Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4400-4420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3457ανασυγκρότηση[ἀνασυγκρότηση] α-να-συ-γκρό-τη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυγκροτώ: οικονομική/παραγωγική/πολιτική ~. ~ του κόμματος/κράτους. ~ ενός κλάδου. Ευρωπαϊκός Οργανισμός ~ης. Πβ. αναδιάρθρωση, αναδιοργάνωση, αναδόμηση.|| ~ δυνάμεων/της μνήμης. Πβ. ανασύνταξη, ανασύσταση. [< γαλλ. reconstitution]
3458ανασυγκροτώ[ἀνασυγκροτῶ] α-να-συ-γκρο-τώ ρ. (μτβ.) {ανασυγκροτ-είς ... | ανασυγκρότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): συγκροτώ εκ νέου: ~ήθηκε η επιτροπή/εταιρεία. Ο οργανισμός ~ησε τη δοµή και τη λειτουργία του (πβ. ανα-διαρθρώνω, -διοργανώνω). ~ησε την οικονομία (πβ. ανατάσσω). ~ημένη: κοινωνία.|| ~ούνται οι αντίπαλοί της (πβ. ανασυντάσσω). [< γαλλ. reconstruire]
3459ανασύνδεση[ἀνασύνδεση] α-να-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.): επανένωση: ~ καλωδίων.|| (μτφ.) ~ με την παράδοση (πβ. αποκατάσταση). Πβ. επ~.
3460ανασυνδυάζω[ἀνασυνδυάζω] α-να-συν-δυ-ά-ζω ρ. (μτβ.) {(σπάν.) ανασυνδύα-σε | -σμένος, συνήθ. μεσοπαθ.} 1. ΒΙΟΛ. λαμβάνω DNA από έναν οργανισμό και το εισάγω στο γενετικό υλικό ένος άλλου, με στόχο την εμφάνιση νέων ιδιοτήτων στον οργανισμό που προκύπτει: ~σμένος: ιός. ~σμένη: ορμόνη. Πβ. διασταυρώνω. 2. (επιστ.) συνδυάζω ξανά: Ο εγκέφαλος ανακαλεί εμπειρίες και τις ~ει. ● ΣΥΜΠΛ.: ανασυνδυασμένο DNA: ΒΙΟΧ. τεχνητό μόριο DNA, το οποίο προκύπτει από γενετικό ανασυνδυασμό. Βλ. γενετική μηχανική, πλασμίδιο. [< αγγλ. recombinant DNA, 1961] [< αγγλ. recombine]
3461ανασυνδυασμός[ἀνασυνδυασμός] α-να-συν-δυ-α-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΒΙΟΛ. ανταλλαγή γενετικού υλικού μεταξύ ομολόγων χρωμοσωμάτων, με αποτέλεσμα τον σχηματισμό νέων γονιδιακών συνδυασμών, η οποία γίνεται κατά το στάδιο της μείωσης και καθιστά αδύνατη την περίπτωση απόλυτης ομοιότητας μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους: γενετικός/ομόλογος ~. ~ γονιδίων. Aντιγραφή, ~ και επιδιόρθωση/μεταλλάξεις του DNA (βλ. ανασυνδυασμένο DNA). Βλ. διασταύρωση, κλωνοποίηση, υβριδισμός. 2. (επιστ.) νέος συνδυασμός. [< αγγλ. recombination]
3462ανασύνθεση[ἀνασύνθεση] α-να-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυνθέτω: ~ των γεγονότων. Πβ. ανα-βίωση, -σύσταση.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ της μορφής μνημείου. Πβ. αποκατάσταση.|| (ΦΥΣ.) ~ του λευκού φωτός. Πβ. ανάλυση.|| ~ του διοικητικού συμβουλίου/της κυβέρνησης (= ανασχηματισμός). Πβ. αναδιάρθρωση, ανασυγκρότηση, επ~. [< γαλλ. recomposition]
3463ανασυνθέτω[ἀνασυνθέτω] α-να-συν-θέ-τω ρ. (μτβ.) {ανασύνθε-σε (λόγ.) ανασυνέθεσε, ανασυν-τίθεται, -τέθηκε}: συνθέτω εκ νέου, κυρ. με την αξιοποίηση νέων στοιχείων ή τη δημιουργία καινούργιων συνδυασμών: Το τέμπλο ~τέθηκε από τα σωζόμενα μέλη του. Πβ. αποκαθιστώ.|| (μτφ.) ~τίθεται η ιστορία/το παρελθόν/το πορτρέτο του ποιητή (πβ. ανα-βιώνω, -συστήνω). Έκθεση που ~ει την ατμόσφαιρα μιας ξεχασμένης εποχής (πβ. ανα-δημιουργώ, -πλάθω).|| (μτφ.) Επιχειρούν να ~σουν τον εκπαιδευτικό χώρο. Πβ. ανασυγκροτώ, ανασχηματίζω. Βλ. επανιδρύω. [< γαλλ. recomposer]
3464ανασυνιστώ[ἀνασυνιστῶ] α-να-συ-νι-στώ ρ. (μτβ.) {ανασυνιστ-ά ...| ανασυνέστη-σε, ανασυνιστ-άται, ανασυστά-θηκε, (λόγ. μτχ. ανασυσταθ-είς, -είσα, -έν), ανασυστημένος}: ανασυστήνω.
