| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43569 | πυγμαχώ | [πυγμαχῶ] πυγ-μα-χώ ρ. (μτβ.) {πυγμαχ-εί, -ώντας} (λόγ.): συμμετέχω σε αγώνα πυγμαχίας. Βλ. -μαχώ. [< αρχ. πυγμαχῶ] | |
| 43570 | πυγμή | πυγ-μή ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δύναμη επιβολής, επίμονη και αποφασιστική στάση: σιδηρά ~. Η ~ της εξουσίας. Πολιτικός με ~. Διαθέτω/έχω ~. Διεκδικώ κάτι με ~. Επέβαλε την άποψή του με ~. Ανέλαβε με ~ τα ηνία της διεύθυνσης. Πβ. ισχύς, κότσια, σθεναρότητα, τσαγανό. 2. ΑΡΧ. πυγμαχία: ~ και παγκράτιο. 3. (σπάν.-λόγ.) γροθιά, μπουνιά. ● ΦΡ.: δείχνω πυγμή βλ. δείχνω, επίδειξη δύναμης βλ. επίδειξη, το δίκαιο του ισχυρότερου/του ισχυροτέρου βλ. δίκαιο [< 2: αρχ. πυγμή] | |
| 43571 | πυγολαμπίδα | πυ-γο-λα-μπί-δα ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. κολεόπτερο (οικογ. Lampyridae) που έχει την ιδιότητα να φωσφορίζει στο σκοτάδι. ΣΥΝ. κωλοφωτιά, λαμπυρίδα [< αρχ. πυγολαμπίς] | |
| 43572 | πυελικός | , ή, ό πυ-ε-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πύελο: (ΑΝΑΤ.) ~ή: ζώνη/κοιλότητα. ~ό: διάφραγμα/έδαφος (βλ. περίνεο)/περιτόναιο. ~οί: μύες.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση/φλεγμονή. ~ές: συµφύσεις. Χρόνιος ~ πόνος. [< γαλλ. pelvien] | |
| 43573 | πυελογραφία | πυ-ε-λο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαγνωστική ακτινολογική απεικόνιση της νεφρικής πυέλου ύστερα από ενδοφλέβια έγχυση σκιαγραφικής ουσίας: ανιούσα ~. Βλ. -γραφία, ουρογραφία. [< αγγλ. pyelography, γερμ. Pyelographie] | |
| 43574 | πυελονεφρίτιδα | πυ-ε-λο-νε-φρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή των νεφρών και της πυέλου τους, που προκαλείται από βακτηριακή μόλυνση και μπορεί να οδηγήσει σε νεφρική ανεπάρκεια: οξεία/χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα, κυστ-, ουρηθρ-ίτιδα. [< γαλλ. pyélonéphrite, αγγλ. pyelonephritis] | |
| 43575 | πύελος | πύ-ε-λος ουσ. (θηλ.) {πυέλου}: ΑΝΑΤ. λεκάνη. ● ΣΥΜΠΛ.: νεφρική πύελος βλ. νεφρικός [< αρχ. πύελος, αγγλ.-γαλλ. pelvis] | |
| 43576 | πυθαγόρειος | , α/ος, ο πυ-θα-γό-ρει-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον Πυθαγόρα: ~α: αριθμολογία/κλίμακα/παράδοση/σκέψη. ~α/ος: φιλοσοφία. ~ες: επιδράσεις/ρήσεις. ~α: μυστήρια. Βλ. νεο~.|| (ΜΑΘ.) ~ος: πίνακας (= άβακας). ● Ουσ.: πυθαγόρειοι (οι): ΦΙΛΟΣ. οι μαθητές του Πυθαγόρα ή οι οπαδοί της διδασκαλίας του. ● ΣΥΜΠΛ.: πυθαγόρειο θεώρημα: ΜΑΘ. το θεώρημα σύμφωνα με το οποίο το άθροισμα των τετραγώνων των δύο κάθετων πλευρών ορθογωνίου τριγώνου ισούται με το τετράγωνο της υποτείνουσάς του., πυθαγόρειο κόμμα βλ. κόμμα [< αρχ. πυθαγόρειος, αγγλ. pythagorean, γαλλ. pythagoricien] | |
