| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43644 | πυργίσκος | πυρ-γί-σκος ουσ. (αρσ.) 1. (υποκ.) μικρός πύργος. 2. ΣΤΡΑΤ. προεξέχον τμήμα πολεμικού οχήματος, πλοίου ή αεροσκάφους, μέσα στο οποίο βρίσκονται πυροβόλα. ● βλ. πύργος [< 1: μτγν. πυργίσκος 2: αγγλ. turret] | |
| 43645 | πυργιώτικος | , η, ο πυρ-γιώ-τι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τον Πύργο ή/και τους Πυργιώτες. | |
| 43646 | πυργοδεσπότης | πυρ-γο-δε-σπό-της ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πυργοδέσποινα}: (κυρ. στον Μεσαίωνα) ιδιοκτήτης πύργου, πυργόσπιτου. Πβ. φεουδάρχης. [< γαλλ. seigneur châtelain] | |
| 43647 | πυργοειδής | , ής, ές πυρ-γο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα πύργου: ~ές: καμπαναριό/οικοδόμημα. ~είς: κατασκευές. Πβ. πυργωτός. Βλ. -ειδής. [< μτγν. πυργοειδής] | |
| 43648 | πύργος | πύρ-γος ουσ. (αρσ.) 1. (παλαιότ.) πολύ ψηλό οικοδόμημα, αυτόνομο ή μέρος μεγαλύτερου κτίσματος, που προοριζόταν κυρ. για φρούριο, οχυρό, παρατηρητήριο ή φυλακή: αμυντικός/ενετικός/επιβλητικός/ερειπωμένος/κυκλικός/μεσαιωνικός ~. Οι ~οι της Μάνης. Πβ. κάστρο. Βλ. μιναρές, φρυκτωρία. 2. (κατ' επέκτ.) πολύ ψηλή και στενή πυργοειδής κατασκευή: τηλεπικοινωνιακός ~. Γυάλινοι ~οι (πβ. ουρανοξύστης). Ο ~ του Άιφελ/της Πίζας.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ ανεμογεννήτριας/γεώτρησης/διύλισης/ψύξης. ~ της ΔΕΗ (= πυλώνας). Ηλιακοί ~οι. Βλ. υδατόπυργος.|| (ΙΣΤ.) Πολιορκητικοί ~οι. 3. (στο σκάκι) καθένα από τα δύο πιόνια που έχει στην κατοχή του ο κάθε παίκτης, το οποίο κινείται σε ευθεία γραμμή, οριζόντια ή κάθετα, μπροστά ή πίσω, χωρίς να μπορεί να υπερπηδήσει άλλα πιόνια. Βλ. ροκέ. 4. ΠΛΗΡΟΦ. το ορθογώνιο κουτί της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας. ● Υποκ.: πυργάκι (το): στις σημ. 1, 2. ● ΣΥΜΠΛ.: γυάλινος πύργος (μτφ.): εκούσια απομόνωση κάποιου από τον υπόλοιπο κόσμο και αδιαφορία για όσα συμβαίνουν γύρω του: Είναι κλεισμένος/ζει σε ~ο ~ο., πύργος ελέγχου: (σε αεροδρόμιο) ψηλό κτίριο εξοπλισμένο με ραντάρ, μετεωρολογικό σταθμό, τηλεπικοινωνιακά όργανα, από το οποίο οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας παρέχουν στους πιλότους οδηγίες για σωστή και ακίνδυνη προσγείωση και απογείωση των αεροσκαφών· συνεκδ. το αντίστοιχο προσωπικό: ~ ~ και πίστα.|| Επικοινωνία με τον ~ο ~. [< αγγλ. control tower] , Λευκός Πύργος βλ. λευκός, πύργος της Βαβέλ βλ. βαβέλ ● ΦΡ.: σαν/ως χάρτινος πύργος & σαν/ως πύργος από τραπουλόχαρτα & σαν τραπουλόχαρτο: για οτιδήποτε γκρεμίζεται ή καταστρέφεται πολύ εύκολα, αν και νόμιζε κάποιος ότι ήταν σταθερό και ακλόνητο: Το κτίριο κατέρρευσε ~ ~.|| (μτφ.) Το καθεστώς έπεσε ~ ~. Τα όνειρά τους γκρεμίστηκαν ~οι πύργοι. [< αγγλ. like a house of cards] , κτίζει πύργους/παλάτια στην άμμο βλ. άμμος ● βλ. πυργίσκος [< αρχ. πύργος, 3: γαλλ. tour 4: αγγλ. tower] | |
| 43649 | πυργόσπιτο | πυρ-γό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΑΡΧΙΤ. παραδοσιακή οχυρωμένη οικία με μορφή πύργου: αναπαλαιωμένο ~. ~α της Μάνης. Βλ. αρχοντικό. | |
| 43650 | πυργώνω | πυρ-γώ-νω ρ. (μτβ.) {πύργω-σε, -θηκε, -μένος} (λόγ.) 1. περιβάλλω με πύργους: ~μένη αρχαία πόλη. 2. (μτφ.) υψώνω, ορθώνω. [< 1: αρχ. πυργῶ] | |
| 43651 | πυργωτός | , ή, ό πυρ-γω-τός επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με πύργο: ~ό: καμπαναριό. Πβ. πυργοειδής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Περιστρεφόμενοι ~οί γερανοί. [< μτγν. πυργωτός] | |