3465ανασύνταξη[ἀνασύνταξη] α-να-σύ-ντα-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυντάσσω: ~ δυνάμεων (πβ. ανασύνθεση, ανασύσταση)/της οικονομίας (πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση).|| ~ κειμένου/λημμάτων ενός λεξικού. Πβ. αναδιατύπωση, ξαναγράψιμο. Βλ. διασκευή, τροποποίηση. [< μτγν. ἀνασύνταξις ΄τροποποίηση πολεμικής εισφοράς']
3466ανασυντάσσω[ἀνασυντάσσω] α-να-συ-ντάσ-σω ρ. (μτβ.) {ανασυν-έταξα (προφ.) ανασύνταξα, ανασυντά-χθηκε, -γμένος} (απαιτ. λεξιλόγ.): συντάσσω εκ νέου: ~ τις δυνάμεις μου. ~εται το διοικητικό συμβούλιο (πβ. ανα-συνθέτω, -συνιστώ)/η δομή (ενός οργάνου. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -συγκροτώ).|| ~χθηκε (= αναδιατυπώθηκε) το κείμενο/η τροπολογία. Βλ. διασκευάζω, τροποποιώ. [< αρχ. ανασυντάσσω 'ορίζω ξανά πολεμικό φόρο']
3467ανασυρόμενος, η, ο [ἀνασυρόμενος] α-να-συ-ρό-με-νος επίθ.: που μπορεί και ανασύρεται: ~η: (χειρο)λαβή/πόρτα/σκάλα. ~ο: κάλυμμα. ~α: κουφώματα. Βλ. πτυσσόμενος.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~η: υποδοχή (USB). Ποντίκι με ~ο καλώδιο.|| (ΑΕΡΟΝ.) ~ο: σύστημα προσγείωσης. ● βλ. ανασύρω
3468ανάσυρση[ἀνάσυρση] α-νά-συρ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασύρω: ~ ευρημάτων από τον βυθό. Γάντζος/συρματόσχοινο ~ης. Τεχνολογία ~ης φορτίων από μεγάλα θαλάσσια βάθη. Επιχείρηση για την ~ των εγκλωβισμένων επιβατών (από τα σωστικά συνεργεία· βλ. απεγκλωβισμός)/επιζώντων/παγιδευμένων από τα συντρίμμια. Πβ. ανέλκυση.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων (από αρχείο)/πληροφοριών. Βλ. ανάκτηση.|| (μτφ.) ~ από την αφάνεια (: έξοδος)/τη μνήμη (= ανάκληση). ~ στην επιφάνεια τραυματικών εμπειριών. [< πβ. αγγλ. information retrieval, 1950]
3469ανασύρω[ἀνασύρω] α-να-σύ-ρω ρ. (μτβ.) {ανέσυρ-ε, ανασύρ-εται, -θηκε (λόγ. ανεσύρ-θη, μτχ. ανασυρ-θείς, -θείσα, -θέν), -οντας, -όμενος, -μένος} (λόγ.) 1. σέρνω, τραβώ, βγάζω προς τα πάνω ή προς τα έξω: ~ όχημα από τον γκρεμό/το ναυάγιο από τον βυθό (ΣΥΝ. ανελκύω, ΑΝΤ. βυθίζω). ~θηκε (ζωντανός) από τα ερείπια/συντρίμμια (: απεγκλωβίστηκε).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ πληροφορίες από βάση δεδομένων. 2. (μτφ.) επαναφέρω (στο προσκήνιο, στην επιφάνεια): ~ αναμνήσεις από το παρελθόν (πβ. ανακαλώ, θυμάμαι). Λέξη που ~ει (= φέρνει) συγκεκριμένες εικόνες στο μυαλό. ~ουν από το αρχείο/τα συρτάρια παλιές υποθέσεις (πβ. ξεθάβω). ● ΦΡ.: φέρνω/βγάζω/ανασύρω κάτι στην επιφάνεια βλ. επιφάνεια ● βλ. ανασυρόμενος [< μτγν. ἀνασύρω, γαλλ. retirer]
3470ανασύσταση[ἀνασύσταση] α-να-σύ-στα-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασυστήνω: ~ ομάδας/συλλόγου. Πβ. ανα-διάρθρωση, -συγκρότηση, -σύνταξη, επανίδρυση.|| ~ θεσμού/μιας εποχής (πβ. αναβίωση). ~ του κειμένου (= ανασύνθεση).|| ~ αμπελιού (= αναμπέλωση)/φυσικού οικοσυστήματος (= αποκατάσταση). [< γερμ. Wiederherstellung]
