Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44140-44160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43581πυκνογραμμένος, η, ο πυ-κνο-γραμ-μέ-νος επίθ.: (για κείμενο) που χαρακτηρίζεται από απουσία μεγάλων κενών διαστημάτων μεταξύ των λέξεών του ή από πυκνότητα στην πλοκή· μεστός νοήματος: ~η: έκδοση. ~ες: σελίδες. Βλ. πυκνοτυπωμένος.
43582πυκνοδομημένος, η, ο πυ-κνο-δο-μη-μέ-νος επίθ.: που έχει πυκνή δόμηση: ~η: γειτονιά/περιοχή/πόλη. Βλ. αδόμητος. ΑΝΤ. αραιοδομημένος
43583πυκνοκατοικημένος, η, ο πυ-κνο-κα-τοι-κη-μέ-νος επίθ.: (για τόπο) που έχει πολλούς κατοίκους συγκριτικά με την έκτασή του: ~ος: δήμος. ~η: πόλη. ~ο: λεκανοπέδιο (: για την Αττική). ~ες: γειτονιές. Πβ. πολυάνθρωπος. ΑΝΤ. αραιοκατοικημένος
43584πυκνοκατοίκησηπυ-κνο-κα-τοί-κη-ση ουσ. (θηλ.): μεγάλη κατανομή πληθυσμού σε μικρή συγκριτικά έκταση, πυκνή κατοίκηση: δείκτης ~ης. Βλ. αστικοποίηση.
43585πυκνόμετροπυ-κνό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. όργανο μέτρησης του ειδικού βάρους και της πυκνότητας υγρού. Πβ. αραιόμετρο, γράδο. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. densimètre, πβ. αγγλ. pycnometer, γαλλ. pycnomètre, 1923]
43586πυκνόρρευστος, η, ο πυ-κνόρ-ρευ-στος επίθ. & πυκνόρευστος: παχύρρευστος. ΣΥΝ. πηχτός (2) ΑΝΤ. λεπτόρρευστος ● επίρρ.: πυκνόρρευστα
43587πυκνός, ή, ό πυ-κνός επίθ. 1. που αποτελείται από πολλά συστατικά στοιχεία, τα οποία βρίσκονται πολύ κοντά το ένα με το άλλο, αφήνοντας ελάχιστο ελεύθερο χώρο μεταξύ τους: ~ό: τρίχωμα (= δασύ). ~ές: βλεφαρίδες. ~ά: γένια/μαλλιά/φρύδια (= πλούσια).|| ~ό: δάσος. ~ό: φύλλωμα. ~ά: κλαδιά. Τόπος με ~ή βλάστηση.|| ~ό: ακροατήριο. Πόλη με ~ό πλυθυσμό.|| ~ή: βροχή. ~ό: χιόνι. ~ές: νιφάδες.|| ~ός: καπνός. ~ή: ατμόσφαιρα (= αποπνικτική)/ομίχλη. ~ό: σκοτάδι (= βαθύ). ~ά: σύννεφα.|| ~ή: σάλτσα (= παχύρρευστη, πηχτή). ~ό: διάλυμα.|| ~ή: διάταξη/δόμηση/μάζα. ~ό: δίκτυο/πλέγμα/(ΜΑΘ.) σύνολο. Πουλόβερ με ~ή πλέξη/ύφανση.|| (μτφ.) ~ό πέπλο μυστηρίου/~ό μυστήριο καλύπτει την υπόθεση. ΑΝΤ. αραιός (1) 2. (μτφ.) που γίνεται με μεγάλη συχνότητα· αλλεπάλληλος, συχνός, τακτικός: ~ή: επικοινωνία/συγκοινωνία. ~οί: έλεγχοι. ~ές: επαφές/επισκέψεις/συναντήσεις. ~ά: δρομολόγια. Δρόμοι με ~ή κίνηση/κυκλοφορία οχημάτων. ~οί πυροβολισμοί (βλ. ριπή)/~ά πυρά. 3. (μτφ.) γεμάτος νοήματα και πληροφορίες, μεστός, περιεκτικός: ~ός: λόγος. ~ή: (περι)γραφή. ~ό: βιβλίο (= πυκνογραμμένο)/κείμενο/ύφος. ● επίρρ.: πυκνά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΦΡ.: συχνά πυκνά βλ. συχνά [< αρχ. πυκνός]
