| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43601 | πυλωρικός | , ή, ό πυ-λω-ρι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πυλωρό: ~ή: στένωση. ~ό: άντρο/στόμιο. [< μτγν. πυλωρικός 'σχετικός με φρουρά πύλης', γαλλ. pylorique, αγγλ. pyloric | |
| 43602 | πυλωρός | πυ-λω-ρός ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. το κατώτατο, τελευταίο τμήμα του στομάχου που οδηγεί στο δωδεκαδάκτυλο, το οποίο εμποδίζει την παλινδρόμηση ουσιών από το έντερο στο στομάχι και την είσοδο τροφής που δεν μπορεί να χωνευτεί στο λεπτό έντερο: ελικοβακτηρίδιο του ~ού. [< μτγν. πυλωρός, γαλλ. pylore, αγγλ. pylorus] | |
| 43603 | πυξ | [πύξ] επίρρ.: στη ● ΦΡ.: πυξ λαξ: με γροθιές και κλοτσιές και κατ' επέκτ. με πολύ βίαιο τρόπο: Τους έδιωξαν ~ ~. Πβ. κακήν κακώς, κλοτσηδόν. [< αρχ. πύξ ‘με τη γροθιά’, λάξ, πύξ] | |
| 43604 | πυξάρι | βλ. πυξός | |
| 43605 | πυξίδα | πυ-ξί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο προσανατολισμού κυκλικού σχήματος, το οποίο περιλαμβάνει ανεμολόγιο και μαγνητική βελόνα που περιστρέφεται δείχνοντας προς την κατεύθυνση του Βορρά: γυροσκοπική/επαγγελματική/μαγνητική/ναυτική (= μπούσουλας)/ψηφιακή ~. Απόκλιση/παραλλαγή/παρεκτροπή ~ας. Βλ. ραδιο~, χάρτης. 2. (μτφ.) κατευθυντήρια γραμμή, κεντρικός άξονας: ασφαλής/σταθερή ~ προσανατολισμού. Η θρησκεία/η φιλοσοφία ήταν η ~ της ζωής του. 3. ΑΡΧΑΙΟΛ. μικρό δοχείο για φύλαξη αντικειμένων, κυρ. κοσμημάτων: ξύλινη/πήλινη/τριποδική ~. ~ από ελεφαντόδοντο. Πβ. κοσμηματοθήκη. [< μτγν. πυξίς ‘κουτάκι από ξύλο πυξού’] | |
| 43606 | πυξός | πυ-ξός ουσ. (αρσ.) & πύξος & πυξάρι (το) : ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος ή σπανιότ. μικρό δέντρο (επιστ. ονομασ. Buxus sempervirens) με μικρά πράσινα δερματώδη φύλλα και κιτρινωπά άνθη, γνωστό(ς) ως καλλωπιστικό φυτό· συνεκδ. το αντίστοιχο σκληρό ξύλο, που είναι κατάλληλο για ξυλογραφία και ξυλογλυπτική. [< αρχ. πύξος] | |
| 43607 | πυογόνος | , ος, ο πυ-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που παράγει πύον: ~ο: κοκκίωμα. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. pyogénique, pyogène, αγγλ. pyogenic] | |
| 43608 | πυόδερμα | πυ-ό-δερ-μα ουσ. (ουδ.) & πυοδερμία (η) & πυοδερματίτιδα: ΙΑΤΡ. πυώδης δερματική λοίμωξη: γαγγραινώδες ~. [< αγγλ. pyoderma, 1930, γαλλ. pyodermite, 1932] | |
| 43609 | πύον & πύο | πύ-ον ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. υγρό, συνήθ. πυκνόρρευστο και κιτρινωπό, που οφείλεται σε φλεγμονή και αποτελείται κυρ. από νεκρά κύτταρα και πυοσφαίρια: σπυράκια με ~. ΣΥΝ. έμπυο [< αρχ. πύον] | |
| 43610 | πυορροεί | [πυορροεῖ] πυ-ορ-ρο-εί ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): έχει πυόρροια: Το απόστημα/η πληγή ~.|| (μτφ.) Θεσμός/κατάσταση/πρόβλημα που ~. Πβ. κακοφορμίζει. [< αρχ. πυορροῶ] | |
| 43611 | πυόρροια | πυ-όρ-ροι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εκροή πύου σε υψηλή ποσότητα, συνήθ. από τα ούλα, με αποτέλεσμα την εμφάνιση χρόνιας περιοδοντίτιδας. Βλ. -ρροια. [< μτγν. πυόρροια, γαλλ. pyorrhée, αγγλ. pyorrhea] | |
