| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 3467 | ανασυρόμενος | , η, ο [ἀνασυρόμενος] α-να-συ-ρό-με-νος επίθ.: που μπορεί και ανασύρεται: ~η: (χειρο)λαβή/πόρτα/σκάλα. ~ο: κάλυμμα. ~α: κουφώματα. Βλ. πτυσσόμενος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: υποδοχή (USB). Ποντίκι με ~ο καλώδιο.|| (ΑΕΡΟΝ.) ~ο: σύστημα προσγείωσης. ● βλ. ανασύρω | |
| 3468 | ανάσυρση | [ἀνάσυρση] α-νά-συρ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασύρω: ~ ευρημάτων από τον βυθό. Γάντζος/συρματόσχοινο ~ης. Τεχνολογία ~ης φορτίων από μεγάλα θαλάσσια βάθη. Επιχείρηση για την ~ των εγκλωβισμένων επιβατών (από τα σωστικά συνεργεία· βλ. απεγκλωβισμός)/επιζώντων/παγιδευμένων από τα συντρίμμια. Πβ. ανέλκυση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων (από αρχείο)/πληροφοριών. Βλ. ανάκτηση.|| (μτφ.) ~ από την αφάνεια (: έξοδος)/τη μνήμη (= ανάκληση). ~ στην επιφάνεια τραυματικών εμπειριών. [< πβ. αγγλ. information retrieval, 1950] | |
| 3469 | ανασύρω | [ἀνασύρω] α-να-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {ανέσυρ-ε, ανασύρ-εται, -θηκε (λόγ. ανεσύρ-θη, μτχ. ανασυρ-θείς, -θείσα, -θέν), -οντας, -όμενος, -μένος} (λόγ.) 1. σέρνω, τραβώ, βγάζω προς τα πάνω ή προς τα έξω: ~ όχημα από τον γκρεμό/το ναυάγιο από τον βυθό (ΣΥΝ. ανελκύω, ΑΝΤ. βυθίζω). ~θηκε (ζωντανός) από τα ερείπια/συντρίμμια (: απεγκλωβίστηκε).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πληροφορίες από βάση δεδομένων. 2. (μτφ.) επαναφέρω (στο προσκήνιο, στην επιφάνεια): ~ αναμνήσεις από το παρελθόν (πβ. ανακαλώ, θυμάμαι). Λέξη που ~ει (= φέρνει) συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό. ~ουν από το αρχείο/τα συρτάρια παλιές υποθέσεις (πβ. ξεθάβω). ● ΦΡ.: φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια ● βλ. ανασυρόμενος [< μτγν. ἀνασύρω, γαλλ. retirer] | |
| 3470 | ανασύσταση | [ἀνασύσταση] α-να-σύ-στα-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυστήνω: ~ ομάδας/συλλόγου. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση, -σύνταξη, επανίδρυση.|| ~ θεσμού/μιας εποχής (πβ. αναβίωση). ~ του κειμένου (= ανασύνθεση).|| ~ αμπελιού (= αναμπέλωση)/φυσικού οικοσυστήματος (= αποκατάσταση). [< γερμ. Wiederherstellung] | |
| 3471 | ανασυστήνω | [ἀνασυστήνω] α-να-συ-στή-νω ρ. (μτβ.) {ανασύ-στησα, ανασυ-στάθηκε, -στημένος} ΣΥΝ. ανασυνιστώ 1. συνιστώ εκ νέου, επανιδρύω: ~ μοναστήρι/υπηρεσία. Ο σύλλογος ~στάθηκε. Πβ. ανα-διοργανώνω, -συγκροτώ, -σχηματίζω. 2. αναδημιουργώ, ανασυνθέτω: Το βιβλίο φιλοδοξεί να ~στήσει τον ιστορικό περίγυρο και την εποχή. [< γαλλ. reconstituer] | |
| 3472 | ανασφάλεια | [ἀνασφάλεια] α-να-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ασφάλειας: εργασιακή/κοινωνική/μόνιμη/οικονομική ~. Άγχος/αγωνία/φόβος και ~. ~ λόγω της κρίσης. Καθεστώς/κλίμα ~ας. Άτομο γεμάτο ~ες (= ανασφαλές). Αισθάνομαι/νιώθω ~ για το μέλλον/μπροστά στο άγνωστο. Η ανεργία δημιουργεί/προκαλεί ~. Πβ. αβεβαιότητα. Βλ. σιγουριά. [< γαλλ. insécurité] | |