43588πυκνότηταπυ-κνό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα του πυκνού: η ~ της βλάστησης/του καπνού/του χιονιού. Μεγάλη/μέση ~ δόμησης/κατοίκησης/φύτευσης. ΑΝΤ. αραιότητα.|| (μτφ.) Η ~ των επαφών/συναντήσεων (= μεγάλη συχνότητα). Η ~ της κίνησης (= πολλή κίνηση).|| Η ~ της έκφρασης/του λόγου/του ύφους (πβ. μεστ-, περιεκτικ-ότητα). Βλ. -ότητα. 2. ΦΥΣ. η μάζα ανά μονάδα όγκου, δηλ. το πηλίκο της μάζας ενός υλικού προς τον όγκο που καταλαμβάνει (σύμβ. ρ): ενεργειακή ~. η ~ του αέρα/αερίου/μετάλλου/νερού. ~ ροής ισχύος (σύμβ. S)/φορτίου. Διακυμάνσεις/μέτρηση/υπολογισμός της ~ας. Βλ. ειδικό βάρος, περιεκτικότητα.|| (ΙΑΤΡ.) Αυξημένη/μειωμένη οστική ~ (= μάζα).|| (ΒΙΟΧ.) Λιποπρωτεΐνη υψηλής (= HDL)/χαμηλής (= LDL) ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: οπτική πυκνότητα: ΦΥΣ. απορρόφηση. , πυκνότητα (του) πληθυσμού & πληθυσμιακή πυκνότητα : το σύνολο των ανθρώπων ή γενικότ. των έμβιων όντων που ζουν σε μια περιοχή (πόλη, χώρα, ήπειρο ή σε όλη τη Γη) προς τη συνολική της επιφάνεια: η ~ ~ στη βιολογία/ως δείκτης αστικοποίησης. [< αγγλ. population density] , πυκνότητα ρεύματος: ΗΛΕΚΤΡ. το πηλίκο της έντασης του ρεύματος που διέρχεται εντός αγωγού, προς τη διατομή του (σύμβ. J). [< αρχ. πυκνότης, γαλλ. densité]
43589πυκνοτυπωμένος, η, ο πυ-κνο-τυ-πω-μέ-νος επίθ.: (για κείμενο) που χαρακτηρίζεται από απουσία μεγάλων κενών διαστημάτων μεταξύ των τυπωμένων στοιχείων του: ~ες: σελίδες. Βλ. πυκνογραμμένος.
43590πυκνοϋφασμένος, η, ο πυ-κνο-ϋ-φα-σμέ-νος επίθ.: που έχει πυκνή πλέξη, ύφανση. ΣΥΝ. κρουστός (3) ΑΝΤ. αγανός, αραχνοΰφαντος
43591πυκνόφυλλος, η, ο πυ-κνό-φυλ-λος επίθ.: (για φυτό) που έχει πλούσιο, πυκνό φύλλωμα. Πβ. θυσαν-, φουντ-ωτός. Βλ. -φυλλος. [< αρχ. πυκνόφυλλος]
43592πυκνόφυτος, η, ο πυ-κνό-φυ-τος επίθ. & πυκνοφυτεμένος: (για έκταση) που χαρακτηρίζεται από πυκνή φυτεμένη βλάστηση: ~ες: όχθες. ~α: δάση. Πβ. κατάφυτος.
