Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44220-44240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43664πυρηνέλαιοπυ-ρη-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που εξάγεται από την πυρήνα της ελιάς με εκχύλιση και είναι κατάλληλο για μαγείρεμα: ακατέργαστο/εξευγενισμένο ~. Σαπούνι από ~. Βλ. -έλαιο.
43665πυρηνελαιουργείο[πυρηνελαιουργεῖο] πυ-ρη-νε-λαι-ουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο επεξεργασίας ελαιοπυρήνα για την παραγωγή πυρηνέλαιου και πυρηνόξυλου.
43666πυρηνικός, ή, ό πυ-ρη-νι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στον πυρήνα του ατόμου, στην ενέργεια που εκλύει, στη χρήση ή στις επιπτώσεις της: ~ός: εφιάλτης/κίνδυνος/μαγνητικός συντονισμός (βλ. μαγνητική τομογραφία)/όλεθρος/πύραυλος/τομέας/τρόμος/φυσικός. ~ή: ακτινοβολία/απειλή/ασφάλεια/βιομηχανία/δοκιμή/εγκατάσταση/έκρηξη/επίθεση/εποχή/έρευνα/ισχύς/καταστροφή/κρίση/μηχανική/στρατηγική/σύγκρουση/συνεργασία/τεχνολογία/υπεροχή/χημεία. ~ό: δόγμα/δυναμικό/δυστύχημα/εργοστάσιο/καταφύγιο/οπλοστάσιο/πρόγραμμα/σύννεφο/υλικό/υποβρύχιο/φορτίο/χτύπημα. ~ά: καύσιμα/περιστατικά/σχέδια. ~ σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πβ. ατομικός. Βλ. αντι~. 2. ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στον πυρήνα του κυττάρου: ~ός: πόρος/σκελετός/υποδοχέας/φάκελος (: το περίβλημα του πυρήνα). ~ή: άτρακτος/διαίρεση/μεταμόσχευση/πλάκα. ~ό: αντιγόνο/DNA/περίβλημα. ~ές: πρωτεΐνες. ~ή ατυπία όγκου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ίκτερος. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πυρηνική ιατρική: ~ός: γιατρός. ~ή: καρδιολογία/ογκολογία. ● Ουσ.: πυρηνικά (τα) (προφ.): ενν. όπλα ή εργοστάσια: διαπραγματεύσεις/συνομιλίες για τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικά όπλα: πολύ ισχυρά όπλα με μεγάλη εκρηκτική και καταστροφική δύναμη, η οποία οφείλεται στην απελευθέρωση τεράστιας ποσότητας ενέργειας μέσω πυρηνικής αντίδρασης: το κύμα κρούσης/η ραδιενέργεια/η φωτεινή ακτινοβολία των ~ών ~ων (βλ. μανιτάρι). Διασπορά ~ών ~ων. Συνθήκη μη Διάδοσης ~ών ~ων (βλ. αποπυρηνικοποίηση). Χώρα που αναπτύσσει/διαθέτει/κατασκευάζει ~ ~. Βλ. απεμπλουτισμένο ουράνιο, όπλα μαζικής καταστροφής. [< αγγλ. nuclear weapons] , πυρηνική βόμβα: βόμβα με πολύ μεγάλη ισχύ που παράγεται από τη διάσπαση ή συνήθ. τη σύντηξη ατόμων. Πβ. ατομική βόμβα, βόμβα νετρονίου, βόμβα υδρογόνου. ΣΥΝ. βρόμικη βόμβα [< αγγλ. nuclear bomb] , πυρηνική δύναμη 1. χώρα που έχει στην κατοχή της ατομικές βόμβες, πυρηνικά όπλα. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. δύναμη που συγκρατεί ενωμένα τα σωματίδια του ατομικού πυρήνα., πυρηνική ενέργεια: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που απελευθερώνεται κατά τη διάσπαση (σχάση) ή την ένωση (σύντηξη) των πυρήνων βαρέων ισοτόπων (συνήθ. ραδιοϊσότοπα U-235 και Pu-239): ειρηνική/πολεμική χρήση της ~ής ~ας. Εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/σταθμός ~ής ~ας (βλ. πυρηνικός αντιδραστήρας). ΣΥΝ. ατομική ενέργεια (2), πυρηνική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος που κάνει χρήση ραδιενεργών υλικών για διαγνωστικούς, θεραπευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς: Ελληνική Εταιρεία ~ής ~ής και Βιολογίας. [< αγγλ. nuclear medicine, 1952] , πυρηνική κεφαλή: το μπροστινό μέρος του πυραύλου, του οποίου η έκρηξη προκαλείται από πυρηνική ενέργεια· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο πύραυλος. [< αγγλ. nuclear warhead, 1954] , πυρηνική οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. στοιχειώδης κοινωνική ομάδα που αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά τους, οι οποίοι ζουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη: παραδοσιακή ~ ~. