| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43589 | πυκνοτυπωμένος | , η, ο πυ-κνο-τυ-πω-μέ-νος επίθ.: (για κείμενο) που χαρακτηρίζεται από απουσία μεγάλων κενών διαστημάτων μεταξύ των τυπωμένων στοιχείων του: ~ες: σελίδες. Βλ. πυκνογραμμένος. | |
| 43590 | πυκνοϋφασμένος | , η, ο πυ-κνο-ϋ-φα-σμέ-νος επίθ.: που έχει πυκνή πλέξη, ύφανση. ΣΥΝ. κρουστός (3) ΑΝΤ. αγανός, αραχνοΰφαντος | |
| 43591 | πυκνόφυλλος | , η, ο πυ-κνό-φυλ-λος επίθ.: (για φυτό) που έχει πλούσιο, πυκνό φύλλωμα. Πβ. θυσαν-, φουντ-ωτός. Βλ. -φυλλος. [< αρχ. πυκνόφυλλος] | |
| 43592 | πυκνόφυτος | , η, ο πυ-κνό-φυ-τος επίθ. & πυκνοφυτεμένος: (για έκταση) που χαρακτηρίζεται από πυκνή φυτεμένη βλάστηση: ~ες: όχθες. ~α: δάση. Πβ. κατάφυτος. | |
| 43593 | πύκνωμα | πύ-κνω-μα ουσ. (ουδ.): πύκνωση. ΑΝΤ. αραίωμα [< μτγν. πύκνωμα] | |
| 43594 | πυκνώνω | πυ-κνώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πύκνω-σε, -σει, -θηκε, -θεί, πυκνών-οντας, πυκνω-μένος} ΑΝΤ. αραιώνω 1. αυξάνω την πυκνότητα, τη συνοχή, τη σύσταση, τον αριθμό· κάνω κάτι πιο πυκνό ή περιεκτικό, συμπυκνώνω: ~ το κείμενο/την πλέξη/την ύφανση. ~σαν τις τάξεις του κινήματος/του κόμματος/των οργανώσεων. ~μένο: γάλα/μείγμα/νόημα.|| (ΣΤΡΑΤ., ως παράγγελμα) ~σατε! 2. κάνω κάτι συχνότερα: ~ τις επαφές/επισκέψεις/συναντήσεις. ~σε τις δημόσιες εμφανίσεις του/τις εξόδους/τις συσκέψεις. Ο δήμος ~σε τον καθαρισμό των δρόμων. ● πυκνώνει: αυξάνεται, γίνεται πυκνότερος ή συχνότερος: ~ η βλάστηση/το δάσος/η δόμηση/το τρίχωμα/το φύλλωμα. ~ουν τα γένια. Ο κόσμος άρχισε να ~ στην κεντρική αγορά.|| ~σε η ομίχλη/το σκοτάδι/το χιόνι. ~σαν τα σύννεφα.|| ~ η πλοκή/το μυστήριο. ~ουν οι αντιδράσεις/τα δρομολόγια/οι έλεγχοι/οι ενδείξεις/οι επιθέσεις/οι καταγγελίες/τα κρούσματα/οι συζητήσεις/οι φήμες/οι ψίθυροι (ΑΝΤ. ελαττώνω, μειώνω). ~ουν οι φωνές που αντιδρούν στα κακώς κείμενα. ~ουν τα φαινόμενα βίας και αυθαιρεσίας. ~σε η αλληλογραφία τους/η κυκλοφορία των οχημάτων. Πβ. πληθαίνω. [< αρχ. πυκνῶ] | |
| 43595 | πύκνωση | πύ-κνω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) ΣΥΝ. πύκνωμα 1. αύξηση της πυκνότητας ουσίας: σταδιακή ~. Πβ. συμ~.|| (ΙΑΤΡ.) Πνευμονική ~. ΑΝΤ. αραίωση 2. (μτφ.) αύξηση της συχνότητας: ~ των επισκέψεων. ~ του πληθυσμού (πβ. πολλαπλασιασμός). 3. (μτφ.) απόδοση νοήματος με λιγότερα λόγια· περίληψη: ~ του λόγου.|| ~ του κειμένου. [< 1, 2: αρχ. πύκνωσις] | |
| 43596 | πυκνωτής | πυ-κνω-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. σύστημα συσσώρευσης και αποθήκευσης ηλεκτρικών φορτίων, το οποίο αποτελείται από δύο αγωγούς που χωρίζονται με μονωτικό υλικό: μεταβλητός ~. Ενέργεια/λειτουργία/οπλισμοί/χωρητικότητα του ~ή. ~ές αντιστάθμισης. Βλ. μπαταρία. [< γαλλ. condensateur] | |
| 43597 | πυκνωτικός | , ή, ό πυ-κνω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πύκνωση ή τον πυκνωτή: ~ό: μέσο (: αραβικό κόµµι. Πβ. πηκτικός).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: κάψα/οθόνη αφής. ~ά: μικρόφωνα. [< μτγν. πυκνωτικός, αγγλ. condenser] | |
