| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43624 | πυραμιδοειδής | , ής, ές πυ-ρα-μι-δο-ει-δής επίθ. & πυραμοειδής (λόγ.): που μοιάζει με πυραμίδα, ως προς το σχήμα ή την ιεραρχική σειρά: ~ής: κορυφή (όρους). ~ή: κτίσματα.|| (μτφ.) ~ής: οργανισμός. ~ής: δομή. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. πυραμιδωτός [< μτγν. πυραμ(ιδ)οειδής] | |
| 43625 | πυραμιδωτός | , ή, ό πυ-ρα-μι-δω-τός επίθ.: πυραμιδοειδής. ● επίρρ.: πυραμιδωτά [< γαλλ. pyramidal] | |
| 43626 | πυρανάλωμα | βλ. παρανάλωμα | |
| 43627 | πυρανάφλεξη | πυ-ρα-νά-φλε-ξη ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝΟΛ. μη αναμενόμενη ανάφλεξη καύσιμου υλικού στον κύλινδρο μηχανών εσωτερικής καύσεως, συνήθ. κατά την επαφή του με υπέρθερμα σημεία, με αποτέλεσμα κυρ. τη μειωμένη απόδοση της μηχανής. Βλ. προανάφλεξη. | |
| 43628 | πυρανίχνευση | πυ-ρα-νί-χνευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εντοπισμός πυρκαγιάς με πυρανιχνευτή: συμβατική ~. Εγκατάσταση/πίνακας/σύστημα ~ης. Βλ. πυρασφάλεια, πυροπροστασία. [< αγγλ. fire detection] | |
| 43629 | πυρανιχνευτής | πυ-ρα-νι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός με ειδικούς αισθητήρες ανίχνευσης για τον έγκαιρο εντοπισμό της φωτιάς: συμβατικός ~. ~ ορατού καπνού. Αναλογικοί ~ές. [< αγγλ. fire detector] | |
| 43630 | πυρανόμετρο | πυ-ρα-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακτινόμετρο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση τόσο της άμεσης όσο και της διάχυτης ηλιακής ακτινοβολίας. Πβ. πυρηλιόμετρο. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. pyranometer, 1916] | |
| 43631 | πυραντίσταση | πυ-ρα-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.): η ικανότητα ενός δομικού στοιχείου να αντιστέκεται για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα στα θερμικά αποτελέσματα της φωτιάς: δείκτης ~ης. Βλ. πυρ-αντοχή, -ασφάλεια. | |
| 43632 | πυραντοχή | πυ-ρα-ντο-χή ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του πυράντοχου. [< αγγλ. fire resistance] | |
| 43633 | πυράντοχος | , η, ο πυ-ρά-ντο-χος επίθ.: που αντέχει στη φωτιά: ~η: βαφή/γυψοσανίδα/κατασκευή. ~ο: υλικό. ~ες: πόρτες/στολές (αμιάντου). Πβ. θερμοανθεκτικός, πυρίμαχος. | |
| 43634 | πύραρχος | πύ-ραρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτερος αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον αντιπύραρχο και κατώτερος από τον αρχιπύραρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον πλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, τον αστυνομικό διευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας, τον συνταγματάρχη του Στρατού Ξηράς και τον σμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας. Βλ. -αρχος. | |
| 43635 | πυρασφάλεια | πυ-ρα-σφά-λει-α ουσ. (θηλ.): πυροπροστασία· ασφάλεια πυρός: άσκηση/κανονισμός/μελέτες/πιστοποιητικό/προδιαγραφές ~ας. Πόρτες/συστήματα ~ας. Βλ. πυρανίχνευση. [< γαλλ. assurance contre l'incendie] | |
| 43636 | πυρασφαλής | , ής, ές πυ-ρα-σφα-λής επίθ. (λόγ.): που παρέχει προστασία από τη φωτιά: ~είς: αρχειοθήκες. ~ή: ερμάρια/χρηματοκιβώτια. | |