43593πύκνωμαπύ-κνω-μα ουσ. (ουδ.): πύκνωση. ΑΝΤ. αραίωμα [< μτγν. πύκνωμα]
43594πυκνώνωπυ-κνώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πύκνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, πυκνών-οντας, πυκνω-μένος} ΑΝΤ. αραιώνω 1. αυξάνω την πυκνότητα, τη συνοχή, τη σύσταση, τον αριθμό· κάνω κάτι πιο πυκνό ή περιεκτικό, συμπυκνώνω: ~ το κείμενο/την πλέξη/την ύφανση. ~σαν τις τάξεις του κινήματος/του κόμματος/των οργανώσεων. ~μένο: γάλα/μείγμα/νόημα.|| (ΣΤΡΑΤ., ως παράγγελμα) ~σατε! 2. κάνω κάτι συχνότερα: ~ τις επαφές/επισκέψεις/συναντήσεις. ~σε τις δημόσιες εμφανίσεις του/τις εξόδους/τις συσκέψεις. Ο δήμος ~σε τον καθαρισμό των δρόμων.πυκνώνει: αυξάνεται, γίνεται πυκνότερος ή συχνότερος: ~ η βλάστηση/το δάσος/η δόμηση/το τρίχωμα/το φύλλωμα. ~ουν τα γένια. Ο κόσμος άρχισε να ~ στην κεντρική αγορά.|| ~σε η ομίχλη/το σκοτάδι/το χιόνι. ~σαν τα σύννεφα.|| ~ η πλοκή/το μυστήριο. ~ουν οι αντιδράσεις/τα δρομολόγια/οι έλεγχοι/οι ενδείξεις/οι επιθέσεις/οι καταγγελίες/τα κρούσματα/οι συζητήσεις/οι φήμες/οι ψίθυροι (ΑΝΤ. ελαττώνω, μειώνω). ~ουν οι φωνές που αντιδρούν στα κακώς κείμενα. ~ουν τα φαινόμενα βίας και αυθαιρεσίας. ~σε η αλληλογραφία τους/η κυκλοφορία των οχημάτων. Πβ. πληθαίνω. [< αρχ. πυκνῶ]
43595πύκνωσηπύ-κνω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΣΥΝ. πύκνωμα 1. αύξηση της πυκνότητας ουσίας: σταδιακή ~. Πβ. συμ~.|| (ΙΑΤΡ.) Πνευμονική ~. ΑΝΤ. αραίωση 2. (μτφ.) αύξηση της συχνότητας: ~ των επισκέψεων. ~ του πληθυσμού (πβ. πολλαπλασιασμός). 3. (μτφ.) απόδοση νοήματος με λιγότερα λόγια· περίληψη: ~ του λόγου.|| ~ του κειμένου. [< 1, 2: αρχ. πύκνωσις]
43596πυκνωτήςπυ-κνω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύστημα συσσώρευσης και αποθήκευσης ηλεκτρικών φορτίων, το οποίο αποτελείται από δύο αγωγούς που χωρίζονται με μονωτικό υλικό: μεταβλητός ~. Ενέργεια/λειτουργία/οπλισμοί/χωρητικότητα του ~ή. ~ές αντιστάθμισης. Βλ. μπαταρία. [< γαλλ. condensateur]
43597πυκνωτικός, ή, ό πυ-κνω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πύκνωση ή τον πυκνωτή: ~ό: μέσο (: αραβικό κόµµι. Πβ. πηκτικός).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: κάψα/οθόνη αφής. ~ά: μικρόφωνα. [< μτγν. πυκνωτικός, αγγλ. condenser]
43598πυλαίος, α, ο [πυλαῖος] πυ-λαί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στις πύλες του ήπατος και (κυρ. ειδικότ.9 στην πυλαία φλέβα: ~α: λεμφαδενοπάθεια.|| ~α: κυκλοφορία/υπέρταση. ● ΣΥΜΠΛ.: πυλαία φλέβα: μεγάλη φλέβα που μεταφέρει αίμα από τα ενδοκοιλιακά όργανα προς το συκώτι, για να φιλτραριστεί: θρόμβωση της ~ας ~ας. [< γαλλ. veine porte] [< μτγν. πυλαῖος, αγγλ. portal]