| 3473 | ανασφαλής | , ής, ές [ἀνασφαλής] α-να-σφα-λής επίθ. {ανασφαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή) | (σπάν.) ανασφαλέστ-ερος, -ατος}: που δεν νιώθει, δεν φανερώνει ή δεν εξασφαλίζει ασφάλεια: ~ή άτοµα (: χωρίς αυτοπεποίθηση). ΑΝΤ. αποφασιστικός, σίγουρος.|| ~ής: επένδυση/εργασία. ~ές: μέλλον (= αβέβαιο). ~ή: προϊόντα. Πβ. αμφίβολος, επι-κίνδυνος, -σφαλής. ΑΝΤ. ασφαλής. ● Ουσ.: ανασφαλής (ο/η): ανασφαλές πρόσωπο. ● επίρρ.: ανασφαλώς [-ῶς] (σπάν.-λόγ.): [< μτγν. ἀνασφαλής ‘αβέβαιος’, αγγλ. insecure] | |
| 3474 | ανασφάλιστος | , η, ο [ἀνασφάλιστος] α-να-σφά-λι-στος επίθ. ΑΝΤ. ασφαλισμένος 1. που δεν έχει ασφαλιστεί ή δεν εξασφαλίζει ασφάλιση: ~οι: ασθενείς/εργαζόμενοι/υπερήλικες. (ως ουσ.) Οι ~οι.|| ~ο: όχημα/σπίτι.|| ~η: εργασία. 2. (σπάν.) για κάτι στο οποίο δεν έχει τεθεί μηχανισμός ασφάλειας: ~ο: παράθυρο.|| ~ο: πιστόλι. ΑΝΤ. οπλισμένο. [< μτγν. ἀνασφάλιστος 'εκτεθειμένος σε κίνδυνο' 1: γερμ. unversichert, γαλλ. non assuré] | |
| 3475 | ανασχεδιάζω | [ἀνασχεδιάζω] α-να-σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανασχεδία-σε, ανασχεδιά-στηκε, -στεί, -σμένος}: σχεδιάζω εκ νέου με στόχο τη βελτίωση δομής ή λειτουργίας: ~ το πρόγραμμά/τους στόχους μου. Η χώρα ~σε την εξωτερική της πολιτική. Η ιστοσελίδα/ο οργανισμός/ο προϋπολογισμός ~εται. Το έργο ~στηκε. Πβ. ανα-δομώ, -μορφώνω. Βλ. επ~. [< αγγλ. replan, redesign] | |
| 3476 | ανασχεδιασμός | [ἀνασχεδιασμός] α-να-σχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & ανασχεδίαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασχεδιάζω: λειτουργικός/οργανωτικός/ριζικός/χωροταξικός ~. ~ της εταιρείας/του θεσμικού πλαισίου/των κτιρίων/του προϊόντος/των πληροφοριακών συστημάτων. Πβ. ανα-δόμηση, -μόρφωση, -χάραξη. Βλ. επ~. [< αγγλ. replanning, 1946, redesigning, 1943] | |
| 3477 | ανάσχεση | [ἀνάσχεση] α-νά-σχε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σταμάτημα ή συγκράτηση αρνητικής ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ της εξάπλωσης της πυρκαγιάς/επέλασης του στρατού (ΣΥΝ. αναχαίτιση)/επιδημίας. Μέτρα ~ης του πληθωρισμού (πβ. τιθάσευση, χαλιναγώγηση). Πβ. ανακοπή, αποτροπή.|| Αναπτυξιακή/οικονομική ~ (πβ. στασιμότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανάσχεση της κυκλοφορίας: προσωρινή διακοπή, επιβράδυνση της κυκλοφορίας των οχημάτων: ~ ~ λόγω έργων/τροχαίου. Πβ. μποτιλιάρισμα. [< μτγν. ἀνάσχεσις] | |
| 3478 | ανασχετικός | , ή, ό [ἀνασχετικός] α-να-σχε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάσχεση: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση/δύναμη/λειτουργία. ~ά: έργα/φράγματα (πβ. αντιπλημμυρικά). ~οί παράγοντες στην προώθηση μεταρρυθμίσεων. Πβ. ανασταλτ-, αναχαιτιστ-, αποτρεπτ-ικός.|| (ως ουσ.) ~ό διάβρωσης/πυρκαγιάς. ● επίρρ.: ανασχετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀνασχετικός] | |