| 43598 | πυλαίος | , α, ο [πυλαῖος] πυ-λαί-ος επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στις πύλες του ήπατος και (κυρ. ειδικότ.9 στην πυλαία φλέβα: ~α: λεμφαδενοπάθεια.|| ~α: κυκλοφορία/υπέρταση. ● ΣΥΜΠΛ.: πυλαία φλέβα: μεγάλη φλέβα που μεταφέρει αίμα από τα ενδοκοιλιακά όργανα προς το συκώτι, για να φιλτραριστεί: θρόμβωση της ~ας ~ας. [< γαλλ. veine porte] [< μτγν. πυλαῖος, αγγλ. portal] | |
| 43599 | πύλη | πύ-λη ουσ. (θηλ.) 1. είσοδος κτιρίου ή του περιτειχίσματός του· συνεκδ. η μεγάλη πόρτα που τη φράζει: η (κεντρική/κύρια/πλαϊνή) ~ του αεροδρομίου/του εργοστασίου/της Μονής/του ναού/του νοσοκομείου/του πανεπιστημίου/του στρατοπέδου/του σχολείου. Πβ. πυλώνας.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ., για τείχος) Η ανατολική/βόρεια ~ της πόλης/του φρουρίου. Η ~ του Αδριανού/των Λεόντων. Βλ. τετράπυλο.|| Διάβηκε/πέρασε την (γιγαντιαία/επιβλητική) ~ του κάστρου. Άνοιξαν/έκλεισαν οι ~ες. Βλ. τάφρος. 2. (μτφ.) οτιδήποτε επιτρέπει την είσοδο, το πέρασμα σε κάτι άλλο: (για γεωγραφική θέση, στρατηγικής συνήθ. σημασίας) Ελλάδα, η ~ της Ευρώπης προς την Ανατολή.|| (ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ.) Νεφρική/πνευμονική ~. ~ες του ήπατος. Διαμπερές τραύμα με ~ εισόδου/εξόδου.|| (ΗΛΕΚΤΡΟΝ.) Η ~ του τρανζίστορ. Λογικές ~ες (: ηλεκτρονικά κυκλώματα που δέχονται μία ή περισσότερες εισόδους και εκτελώντας μία λογική πράξη παράγουν μία έξοδο).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ες δικτύων (= κοινοί κόμβοι δύο ή περισσότερων δικτύων). 3. ΠΛΗΡΟΦ. ιστοσελίδα που λειτουργεί ως αφετηρία διαδικτυακής πλοήγησης, η οποία συμπεριλαμβάνει συνήθ. μηχανή αναζήτησης, θεματικό κατάλογο ιστοσελίδων και υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου: βιβλιογραφική/ειδησεογραφική/εκπαιδευτική/θεματική/μουσική/τουριστική ~. Δικτυακή/ηλεκτρονική/ψηφιακή ~ αναζήτησης/ενημέρωσης. Ευρωπαϊκή ~ για την επαγγελματική κινητικότητα. ~ πληροφοριών/πρόσβασης. Επιχειρηματικές/φωνητικές ~ες. Κεντρική σελίδα/φόρουμ της ~ης. ΣΥΝ. πόρταλ ● ΣΥΜΠΛ.: (Υψηλή) Πύλη: ΙΣΤ. το σουλτανικό ανάκτορο· (κυρ. συνεκδ.) η οθωμανική κυβέρνηση., οι πύλες της κολάσεως/του Άδη & (προφ.) της κόλασης: η είσοδος της κόλασης ή του κάτω κόσμου· κατ' επέκτ. η ίδια η κόλαση ή ο κάτω κόσμος: (μτφ.) Ο πόλεμος άνοιξε τις ~ της κολάσεως (: σήμανε την απαρχή μεγάλων καταστροφών)., οι πύλες του Παραδείσου & του ουρανού: η είσοδος του Παραδείσου· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο Παράδεισος., Ωραία Πύλη: ΕΚΚΛΗΣ. η μεσαία από τις τρεις θύρες του τέμπλου που οδηγούν στο ιερό. ● ΦΡ.: ανοίγει τις πύλες/τις πόρτες του/της: αρχίζει να λειτουργεί, να δέχεται κόσμο: Η Έκθεση/το εμπορικό κέντρο/το Ίδρυμα ... άνοιξε ~ της/του (στο κοινό). Πβ. εγκαινιάζω., προ των πυλών (λόγ.): (κυρ. ως προειδοποίηση) πλησιάζει, επίκειται: Ο εχθρός (βρίσκεται/είναι) ~ ~.|| Εκλογές/καύσωνας/πολιτική κρίση ~ ~! Πβ. επί θύραις/προ των θυρών. [< 1: αρχ. πύλη 3: αμερικ. portal, 1990] | |
