| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43561 | ΠΥ | (η): Πυροσβεστική Υπηρεσία. | |
| 43562 | πυαιμία | πυ-αι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τύπος σηψαιμίας που οφείλεται στην παρουσία πυογόνων μικροβίων στο αίμα, κυρ. στον σταφυλόκοκκο και έχει ως αποτέλεσμα τον σχηματισμό διαπυήσεων και ποικίλων αποστημάτων. Βλ. -αιμία. [< γαλλ. pyhémie, αγγλ. pyæmia] | |
| 43563 | πύαρ | [πῦαρ] πύ-αρ ουσ. (ουδ.) {χωρ. άλλους τ.} (αρχαιοπρ.): ΙΑΤΡ. πρωτόγαλα. [< μτγν. πῦαρ] | |
| 43564 | πυγμαίος | , α, ο [πυγμαῖος] πυγ-μαί-ος επίθ./ουσ. 1. μέλος φυλετικής ομάδας, κυρ. της Κεντρικής Αφρικής, της οποίας οι ενήλικοι φτάνουν κατά μέσο όρο μέχρι τα εκατόν πενήντα εκατοστά σε ύψος. 2. (μτφ.-μειωτ.) πολύ κοντός. Πβ. κοντορεβιθούλης, μικρόσωμος. Βλ. γίγαντας. [< αρχ. πυγμαῖος, γαλλ. pygmée, αγγλ. pygmy] | |
| 43565 | πυγμαλίων | πυγ-μα-λί-ων ουσ. (αρσ.) {πυγμαλίων-α (λόγ.) -ος} & (προφ.) πυγμαλίωνας (μετωνυμ.): πρόσωπο που επιχειρεί να αλλάξει ολοκληρωτικά κάποιον, αναλαμβάνοντας την καλλιέργεια και την εκπαίδευσή του. Βλ. δάσκαλος, μέντορας. [< μτγν. Πυγμαλίων, γαλλ.-αγγλ. Pygmalion] | |
| 43566 | πυγμαχία | πυγ-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. άθλημα που διεξάγεται σε ρινγκ μεταξύ δύο αντιπάλων, οι οποίοι προσπαθούν να επικρατήσουν ο ένας έναντι του άλλου με γροθιές, φορώντας προστατευτικά γάντια: αρχαία (= πυγμή)/επαγγελματική/ερασιτεχνική ~. Κάσκα/μασέλα/τουρνουά ~ας. Αχλάδι ~ας (: φουσκωτός σάκος που περιέχει αέρα, έχει απιοειδές σχήμα και χρησιμεύει στη βελτίωση της ταχύτητας, της ευστοχίας και την ενδυνάμωση του αθλητή). Ολυμπιονίκης στην ~. Βλ. κικ μπόξινγκ, παγκράτιο, πάλη, -μαχία. ΣΥΝ. μποξ ● ΣΥΜΠΛ.: σάκος του μποξ βλ. σάκος [< αρχ. πυγμαχία] | |
| 43567 | πυγμαχικός | , ή, ό πυγ-μα-χι-κός επίθ.: ΑΘΛ. που σχετίζεται με την πυγμαχία: ~ός: αγώνας. ~ά: γάντια. | |
| 43568 | πυγμάχος | πυγ-μά-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής της πυγμαχίας. Βλ. -μάχος, παλαιστής. ΣΥΝ. μποξέρ [< αρχ. πυγμάχος] | |
| 43569 | πυγμαχώ | [πυγμαχῶ] πυγ-μα-χώ ρ. (μτβ.) {πυγμαχ-εί, -ώντας} (λόγ.): συμμετέχω σε αγώνα πυγμαχίας. Βλ. -μαχώ. [< αρχ. πυγμαχῶ] | |
| 43570 | πυγμή | πυγ-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δύναμη επιβολής, επίμονη και αποφασιστική στάση: σιδηρά ~. Η ~ της εξουσίας. Πολιτικός με ~. Διαθέτω/έχω ~. Διεκδικώ κάτι με ~. Επέβαλε την άποψή του με ~. Ανέλαβε με ~ τα ηνία της διεύθυνσης. Πβ. ισχύς, κότσια, σθεναρότητα, τσαγανό. 2. ΑΡΧ. πυγμαχία: ~ και παγκράτιο. 3. (σπάν.-λόγ.) γροθιά, μπουνιά. ● ΦΡ.: δείχνω πυγμή βλ. δείχνω, επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< 2: αρχ. πυγμή] | |
| 43571 | πυγολαμπίδα | πυ-γο-λα-μπί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κολεόπτερο (οικογ. Lampyridae) που έχει την ιδιότητα να φωσφορίζει στο σκοτάδι. ΣΥΝ. κωλοφωτιά, λαμπυρίδα [< αρχ. πυγολαμπίς] | |