| 43577 | Πυθία | Πυ-θί-α ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω την Πυθία: απαντώ με διφορούμενα λόγια ή προσπαθώ να μαντέψω κάτι. Βλ. Τειρεσίας. | |
| 43578 | πυθικός | , ή, ό πυ-θι-κός επίθ.: ΑΡΧ. που σχετίζεται με την Πυθία, τον Πύθιο Απόλλωνα ή με γιορτή προς τιμήν του: ~οί: αγώνες. [< αρχ. Πυθικός] | |
| 43579 | πυθμένας | πυθ-μέ-νας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): η κατώτερη εσωτερική επιφάνεια που βρίσκεται στη βάση αντικειμένου ή φυσικής κοιλότητας της Γης: λασπώδης ~. Ανάγλυφο/διαμόρφωση/τοπογραφία του ~α. Στον ~α της θάλασσας/της λίμνης/του ποταμού (πβ. βυθός, πάτος).|| ~ σκάφους. Βλ. καρίνα, κύτος.|| Ανοξείδωτος ~ (βραστήρα). [< αρχ. πυθμήν] | |
| 43580 | πύθωνας | πύ-θω-νας ουσ. (αρσ.) {πυθώνων}: ΖΩΟΛ. μη δηλητηριώδες, ωοτόκο φίδι της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας (οικογ. Pythonidae), το οποίο φτάνει σε μήκος τα δέκα μέτρα και σκοτώνει τη λεία του, περισφίγγοντάς την δυνατά μέχρι πνιγμού: γιγαντιαίος/κατοικίδιος ~. Βασιλικός/δικτυωτός ~. Βλ. βόας, κόμπρα, κροταλίας. [< αρχ. Πύθων 'μυθικό γιγάντιο ερπετό', γαλλ.-αγγλ. python] | |
| 43581 | πυκνογραμμένος | , η, ο πυ-κνο-γραμ-μέ-νος επίθ.: (για κείμενο) που χαρακτηρίζεται από απουσία μεγάλων κενών διαστημάτων μεταξύ των λέξεών του ή από πυκνότητα στην πλοκή· μεστός νοήματος: ~η: έκδοση. ~ες: σελίδες. Βλ. πυκνοτυπωμένος. | |
| 43582 | πυκνοδομημένος | , η, ο πυ-κνο-δο-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει πυκνή δόμηση: ~η: γειτονιά/περιοχή/πόλη. Βλ. αδόμητος. ΑΝΤ. αραιοδομημένος | |
| 43583 | πυκνοκατοικημένος | , η, ο πυ-κνο-κα-τοι-κη-μέ-νος επίθ.: (για τόπο) που έχει πολλούς κατοίκους συγκριτικά με την έκτασή του: ~ος: δήμος. ~η: πόλη. ~ο: λεκανοπέδιο (: για την Αττική). ~ες: γειτονιές. Πβ. πολυάνθρωπος. ΑΝΤ. αραιοκατοικημένος | |
| 43584 | πυκνοκατοίκηση | πυ-κνο-κα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.): μεγάλη κατανομή πληθυσμού σε μικρή συγκριτικά έκταση, πυκνή κατοίκηση: δείκτης ~ης. Βλ. αστικοποίηση. | |
| 43585 | πυκνόμετρο | πυ-κνό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο μέτρησης του ειδικού βάρους και της πυκνότητας υγρού. Πβ. αραιόμετρο, γράδο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. densimètre, πβ. αγγλ. pycnometer, γαλλ. pycnomètre, 1923] | |
| 43586 | πυκνόρρευστος | , η, ο πυ-κνόρ-ρευ-στος επίθ. & πυκνόρευστος: παχύρρευστος. ΣΥΝ. πηχτός (2) ΑΝΤ. λεπτόρρευστος ● επίρρ.: πυκνόρρευστα | |