| 43652 | πυρεθρίνη | πυ-ρε-θρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δραστικές οργανικές ουσίες (σύμβ. C21H28O3 και C22H28O5) που παράγονται από το φυτό πύρεθρο και χρησιμοποιούνται κυρ. ως συστατικό των εντομοκτόνων ψεκασμού: συνθετική/φυσική ~. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Pyrethrin, αγγλ. pyrethrin, 1924] | |
| 43653 | πύρεθρο | πύ-ρε-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έθρου}: ΒΟΤ. φυτό της οικογένειας των χρυσανθέμων (επιστ. ονομασ. Chrysanthemum cinerariaefolium) και (κυρ.-συνεκδ.) η εντομοκτόνος σκόνη που παράγεται από τα άνθη του. [< μτγν. πύρεθρον, γαλλ. pyrèthre, αγγλ. pyrethrum] | |
| 43654 | πυρείο | [πυρεῖο] πυ-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): σπίρτο. [< αρχ. πυρεῖον ‘μικρά κομμάτια ξύλου που τα έτριβαν για να ανάψουν φωτιά’] | |
| 43655 | πυρέξ | πυ-ρέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πιρέξ: είδος πυρίμαχου γυαλιού, ανθεκτικού στις απότομες μεταβολές θερμοκρασίας· συνεκδ. αντικείμενο κατασκευασμένο από αυτό το υλικό, κυρ. μαγειρικό σκεύος φούρνου: βαθύ/μεγάλο/οβάλ ~.|| (κ. ως επίθ.) ~ ταψί. Βλ. -έξ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pyrex, 1915, γαλλ. ~, 1937] | |
| 43656 | πυρεξία | πυ-ρε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πυρετός. [< αγγλ. pyrexia, γαλλ. pyrexie] | |
| 43657 | πυρετικός | , ή, ό πυ-ρε-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πυρετό: ~οί: σπασμοί. Βλ. αντι~, α-, εμ-πύρετος. 2. (σπάν.-μτφ.) έντονος: ~οί: ρυθμοί εργασίας. ● επίρρ.: πυρετικά (μτφ.): Δούλευε ~ (= πυρετωδώς). [< 1: μτγν. πυρετικός] | |
| 43658 | πυρετογόνος | , ος/α, ο πυ-ρε-το-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί πυρετό: ~ο: κοκκίωμα. ~ες: λοιµώξεις/τοξίνες.|| (ως ουσ., για ουσία ή μικροοργανισμό) Ενδογενές/εξωγενές/ισχυρό ~ο. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. pyrogène, αγγλ. pyrogen] | |
| 43659 | πυρετός | πυ-ρε-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος πάνω από το φυσιολογικό (δηλ. τους 37 βαθμούς Κελσίου), η οποία αποτελεί αντίδραση των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού σε λοίμωξη· κατ' επέκτ. εμπύρετη νόσος: διαλείπων/μέτριος/περιοδικός/υψηλός/χαμηλός ~. ~ και ρίγη. Ο ~ έπεσε/επιμένει/πέρασε/υποχώρησε. Ανέβασε/εμφάνισε/έχει/παρουσίασε ~ό. Μετρώ τον ~ό (με θερμόμετρο). (προφ.) Καίγεται στον ~ό. Ψήνεται από τον ~ό. Φάρμακα που ρίχνουν τον ~ό (= αντιπυρετικά). Τεχνητός ~ (βλ. υπερθερμία). Βλ. υποθερμία.|| Αιμορραγικός/ελώδης (= ελονοσία) ~. ΣΥΝ. πυρεξία 2. (μτφ.) έντονη δραστηριότητα, μεγάλη κινητικότητα· έξαψη: ~ στις διεθνείς αγορές. Επικρατεί απεργιακός/δημιουργικός/διπλωματικός/(προ)εκλογικός ~. Βρίσκονται σε ~ό διαβουλεύσεων/επαφών/κινητοποιήσεων/προετοιμασίας (πβ. οργασμός). Στον ~ό της αναμέτρησης. ● Υποκ.: πυρέτιο (το) (λόγ.): δέκατα ή μικρής διάρκειας πυρετός., πυρετούλης & πυρετάκος (ο): χαμηλός πυρετός, που δεν προκαλεί ανησυχία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικογενής μεσογειακός πυρετός: ΙΑΤΡ. κληρονομική νόσος με κύρια συμπτώματα τον υποτροπιάζοντα πυρετό, που συνοδεύεται από πόνο στην κοιλιά, στο στήθος ή στις αρθρώσεις. [< αγγλ. familial Mediterranean fever] , αφθώδης πυρετός βλ. αφθώδης, δάγκειος πυρετός βλ. δάγκειος, ελώδης πυρετός βλ. ελώδης, καταρροϊκός πυρετός βλ. καταρροϊκός, κίτρινος πυρετός βλ. κίτρινος, κυματοειδής πυρετός βλ. κυματοειδής, μελιταίος πυρετός βλ. μελιταίος, ρευματικός πυρετός βλ. ρευματικός, τεταρταίος πυρετός βλ. τεταρταίος, τριταίος πυρετός βλ. τριταίος, τυφοειδής πυρετός βλ. τυφοειδής [< 1: αρχ. πυρετός 2: γαλλ. fièvre] | |