| 43572 | πυελικός | , ή, ό πυ-ε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πύελο: (ΑΝΑΤ.) ~ή: ζώνη/κοιλότητα. ~ό: διάφραγμα/έδαφος (βλ. περίνεο)/περιτόναιο. ~οί: μύες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση/φλεγμονή. ~ές: συµφύσεις. Χρόνιος ~ πόνος. [< γαλλ. pelvien] | |
| 43573 | πυελογραφία | πυ-ε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική ακτινολογική απεικόνιση της νεφρικής πυέλου ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση σκιαγραφικής ουσίας: ανιούσα ~. Βλ. -γραφία, ουρογραφία. [< αγγλ. pyelography, γερμ. Pyelographie] | |
| 43574 | πυελονεφρίτιδα | πυ-ε-λο-νε-φρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των νεφρών και της πυέλου τους, που προκαλείται από βακτηριακή μόλυνση και μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια: οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα, κυστ-, ουρηθρ-ίτιδα. [< γαλλ. pyélonéphrite, αγγλ. pyelonephritis] | |
| 43575 | πύελος | πύ-ε-λος ουσ. (θηλ.) {πυέλου}: ΑΝΑΤ. λεκάνη. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφρική πύελος βλ. νεφρικός [< αρχ. πύελος, αγγλ.-γαλλ. pelvis] | |
| 43576 | πυθαγόρειος | , α/ος, ο πυ-θα-γό-ρει-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον Πυθαγόρα: ~α: αριθμολογία/κλίμακα/παράδοση/σκέψη. ~α/ος: φιλοσοφία. ~ες: επιδράσεις/ρήσεις. ~α: μυστήρια. Βλ. νεο~.|| (ΜΑΘ.) ~ος: πίνακας (= άβακας). ● Ουσ.: πυθαγόρειοι (οι): ΦΙΛΟΣ. οι μαθητές του Πυθαγόρα ή οι οπαδοί της διδασκαλίας του. ● ΣΥΜΠΛ.: πυθαγόρειο θεώρημα: ΜΑΘ. το θεώρημα σύμφωνα με το οποίο το άθροισμα των τετραγώνων των δύο κάθετων πλευρών ορθογωνίου τριγώνου ισούται με το τετράγωνο της υποτείνουσάς του., πυθαγόρειο κόμμα βλ. κόμμα [< αρχ. πυθαγόρειος, αγγλ. pythagorean, γαλλ. pythagoricien] | |
| 43577 | Πυθία | Πυ-θί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω την Πυθία: απαντώ με διφορούμενα λόγια ή προσπαθώ να μαντέψω κάτι. Βλ. Τειρεσίας. | |
| 43578 | πυθικός | , ή, ό πυ-θι-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με την Πυθία, τον Πύθιο Απόλλωνα ή με γιορτή προς τιμήν του: ~οί: αγώνες. [< αρχ. Πυθικός] | |
| 43579 | πυθμένας | πυθ-μέ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η κατώτερη εσωτερική επιφάνεια που βρίσκεται στη βάση αντικειμένου ή φυσικής κοιλότητας της Γης: λασπώδης ~. Ανάγλυφο/διαμόρφωση/τοπογραφία του ~α. Στον ~α της θάλασσας/της λίμνης/του ποταμού (πβ. βυθός, πάτος).|| ~ σκάφους. Βλ. καρίνα, κύτος.|| Ανοξείδωτος ~ (βραστήρα). [< αρχ. πυθμήν] | |
| 43580 | πύθωνας | πύ-θω-νας ουσ. (αρσ.) {πυθώνων}: ΖΩΟΛ. μη δηλητηριώδες, ωοτόκο φίδι της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας (οικογ. Pythonidae), το οποίο φτάνει σε μήκος τα δέκα μέτρα και σκοτώνει τη λεία του, περισφίγγοντάς την δυνατά μέχρι πνιγμού: γιγαντιαίος/κατοικίδιος ~. Βασιλικός/δικτυωτός ~. Βλ. βόας, κόμπρα, κροταλίας. [< αρχ. Πύθων 'μυθικό γιγάντιο ερπετό', γαλλ.-αγγλ. python] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