| 3479 | ανασχηματίζω | [ἀνασχηματίζω] α-να-σχη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ανασχημάτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: οργανώνω, συγκροτώ κάτι εκ νέου, με στόχο τη βελτίωση της δομής ή/και της λειτουργίας του: ~εται το φορολογικό σύστημα. (ΠΟΛΙΤ.) Ο πρωθυπουργός ~σε (= ανασυγκρότησε) το υπουργικό συμβούλιο/την κυβέρνηση. ~σμένη: επιτροπή. ~σμένο: επιτελείο. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -μορφώνω, -συνθέτω. [< γαλλ. réformer, remanier] | |
| 3480 | ανασχηματισμός | [ἀνασχηματισμός] α-να-σχη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασχηματίζω: διοικητικός/δομικός/οργανωτικός/ριζικός ~. (ΠΟΛΙΤ., αλλαγή του κυβερνητικού σχήματος:) Έγινε ~ της κυβέρνησης/του υπουργικού συμβουλίου (πβ. αναδόμηση). Σενάρια/φήμες περί ~ού. Ο πρωθυπουργός απέκλεισε το ενδεχόμενο ~ού/προχώρησε σε ~ό. Πβ. ανα-διάρθρωση, -μόρφωση, -σύνθεση. [< γαλλ. réformation, remaniement] | |
| 3481 | ανατάμω | βλ. ανατέμνω | |
| 3482 | ανάταξη | [ἀνάταξη] α-νά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. επαναφορά οργάνου, μέλους του σώματος στη θέση του και γενικότ. αποκατάσταση φυσιολογικής βλάβης: ανατομική/ηλεκτρική (πβ. απινίδωση, βλ. ηλεκτροσόκ)/χειρουργική ~. Ανοικτή/κλειστή ~ (: με/χωρίς εγχείρηση). ~ άρθρωσης/κατάγματος/κήλης/μήτρας/ώμου. Φαρμακευτική ~ της αρρυθμίας. 2. (μτφ.-επιστ.) αποκατάσταση: ~ του βιοτόπου/του κατεστραμμένου περιβάλλοντος/της οικονομίας/της υπηρεσίας. Πβ. αναδιάρθρωση, ανασυγκρότηση, ανασύσταση. [< 1: μτγν. ἀνάταξις 'οικονομική εκτίμηση', αγγλ. taxis] | |
| 3483 | ανατάξιμος | , η, ο [ἀνατάξιμος] α-να-τά-ξι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να αναταχθεί: ~ο: κάταγμα/οστό.|| ~ος: ίκτερος. ~ο: κώμα/σοκ. Μη ~ες βλάβες.|| (μτφ.-επιστ., συνήθ. αποφατικά) Μη ~ες επιπτώσεις (π.χ. για το περιβάλλον). Πβ. αναστρέψ-, βελτιώσ-, διορθώσ-ιμος. [< γαλλ. réductible] | |
| 3484 | αναταξινόμηση | [ἀναταξινόμηση] α-να-τα-ξι-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): ταξινόμηση εκ νέου: ~ αποθεματικών/κονδυλίων/στοιχείων. | |
| 3485 | αναταράζω | [ἀναταράζω] α-να-τα-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {ανατάρα-ξε, -ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, αναταράζ-οντας} & (λόγ.) αναταράσσω 1. (μτφ.) αναστατώνω, προκαλώ αναταραχή: Η ξαφνική της άφιξη ~ξε τη ζωή του. ~ξε τα νερά της εποχής του. Δηλώσεις που ~ξαν το πολιτικό σκηνικό. Πβ. ανάβω φωτιά/φωτιές, ταράζω. 2. ανακινώ έντονα, ανακατεύω: (για διάλυμα, π.χ. φάρμακο:) ~ξτε καλά πριν από τη χρήση. ΣΥΝ. αναδεύω [< αρχ. ἀναταράσσω] | |
| 3486 | ανατάραξη | [ἀνατάραξη] α-να-τά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αναστάτωση, αναταραχή: ~ των αγορών. Κοινωνικές/πολιτικές ~άξεις (= εντάσεις· βλ. κρίση). 2. ανακάτεμα, ανακίνηση: ~ του διαλύματος/της φιάλης. ΣΥΝ. ανάδευση ● αναταράξεις (οι): ΜΕΤΕΩΡ. διαταραχή που οφείλεται στις συνεχώς μεταβαλλόμενες και ακανόνιστες κινήσεις του αέρα: ατμοσφαιρικές/ισχυρές ~. (συνήθ. για πτήση:) Είχαμε/σημειώθηκαν ~ πριν από την προσγείωση. Το αεροπλάνο εισέρχεται σε ζώνη ~άξεων. Βλ. κενό (αέρος). [< αγγλ. turbulences, 1907, γαλλ. ~, 1956] [< 1: γαλλ. perturbation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