3471ανασυστήνω[ἀνασυστήνω] α-να-συ-στή-νω ρ. (μτβ.) {ανασύ-στησα, ανασυ-στάθηκε, -στημένος} ΣΥΝ. ανασυνιστώ 1. συνιστώ εκ νέου, επανιδρύω: ~ μοναστήρι/υπηρεσία. Ο σύλλογος ~στάθηκε. Πβ. ανα-διοργανώνω, -συγκροτώ, -σχηματίζω. 2. αναδημιουργώ, ανασυνθέτω: Το βιβλίο φιλοδοξεί να ~στήσει τον ιστορικό περίγυρο και την εποχή. [< γαλλ. reconstituer]
3472ανασφάλεια[ἀνασφάλεια] α-να-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): έλλειψη ασφάλειας: εργασιακή/κοινωνική/μόνιμη/οικονομική ~. Άγχος/αγωνία/φόβος και ~. ~ λόγω της κρίσης. Καθεστώς/κλίμα ~ας. Άτομο γεμάτο ~ες (= ανασφαλές). Αισθάνομαι/νιώθω ~ για το μέλλον/μπροστά στο άγνωστο. Η ανεργία δημιουργεί/προκαλεί ~. Πβ. αβεβαιότητα. Βλ. σιγουριά. [< γαλλ. insécurité]
3473ανασφαλής, ής, ές [ἀνασφαλής] α-να-σφα-λής επίθ. {ανασφαλ-ούς | -είς (ουδ. -ή) | (σπάν.) ανασφαλέστ-ερος, -ατος}: που δεν νιώθει, δεν φανερώνει ή δεν εξασφαλίζει ασφάλεια: ~ή άτοµα (: χωρίς αυτοπεποίθηση). ΑΝΤ. αποφασιστικός, σίγουρος.|| ~ής: επένδυση/εργασία. ~ές: μέλλον (= αβέβαιο). ~ή: προϊόντα. Πβ. αμφίβολος, επι-κίνδυνος, -σφαλής. ΑΝΤ. ασφαλής. ● Ουσ.: ανασφαλής (ο/η): ανασφαλές πρόσωπο. ● επίρρ.: ανασφαλώς [-ῶς] (σπάν.-λόγ.): [< μτγν. ἀνασφαλής ‘αβέβαιος’, αγγλ. insecure]
3474ανασφάλιστος, η, ο [ἀνασφάλιστος] α-να-σφά-λι-στος επίθ. ΑΝΤ. ασφαλισμένος 1. που δεν έχει ασφαλιστεί ή δεν εξασφαλίζει ασφάλιση: ~οι: ασθενείς/εργαζόμενοι/υπερήλικες. (ως ουσ.) Οι ~οι.|| ~ο: όχημα/σπίτι.|| ~η: εργασία. 2. (σπάν.) για κάτι στο οποίο δεν έχει τεθεί μηχανισμός ασφάλειας: ~ο: παράθυρο.|| ~ο: πιστόλι. ΑΝΤ. οπλισμένο. [< μτγν. ἀνασφάλιστος 'εκτεθειμένος σε κίνδυνο' 1: γερμ. unversichert, γαλλ. non assuré]
3475ανασχεδιάζω[ἀνασχεδιάζω] α-να-σχε-δι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {ανασχεδία-σε, ανασχεδιά-στηκε, -στεί, -σμένος}: σχεδιάζω εκ νέου με στόχο τη βελτίωση δομής ή λειτουργίας: ~ το πρόγραμμά/τους στόχους μου. Η χώρα ~σε την εξωτερική της πολιτική. Η ιστοσελίδα/ο οργανισμός/ο προϋπολογισμός ~εται. Το έργο ~στηκε. Πβ. ανα-δομώ, -μορφώνω. Βλ. επ~. [< αγγλ. replan, redesign]
3476ανασχεδιασμός[ἀνασχεδιασμός] α-να-σχε-δι-α-σμός ουσ. (αρσ.) & ανασχεδίαση (η): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασχεδιάζω: λειτουργικός/οργανωτικός/ριζικός/χωροταξικός ~. ~ της εταιρείας/του θεσμικού πλαισίου/των κτιρίων/του προϊόντος/των πληροφοριακών συστημάτων. Πβ. ανα-δόμηση, -μόρφωση, -χάραξη. Βλ. επ~. [< αγγλ. replanning, 1946, redesigning, 1943]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.