| 43587 | πυκνός | , ή, ό πυ-κνός επίθ. 1. που αποτελείται από πολλά συστατικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονται πολύ κοντά το ένα με το άλλο, αφήνοντας ελάχιστο ελεύθερο χώρο μεταξύ τους: ~ό: τρίχωμα (= δασύ). ~ές: βλεφαρίδες. ~ά: γένια/μαλλιά/φρύδια (= πλούσια).|| ~ό: δάσος. ~ό: φύλλωμα. ~ά: κλαδιά. Τόπος με ~ή βλάστηση.|| ~ό: ακροατήριο. Πόλη με ~ό πλυθυσμό.|| ~ή: βροχή. ~ό: χιόνι. ~ές: νιφάδες.|| ~ός: καπνός. ~ή: ατμόσφαιρα (= αποπνικτική)/ομίχλη. ~ό: σκοτάδι (= βαθύ). ~ά: σύννεφα.|| ~ή: σάλτσα (= παχύρρευστη, πηχτή). ~ό: διάλυμα.|| ~ή: διάταξη/δόμηση/μάζα. ~ό: δίκτυο/πλέγμα/(ΜΑΘ.) σύνολο. Πουλόβερ με ~ή πλέξη/ύφανση.|| (μτφ.) ~ό πέπλο μυστηρίου/~ό μυστήριο καλύπτει την υπόθεση. ΑΝΤ. αραιός (1) 2. (μτφ.) που γίνεται με μεγάλη συχνότητα· αλλεπάλληλος, συχνός, τακτικός: ~ή: επικοινωνία/συγκοινωνία. ~οί: έλεγχοι. ~ές: επαφές/επισκέψεις/συναντήσεις. ~ά: δρομολόγια. Δρόμοι με ~ή κίνηση/κυκλοφορία οχημάτων. ~οί πυροβολισμοί (βλ. ριπή)/~ά πυρά. 3. (μτφ.) γεμάτος νοήματα και πληροφορίες, μεστός, περιεκτικός: ~ός: λόγος. ~ή: (περι)γραφή. ~ό: βιβλίο (= πυκνογραμμένο)/κείμενο/ύφος. ● επίρρ.: πυκνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: συχνά πυκνά βλ. συχνά [< αρχ. πυκνός] | |
| 43588 | πυκνότητα | πυ-κνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πυκνού: η ~ της βλάστησης/του καπνού/του χιονιού. Μεγάλη/μέση ~ δόμησης/κατοίκησης/φύτευσης. ΑΝΤ. αραιότητα.|| (μτφ.) Η ~ των επαφών/συναντήσεων (= μεγάλη συχνότητα). Η ~ της κίνησης (= πολλή κίνηση).|| Η ~ της έκφρασης/του λόγου/του ύφους (πβ. μεστ-, περιεκτικ-ότητα). Βλ. -ότητα. 2. ΦΥΣ. η μάζα ανά μονάδα όγκου, δηλ. το πηλίκο της μάζας ενός υλικού προς τον όγκο που καταλαμβάνει (σύμβ. ρ): ενεργειακή ~. η ~ του αέρα/αερίου/μετάλλου/νερού. ~ ροής ισχύος (σύμβ. S)/φορτίου. Διακυμάνσεις/μέτρηση/υπολογισμός της ~ας. Βλ. ειδικό βάρος, περιεκτικότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Αυξημένη/μειωμένη οστική ~ (= μάζα).|| (ΒΙΟΧ.) Λιποπρωτεΐνη υψηλής (= HDL)/χαμηλής (= LDL) ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική πυκνότητα: ΦΥΣ. απορρόφηση. , πυκνότητα (του) πληθυσμού & πληθυσμιακή πυκνότητα : το σύνολο των ανθρώπων ή γενικότ. των έμβιων όντων που ζουν σε μια περιοχή (πόλη, χώρα, ήπειρο ή σε όλη τη Γη) προς τη συνολική της επιφάνεια: η ~ ~ στη βιολογία/ως δείκτης αστικοποίησης. [< αγγλ. population density] , πυκνότητα ρεύματος: ΗΛΕΚΤΡ. το πηλίκο της έντασης του ρεύματος που διέρχεται εντός αγωγού, προς τη διατομή του (σύμβ. J). [< αρχ. πυκνότης, γαλλ. densité] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