| 43600 | πυλώνας | πυ-λώ-νας ουσ. (αρσ.) 1. ψηλή, χαλύβδινη συνήθ. κατασκευή σε μορφή πύργου, που χρησιμεύει κυρ. για τη στήριξη εναέριων καλωδίων ηλεκτρικού ρεύματος: ~ της ΔΕΗ/υψηλής τάσης. Πβ. στύλος. 2. (μτφ.) βασικό και αναγκαίο στοιχείο: αναπτυξιακός/δομικός/ιδεολογικός/οικονομικός ~. ~ σταθερότητας. || (ως παραθετικό σύνθ.) Νοσοκομείο/σχολείο-~. Πβ. ακρογωνιαίος λίθος, στήριγμα. 3. μεγαλοπρεπής είσοδος ναού, μοναστηριού ή ανακτόρων: κεντρικός ~. Πβ. πύλη. Βλ. -ώνας. [< 1,2: γαλλ. pylône, 1906, αγγλ. pylon 3: αρχ. πυλών] | |
| 43601 | πυλωρικός | , ή, ό πυ-λω-ρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πυλωρό: ~ή: στένωση. ~ό: άντρο/στόμιο. [< μτγν. πυλωρικός 'σχετικός με φρουρά πύλης', γαλλ. pylorique, αγγλ. pyloric | |
| 43602 | πυλωρός | πυ-λω-ρός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το κατώτατο, τελευταίο τμήμα του στομάχου που οδηγεί στο δωδεκαδάκτυλο, το οποίο εμποδίζει την παλινδρόμηση ουσιών από το έντερο στο στομάχι και την είσοδο τροφής που δεν μπορεί να χωνευτεί στο λεπτό έντερο: ελικοβακτηρίδιο του ~ού. [< μτγν. πυλωρός, γαλλ. pylore, αγγλ. pylorus] | |
| 43603 | πυξ | [πύξ] επίρρ.: στη ● ΦΡ.: πυξ λαξ: με γροθιές και κλοτσιές και κατ' επέκτ. με πολύ βίαιο τρόπο: Τους έδιωξαν ~ ~. Πβ. κακήν κακώς, κλοτσηδόν. [< αρχ. πύξ ‘με τη γροθιά’, λάξ, πύξ] | |
| 43604 | πυξάρι | βλ. πυξός | |
| 43605 | πυξίδα | πυ-ξί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο προσανατολισμού κυκλικού σχήματος, το οποίο περιλαμβάνει ανεμολόγιο και μαγνητική βελόνα που περιστρέφεται δείχνοντας προς την κατεύθυνση του Βορρά: γυροσκοπική/επαγγελματική/μαγνητική/ναυτική (= μπούσουλας)/ψηφιακή ~. Απόκλιση/παραλλαγή/παρεκτροπή ~ας. Βλ. ραδιο~, χάρτης. 2. (μτφ.) κατευθυντήρια γραμμή, κεντρικός άξονας: ασφαλής/σταθερή ~ προσανατολισμού. Η θρησκεία/η φιλοσοφία ήταν η ~ της ζωής του. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό δοχείο για φύλαξη αντικειμένων, κυρ. κοσμημάτων: ξύλινη/πήλινη/τριποδική ~. ~ από ελεφαντόδοντο. Πβ. κοσμηματοθήκη. [< μτγν. πυξίς ‘κουτάκι από ξύλο πυξού’] | |
| 43606 | πυξός | πυ-ξός ουσ. (αρσ.) & πύξος & πυξάρι (το) : ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος ή σπανιότ. μικρό δέντρο (επιστ. ονομασ. Buxus sempervirens) με μικρά πράσινα δερματώδη φύλλα και κιτρινωπά άνθη, γνωστό(ς) ως καλλωπιστικό φυτό· συνεκδ. το αντίστοιχο σκληρό ξύλο, που είναι κατάλληλο για ξυλογραφία και ξυλογλυπτική. [< αρχ. πύξος] | |
| 43607 | πυογόνος | , ος, ο πυ-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει πύον: ~ο: κοκκίωμα. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. pyogénique, pyogène, αγγλ. pyogenic] | |
| 43608 | πυόδερμα | πυ-ό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) & πυοδερμία (η) & πυοδερματίτιδα: ΙΑΤΡ. πυώδης δερματική λοίμωξη: γαγγραινώδες ~. [< αγγλ. pyoderma, 1930, γαλλ. pyodermite, 1932] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