασχολείται με τους νόμους που διέπουν την πτώχευση. | |
| 43554 | πτωχεύω | πτω-χεύ-ω ρ. (αμτβ.) {πτώχευ-σε (λόγ. μτχ. πτωχεύσ-ας, -ασα), -μένος, -οντας} (λόγ.): περιέρχομαι σε πτώχευση: Η εταιρεία ~σε. Πβ. βαράει/ρίχνει/σκάει κανόνι, βουλιάζω, πέφτω έξω, φαλιρίζω. ΣΥΝ. χρεοκοπώ (1) ● ΦΡ.: πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν (από εκκλησιαστικό τροπάριο): για το ευμετάβλητο των ανθρώπινων πραγμάτων., δυστυχώς επτωχεύσαμεν βλ. δυστυχώς [< αρχ. πτωχεύω ‘είμαι ή γίνομαι φτωχός’, γαλλ. faire faillite] | |
| 43555 | πτωχικός | , ή, ό βλ. φτωχικός | |
| 43556 | πτωχοκομείο | [πτωχοκομεῖο] πτω-χο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) φτωχοκομείο: φιλανθρωπικό, συνήθ. κρατικό, ίδρυμα που παρέχει υποστήριξη και στέγαση σε απόρους: επιδόματα/παροχές ~ου (= εξαθλίωσης, πείνας). Βλ. -κομείο. [< γερμ. Armenhaus, Armenanstalt] | |
| 43557 | πτωχοποίηση | βλ. φτωχοποίηση | |
| 43558 | πτωχοπροδρομικός | , ή, ό πτω-χο-προ-δρο-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον Βυζαντινό ποιητή Θεόδωρο Πρόδρομο (Πτωχοπρόδρομο) ή τον πτωχοπροδρομισμό. ΣΥΝ. προδρομικός (2) ● Ουσ.: πτωχοπροδρομικά (τα): ΦΙΛΟΛ. βυζαντινά δημώδη σατιρικά ποιήματα του 12ου αι. τα οποία απευθύνονται στον αυτοκράτορα Ιωάννη Κομνηνό ή στον γιο του Μανουήλ για παροχή χρηματικής βοήθειας. | |
| 43559 | πτωχοπροδρομισμός | πτω-χο-προ-δρο-μι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): προβολή της φτώχειας ή της αδυναμίας κάποιου από τον ίδιον με αναξιοπρεπή τρόπο, με σκοπό την αποκόμιση κέρδους: μιζέρια, ραγιαδισμός και ~. Βλ. -ισμός. | |
| 43560 | πτωχός | , ή, ό βλ. φτωχός | |
| 43561 | ΠΥ | (η): Πυροσβεστική Υπηρεσία. | |
| 43562 | πυαιμία | πυ-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τύπος σηψαιμίας που οφείλεται στην παρουσία πυογόνων μικροβίων στο αίμα, κυρ. στον σταφυλόκοκκο και έχει ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό διαπυήσεων και ποικίλων αποστημάτων. Βλ. -αιμία. [< γαλλ. pyhémie, αγγλ. pyæmia] | |
| 43563 | πύαρ | [πῦαρ] πύ-αρ ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (αρχαιοπρ.): ΙΑΤΡ. πρωτόγαλα. [< μτγν. πῦαρ] | |
| 43564 | πυγμαίος | , α, ο [πυγμαῖος] πυγ-μαί-ος επίθ./ουσ. 1. μέλος φυλετικής ομάδας, κυρ. της Κεντρικής Αφρικής, της οποίας οι ενήλικοι φτάνουν κατά μέσο όρο μέχρι τα εκατόν πενήντα εκατοστά σε ύψος. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ κοντός. Πβ. κοντορεβιθούλης, μικρόσωμος. Βλ. γίγαντας. [< αρχ. πυγμαῖος, γαλλ. pygmée, αγγλ. pygmy] | |
| 43565 | πυγμαλίων | πυγ-μα-λί-ων ουσ. (αρσ.) {πυγμαλίων-α (λόγ.) -ος} & (προφ.) πυγμαλίωνας (μετωνυμ.): πρόσωπο που επιχειρεί να αλλάξει ολοκληρωτικά κάποιον, αναλαμβάνοντας την καλλιέργεια και την εκπαίδευσή του. Βλ. δάσκαλος, μέντορας. [< μτγν. Πυγμαλίων, γαλλ.-αγγλ. Pygmalion] | |
| 43566 | πυγμαχία | πυγ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. άθλημα που διεξάγεται σε ρινγκ μεταξύ δύο αντιπάλων, οι οποίοι προσπαθούν να επικρατήσουν ο ένας έναντι του άλλου με γροθιές, φορώντας προστατευτικά γάντια: αρχαία (= πυγμή)/επαγγελματική/ερασιτεχνική ~. Κάσκα/μασέλα/τουρνουά ~ας. Αχλάδι ~ας (: φουσκωτός σάκος που περιέχει αέρα, έχει απιοειδές σχήμα και χρησιμεύει στη βελτίωση της ταχύτητας, της ευστοχίας και την ενδυνάμωση του αθλητή). Ολυμπιονίκης στην ~. Βλ. κικ μπόξινγκ, παγκράτιο, πάλη, -μαχία. ΣΥΝ. μποξ ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ βλ. σάκος [< αρχ. πυγμαχία] | |
| 43567 | πυγμαχικός | , ή, ό πυγ-μα-χι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την πυγμαχία: ~ός: αγώνας. ~ά: γάντια. | |
| 43568 | πυγμάχος | πυγ-μά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της πυγμαχίας. Βλ. -μάχος, παλαιστής. ΣΥΝ. μποξέρ [< αρχ. πυγμάχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