| 43637 | πυραυλάκατος | πυ-ραυ-λά-κα-τος ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μικρό και γρήγορο πολεμικό σκάφος που είναι εξοπλισμένο με πυραυλικό σύστημα και τορπίλες, ταχύ περιπολικό κατευθυνόμενων βλημάτων. Βλ. φρεγάτα. | |
| 43638 | πυραυλικός | , ή, ό πυ-ραυ-λι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που σχετίζεται με πυραύλους και κυρ. με τη ρίψη τους: ~ή: άμυνα/απειλή/επίθεση/τεχνολογία. ~ό: σύστημα (αεράμυνας). ~ές: δοκιμές. Βλ. αντι~.|| (μτφ.) Στήθηκε αμυντική ~ή ομπρέλα πάνω από τη χώρα. | |
| 43639 | πυραυλοκινητήρας | πυ-ραυ-λο-κι-νη-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή αεροσκάφους, διαστημικού οχήματος ή πυραύλου που δίνει ώθηση, παράγοντας αέρια με μεγάλη πίεση ή ταχύτητα. [< αγγλ. rocket motor] | |
| 43640 | πυραυλοκίνητος | , η, ο πυ-ραυ-λο-κί-νη-τος επίθ.: που προωθείται μέσω πυραύλων: (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ο: αεροπλάνο. Βλ. -κίνητος.|| (μτφ.-προφ., για παίκτη πολύ γρήγορο) ~ος: μπασκετμπολίστας/ποδοσφαιριστής (πβ. αστραπή, βολίδα, σφαίρα). [< αγγλ. rocket-propelled] | |
| 43641 | πύραυλος | πύ-ραυ-λος ουσ. (αρσ.) {πυραύλ-ου | -ων, -ους} 1. ΣΤΡΑΤ. αυτοπροωθούμενο βλήμα, μακρόστενο και με μυτερό μπροστινό άκρο, του οποίου η κίνηση (πρόωση) βασίζεται στα αέρια της καύσης υγρών ή στερεών καυσίμων και συνοδεύεται από φλόγα: αντιαεροπορικός/διηπειρωτικός/νατοϊκός ~. ~ αέρος-εδάφους/εδάφους-αέρος/εδάφους-εδάφους/θαλάσσης-αέρος. ~ μεγάλου/μεσαίου ή μέσου/μικρού βεληνεκούς. Δοκιμή/έκρηξη ~ου. Αμυντικοί/έξυπνοι ~οι. Πυρηνικές κεφαλές ~ων (: πυρηνικοί ~οι). Επίθεση με ~ους. Ο ~ έπληξε τον στόχο του/κατέρριψε μαχητικό. Πβ. ρουκέτα. 2. ΑΕΡΟΝ. αντίστοιχου σχήματος αεροδυναμικό όχημα μεγάλων διαστάσεων, το οποίο χρησιμοποιείται για πτήσεις στο Διάστημα και του οποίου η προώθηση γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως και στο σχετικό όπλο: διαστημικός ~. ~ φορέας (: αποτελείται από τμήματα-ορόφους, που απορρίπτονται σταδιακά, όταν εξαντληθούν τα προωθητικά καύσιμα που φέρει το καθένα). Η ταχύτητα του ~ου. Απογείωση/εκτόξευση ~ου. ~ που μεταφέρει αστροναύτες (βλ. διαστημόπλοιο)/δορυφόρο. 3. (μτφ.) τυποποιημένο παγωτό σε χωνάκι. 4. (μτφ.) κάποιος ή κάτι που κινείται με μεγάλη ταχύτητα: αυτοκίνητο ~. Τρέχει σαν ~. Πβ. αστραπή, βολίδα, σφαίρα. ● Υποκ.: πυραυλάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: βαλλιστικός πύραυλος βλ. βαλλιστικός ● ΦΡ.: γίνομαι πύραυλος (μτφ.-προφ.) 1. φεύγω, τρέχω γρήγορα ή εκτινάσσομαι στα ύψη: Μόλις τον είδε, έγινε ~. Πβ. έγινε καπνός/μπουχός. 2. θυμώνω, εξοργίζομαι. ΣΥΝ. γίνομαι θηρίο [< γαλλ. fusée, αγγλ. missile, 1945] | |
| 43642 | πυραυλοφόρος | , ος/α, ο πυ-ραυ-λο-φό-ρος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. (κυρ. για πλοίο του Πολεμικού Ναυτικού) που διαθέτει πυραύλους: ~ο: καταδρομικό. ~α: υποβρύχια. Βλ. -φόρος. | |
| 43643 | πύραυνο | πύ-ραυ-νο ουσ. (ουδ.) & πύραυνος (ο) (αρχαιοπρ.): φορητή εστία πάνω στην οποία τοποθετούνταν κάρβουνα για θέρμανση ή μαγείρεμα: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) πήλινο/τετράπλευρο/χάλκινο ~. Μινωικά τριποδικά ~α.|| (παλαιότ.) ~ πετρελαίου. Πβ. μαγκάλι. [< μτγν. πύραυνον < πύραυνος ‘αυτός που έχει αρπάξει φωτιά’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