| 43660 | πυρετώδης | , ης, ες πυ-ρε-τώ-δης επίθ. {πυρετώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που χαρακτηρίζεται από αυξημένη δραστηριότητα, ένταση: ~εις: ρυθμοί. ~εις: διαβουλεύσεις/προετοιμασίες/προσπάθειες (= έντονες). || ~εις: καταστάσεις. Πβ. πυρετικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: πυρετωδώς [-ῶς]: Εργάζεται ~. [< αρχ. πυρετώδης, γαλλ. fiévreux] | |
| 43661 | πυρηλιόμετρο | πυ-ρη-λι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακτινόμετρο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της άμεσης ηλιακής ακτινοβολίας. Πβ. πυρανόμετρο. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. pyrheliometer] | |
| 43662 | πυρήνα | πυ-ρή-να ουσ. (θηλ.): ελαιοπυρήνας. [< αρχ. πυρήν] | |
| 43663 | πυρήνας | πυ-ρή-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. το κεντρικό τμήμα του ατόμου, γύρω από το οποίο περιστρέφονται τα ηλεκτρόνια: σωματίδια του ~α (: νετρόνια, πρωτόνια). Διάσπαση/σχάση του ~α (βλ. πυρηνική ενέργεια, ραδιενέργεια). 2. ΒΙΟΛ. σφαιροειδής περιοχή του (ευκαρυωτικού) κυττάρου που περιβάλλεται από διπλή μεμβράνη και περιέχει το γενετικό υλικό. Βλ. κυτταρόπλασμα, νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα, πυρηνίσκος, χρωματίνη. 3. ΓΕΩΛ. κεντρικό τμήμα του εσωτερικού της Γης που πιστεύεται ότι είναι διάπυρο και αποτελείται κυρ. από μείγματα σιδήρου και νικελίου: εξωτερικός (: υγρή/ρευστή κατάσταση)/εσωτερικός (: στερεή κατάσταση) ~. 4. (γενικότ.) το κεντρικό και συνήθ. σημαντικότερο τμήμα μιας δομής: ο ~ του καρπού (= κουκούτσι).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ο ~ του γαλαξία/Ήλιου/κομήτη/νεφελώματος.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ες συμπύκνωσης νεφών. 5. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί το κέντρο ή το βασικό στοιχείο από το οποίο προέρχεται ή μπορεί να προέλθει κάτι άλλο μεγαλύτερο, ανώτερο ή ευρύτερο: ο οικιστικός ~ μιας κοινότητας. Ο ιστορικός ~ μιας πόλης. Πβ. καρδιά.|| Στον ~α των αλλαγών/της δράσης/της σκέψης ανήκει/βρίσκεται η προσπάθεια για ... Βλ. μαγιά.|| Παράμετρος που δεν αγγίζει/θίγει τον ~α του προβλήματος (= τη βάση, την ουσία).|| Βάλλουν κατά του ~α της κυβερνητικής πολιτικής. 6. (μτφ.) μικρή ομάδα ατόμων που αναπτύσσουν αντικαθεστωτική συνήθ. δράση ή η ηγετική ομάδα μιας οργάνωσης: αναρχικός/εθνικιστικός/επαναστατικός ~. Εξαρθρώθηκε τρομοκρατικός ~. 7. ΠΛΗΡΟΦ. το κυριότερο μέρος (πρόγραμμα) ενός λειτουργικού συστήματος, υπεύθυνο για τον χειρισμό των πιο βασικών λειτουργιών και για τον έλεγχο της αλληλεπίδρασης του χρήστη με τον υπολογιστή. 8. ΑΝΑΤ. μάζα κυττάρων του κεντρικού νευρικού συστήματος: αμυγδαλοειδής (= αμυγδαλή)/κερκοφόρος/φακοειδής ~ (του εγκεφάλου). Πβ. γάγγλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: πηκτοειδής πυρήνας βλ. πηκτοειδής, σκληρός πυρήνας βλ. σκληρός [< αρχ. πυρήν ‘κόκκος, κουκούτσι’, γαλλ. nucléus, αγγλ. nucleus] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