43599πύληπύ-λη ουσ. (θηλ.) 1. είσοδος κτιρίου ή του περιτειχίσματός του· συνεκδ. η μεγάλη πόρτα που τη φράζει: η (κεντρική/κύρια/πλαϊνή) ~ του αεροδρομίου/του εργοστασίου/της Μονής/του ναού/του νοσοκομείου/του πανεπιστημίου/του στρατοπέδου/του σχολείου. Πβ. πυλώνας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ., για τείχος) Η ανατολική/βόρεια ~ της πόλης/του φρουρίου. Η ~ του Αδριανού/των Λεόντων. Βλ. τετράπυλο.|| Διάβηκε/πέρασε την (γιγαντιαία/επιβλητική) ~ του κάστρου. Άνοιξαν/έκλεισαν οι ~ες. Βλ. τάφρος. 2. (μτφ.) οτιδήποτε επιτρέπει την είσοδο, το πέρασμα σε κάτι άλλο: (για γεωγραφική θέση, στρατηγικής συνήθ. σημασίας) Ελλάδα, η ~ της Ευρώπης προς την Ανατολή.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Νεφρική/πνευμονική ~. ~ες του ήπατος. Διαμπερές τραύμα με ~ εισόδου/εξόδου.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Η ~ του τρανζίστορ. Λογικές ~ες (: ηλεκτρονικά κυκλώματα που δέχονται μία ή περισσότερες εισόδους και εκτελώντας μία λογική πράξη παράγουν μία έξοδο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες δικτύων (= κοινοί κόμβοι δύο ή περισσότερων δικτύων). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ιστοσελίδα που λειτουργεί ως αφετηρία διαδικτυακής πλοήγησης, η οποία συμπεριλαμβάνει συνήθ. μηχανή αναζήτησης, θεματικό κατάλογο ιστοσελίδων και υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: βιβλιογραφική/ειδησεογραφική/εκπαιδευτική/θεματική/μουσική/τουριστική ~. Δικτυακή/ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ αναζήτησης/ενημέρωσης. Ευρωπαϊκή ~ για την επαγγελματική κινητικότητα. ~ πληροφοριών/πρόσβασης. Επιχειρηματικές/φωνητικές ~ες. Κεντρική σελίδα/φόρουμ της ~ης. ΣΥΝ. πόρταλ ● ΣΥΜΠΛ.: (Υψηλή) Πύλη: ΙΣΤ. το σουλτανικό ανάκτορο· (κυρ. συνεκδ.) η οθωμανική κυβέρνηση., οι πύλες της κολάσεως/του Άδη & (προφ.) της κόλασης: η είσοδος της κόλασης ή του κάτω κόσμου· κατ' επέκτ. η ίδια η κόλαση ή ο κάτω κόσμος: (μτφ.) Ο πόλεμος άνοιξε τις ~ της κολάσεως (: σήμανε την απαρχή μεγάλων καταστροφών)., οι πύλες του Παραδείσου & του ουρανού: η είσοδος του Παραδείσου· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο Παράδεισος., Ωραία Πύλη: ΕΚΚΛΗΣ. η μεσαία από τις τρεις θύρες του τέμπλου που οδηγούν στο ιερό. ● ΦΡ.: ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της: αρχίζει να λειτουργεί, να δέχεται κόσμο: Η Έκθεση/το εμπορικό κέντρο/το Ίδρυμα ... άνοιξε ~ της/του (στο κοινό). Πβ. εγκαινιάζω., προ των πυλών (λόγ.): (κυρ. ως προειδοποίηση) πλησιάζει, επίκειται: Ο εχθρός (βρίσκεται/είναι) ~ ~.|| Εκλογές/καύσωνας/πολιτική κρίση ~ ~! Πβ. επί θύραις/προ των θυρών. [< 1: αρχ. πύλη 3: αμερικ. portal, 1990]
43600πυλώναςπυ-λώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ψηλή, χαλύβδινη συνήθ. κατασκευή σε μορφή πύργου, που χρησιμεύει κυρ. για τη στήριξη εναέριων καλωδίων ηλεκτρικού ρεύματος: ~ της ΔΕΗ/υψηλής τάσης. Πβ. στύλος. 2. (μτφ.) βασικό και αναγκαίο στοιχείο: αναπτυξιακός/δομικός/ιδεολογικός/οικονομικός ~. ~ σταθερότητας. || (ως παραθετικό σύνθ.) Νοσοκομείο/σχολείο-~. Πβ. ακρογωνιαίος λίθος, στήριγμα. 3. μεγαλοπρεπής είσοδος ναού, μοναστηριού ή ανακτόρων: κεντρικός ~. Πβ. πύλη. Βλ. -ώνας. [< 1,2: γαλλ. pylône, 1906, αγγλ. pylon 3: αρχ. πυλών]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.