| 43612 | πυοσφαίρια | πυ-ο-σφαί-ρι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΙΑΤΡ. αλλοιωμένα λευκοκύτταρα που εμπεριέχονται στο πύον. | |
| 43613 | πυουρία | πυ-ου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική παρουσία πυοσφαιρίων στα ούρα. Βλ. -ουρία. [< γαλλ. pyurie, αγγλ. pyuria] | |
| 43614 | πυρ | [πῦρ] ουσ. (ουδ.) {πυρ-ός | -ά, -ών} (λόγ.): φωτιά: ασφαλιστήριο/ασφάλιστρα/συμβόλαιο ~ός.|| Ο οικισμός παραδόθηκε στο ~ (= κάηκε).|| (ΓΕΩΓΡ.) Η Γη του Πυρός. (ΘΕΟΛ.) Το ~ της κολάσεως. (ΦΙΛΟΣ., κατά τον Ηράκλειτο) Το ~ ως ύψιστη αρχή των πάντων. (ΑΡΧ.) Στον βωμό έκαιγε το ιερό ~. ● πυρά (τα) 1. βολές, πυροβολισμοί: αντιαεροπορικά ~. ~ όλμων/πολυβόλων. Ανταλλαγή/ρίψη/χρήση ~ών. Ασκήσεις με εικονικά/πραγματικά ~. Δέχτηκαν εχθρικά/ομαδικά/πυκνά ~. Έριξαν προειδοποιητικά ~. Σκοτώθηκε από τα ~ ληστή. 2. (μτφ.) κατηγορίες, λεκτική επίθεση: προεκλογικά/συντονισμένα ~. ~ συνδικαλιστών κατά του νομοσχεδίου. Έστρεψε τα ~ του εναντίον των αντιπάλων του. Ανταπέδωσε τα/απάντησε στα ~ (που δέχτηκε). Πβ. μύδροι. ● ΣΥΜΠΛ.: αιώνιο πυρ: ΘΕΟΛ. η Κόλαση ή η αιώνια τιμωρία των αμαρτωλών., άσβεστο πυρ: ΑΡΧ. φωτιά που διατηρείται συνεχώς αναμμένη για θρησκευτικούς λόγους: η ιερή εστία με το ~ ~., γραμμή (του) πυρός: πρώτη γραμμή: Πολέμησε/στάλθηκε στη ~ ~.|| (μτφ.) Ανήκει στη ~ ~ της ομάδας (= στην επίθεση). Βρίσκεται στη ~ ~ της εταιρείας. ΣΥΝ. γραμμή του μετώπου, δύναμη πυρός 1. ΣΤΡΑΤ. συνολική ικανότητα εκτόξευσης πυρών εναντίον του εχθρού. 2. (μτφ.) ισχυρό όπλο, ατού: η ~ ~ για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους. Πβ. βαρύ πυροβολικό., ζώνη του πυρός & ζώνη πυρός: (κυριολ. κ. μτφ.) πεδίο βολής ή γενικότ. πεδίο μάχης: Βρέθηκε στη ~ ~. [< αγγλ. fire-zone, 1916, πβ. free-fire zone, 1965] , υγρό πυρ & (σπάν.) ελληνικό πυρ: ΙΣΤ. εύφλεκτο μείγμα μυστικής σύνθεσης (πιθανόν συνδυασμός κυρ. θείου, νίτρου, νάφθας και ρητίνης) που αναφλεγόταν αυτόματα μόλις ερχόταν σε επαφή με το νερό και χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς ως ναυτικό όπλο., άσφαιρα (πυρά) βλ. άσφαιρος, ασφάλεια πυρός βλ. ασφάλεια, διασταυρούμενα πυρά βλ. διασταυρούμενος, καταιγιστικά πυρά βλ. καταιγιστικός, κατάπαυση (του) πυρός βλ. κατάπαυση, πυρ/πυρά ομαδόν βλ. ομαδόν, φίλια πυρά βλ. φίλιος ● ΦΡ.: ανοίγω πυρ & αρχίζω πυρ: αρχίζω να πυροβολώ εναντίον κάποιου: Άνοιξαν ~ κατά των εχθρών.|| (μτφ.) Άνοιξε ~ εναντίον των συκοφαντών (= εξαπέλυσε μομφές). [< γαλλ. ouvrir le feu] , διά πυρός και σιδήρου (λόγ.) 1. (μτφ.) μέσα από πολλές δοκιμασίες, βάσανα, ταλαιπωρίες: Περάσαμε ~ ~, ώσπου να τα καταφέρουμε. 2. με φωτιές και σφαγές· (κυρ. κατ' επέκτ.) με την άσκηση πίεσης ή βίας, με εξαναγκασμό: Επέβαλε τη βούλησή του ~ ~. [< γερμ. mit Feuer und Schwert] , εν μέσω (δύο) πυρών (λόγ.) & μεταξύ (δύο) πυρών & ανάμεσα σε δύο πυρά: για κάποιον/κάτι που δέχεται ταυτόχρονα επίθεση ή μτφ. έντονες αντιδράσεις από δύο αντίπαλες πλευρές: Βρίσκονται ~ ~. [< γαλλ. entre deux feux ] , παύσατε πυρ! 1. ΣΤΡΑΤ. παράγγελμα να σταματήσουν οι βολές. 2. (μτφ.) προτροπή για διακοπή διένεξης ή διαμάχης. Βλ. ανακωχή, εκεχειρία, κατάπαυση (του) πυρός. [< γαλλ. c essez le feu ] , πυρ και μανία (μτφ.): για να δηλωθεί έντονος θυμός, μεγάλη οργή: Είναι ~ ~ (= έξαλλος, έξω φρενών) κατά της διαιτησίας/με την επιπολαιότητά τους/με τους υπαλλήλους του. Έγινε (= εξοργίστηκε)/τον έκαναν ~ ~ (= τον εξόργισαν). Πβ. μπουρλότο., πυρ κατά βούληση & (λόγ.) κατά βούλησιν 1. ελευθερία στη ρίψη βολών. 2. (μτφ.) ανεμπόδιστη εκτόξευση κατηγοριών: ~ ~ εναντίον ... [< γαλλ. feu à volonté] , πυρ!: ΣΤΡΑΤ. ως παράγγελμα για την έναρξη πυροβολισμών. [< γαλλ. feu!] , στο πυρ το εξώτερο(ν) & (σπάν.-λόγ.) εις το πυρ το εξώτερον 1. (μτφ.) ως αναθεματισμός, αποκήρυξη, καταδίκη, κατάκριση: Τον έριξαν/έστειλαν ~ ~. 2. ΘΕΟΛ. & εις το πυρ το αιώνιον: στην Κόλαση., (λαμβάνω/παίρνω) το βάπτισμα του πυρός βλ. βάπτισμα, γαία πυρί μ(ε)ιχθήτω βλ. γαία, διασταύρωσαν τα ξίφη τους βλ. διασταυρώνω, παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς βλ. παρανάλωμα, πυρ, γυνή και θάλασσα βλ. γυνή, σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών βλ. ανταλλαγή, στη/εις την γέεννα του πυρός/της φωτιάς βλ. γέεννα [< αρχ. πῦρ, γαλλ. feu, αγγλ. fire] | |
| 43615 | πυρά | πυ-ρά ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φωτιά: (στον Μεσαίωνα) Κάηκε στην ~. Βλ. Ιερά Εξέταση.|| Άναμμα ~άς. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρ/πυρά ομαδόν βλ. ομαδόν ● ΦΡ.: στην πυρά (μτφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος ή κάτι στηλιτεύεται, τιμωρείται αυστηρά ή εξοντώνεται: ~ ~ το νέο βιβλίο του ... [< αρχ. πυρά] | |
| 43616 | πύρα | πύ-ρα ουσ. (θηλ.) & πυράδα (λαϊκό-λογοτ.) 1. υψηλή θερμότητα, ζέστη: ~ του ήλιου. 2. (μτφ.) έξαψη, ξάναμμα. Πβ. φούντωμα. [< μεσν. πύρα] | |
| 43617 | πυραγός | πυ-ρα-γός ουσ. (αρσ. + θηλ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον υποπυραγό και κατώτερος από τον επιπυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον υποπλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, τον αστυνόμο Β' της Ελληνικής Αστυνομίας, τον λοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον σμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας. Βλ. ανθυπο~. [< πβ. γαλλ. capitaine des pomiers] | |
| 43618 | πυράγρα | πυ-ρά-γρα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): μεταλλική λαβίδα για το σκάλισμα της φωτιάς· μασιά. [< αρχ. πυράγρα] | |
| 43619 | πυράκανθος | πυ-ρά-καν-θος ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) πυράκανθα (η): ΒΟΤ. αειθαλής θάμνος (επιστ. ονομασ. Crataegus Pyracantha) με οδοντωτά φύλλα, αγκάθια, συνήθ. λευκά άνθη και μικρούς σφαιρικούς πορτοκαλί-κόκκινους καρπούς, ο οποίος καλλιεργείται ως καλλωπιστικό. [< μτγν. πυράκανθα, αγγλ. pyracanth] | |
| 43620 | πυρακτώνω | πυ-ρα-κτώ-νω ρ. (μτβ.) {πυράκτω-σε, -θηκε, κυρ. στη μτχ. -μένος} (λόγ.) 1. υπερθερμαίνω υλικό, μέχρι να κοκκινίσει: Το νήμα της λάμπας ~θηκε. ~μένος: λαμπτήρας. ~μένο: καμίνι/σίδερο. Πβ. πυρώνω.|| O καυτός ήλιος ~ει το χώμα. 2. (μτφ.) προκαλώ ένταση, διεγείρω, πυροδοτώ: Οι διαξιφισμοί ~σαν την ατμόσφαιρα. Πβ. ηλεκτρίζω. [< 1: μτγν. πυρακτώνω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