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, μονογονεϊκή οικογένεια. [< αγγλ. nuclear family, 1924] , πυρηνική σύντηξη: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τεχνητή ένωση πυρήνων ελαφρών χημικών στοιχείων που οδηγεί στον σχηματισμό βαρύτερων με ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας: ελεγχόμενη ~ ~. Αντιδράσεις/αξιοποίηση/πειράματα/πλεονεκτήματα της ~ής ~ης. ΑΝΤ. πυρηνική σχάση [< αγγλ. nuclear fusion, 1952] , πυρηνική φυσική: ΦΥΣ. ΠΥΡ. κλάδος που μελετά τη δομή και τη σύσταση του πυρήνα των ατόμων και τα φαινόμενα που σχετίζονται με αυτόν: θεωρητική/πειραματική ~ ~. Ατομική και ~ ~. [< αγγλ. nuclear physics, 1933] , πυρηνικός αντιδραστήρας & ατομικός αντιδραστήρας: ΦΥΣ. ΠΥΡ. εγκατάσταση μέσα στην οποία γίνεται ελεγχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσης των πυρήνων ραδιενεργών υλικών για την παραγωγή θερμότητας ή ακτινοβολίας: ατύχημα/διαρροή/έκρηξη σε ~ό ~α. Βλ. πλουτώνιο. [< αγγλ. nuclear reactor, 1945] , βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, πυρηνική αντίδραση βλ. αντίδραση, πυρηνική μεμβράνη βλ. μεμβράνη, πυρηνική ομπρέλα βλ. ομπρέλα, πυρηνική σχάση βλ. σχάση, πυρηνικός σταθμός βλ. σταθμός, πυρηνικός χειμώνας βλ. χειμώνας, ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα βλ. ραδιενεργός [< γαλλ. nucléaire, αγγλ. nuclear]
43667πυρηνίσκοςπυ-ρη-νί-σκος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. σφαιρικό οργανίδιο που βρίσκεται στον πυρήνα των κυττάρων και παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύνθεση των ριβοσωμάτων. [< αγγλ. nucleolus, γαλλ. nucléole]
43668πυρηνόκαρπαπυ-ρη-νό-καρ-πα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα με καρπό που είναι δρύπη· συνεκδ. τα αντίστοιχα φρούτα. Βλ. αμυγδαλιά, βερικοκιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, κερασιά, μηλοειδή, ροδακινιά.
43669πυρηνοκίνητος, η, ο πυ-ρη-νο-κί-νη-τος επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που κινείται, λειτουργεί με πυρηνική ενέργεια: ~ο: αεροπλανοφόρο/σκάφος. ~α: πλοία/υποβρύχια. Βλ. -κίνητος. [< αγγλ. nuclear-powered, 1948]
43670πυρηνοληψίαπυ-ρη-νο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μέθοδος που συνίσταται στην εξαγωγή και τη μελέτη δείγματος χώματος από το έδαφος με γεώτρηση, το οποίο δίνει πληροφορίες για τη χλωρίδα μιας περιοχής στο πέρασμα του χρόνου. Βλ. -ληψία.
43671πυρηνόξυλοπυ-ρη-νό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): παραπροϊόν της επεξεργασίας της ελιάς· ειδικότ. βιομάζα ελαιοτριβείων που χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη. Βλ. καυσόξυλα, μπρικέτα.
43672πυρηνοτρήτηςπυ-ρη-νο-τρή-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. παρασιτικό έντομο (επιστ. ονομασ. Prays oleae) της τάξης των λεπιδόπτερων, που προσβάλλει τον πυρήνα του καρπού της ελιάς. Βλ. δάκος, ρυγχίτης.
43673πυρηνόφιλος, η, ο πυ-ρη-νό-φι-λος επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με παροχή ηλεκτρονίων σε χημική αντίδραση: ~η: (αρωματική) υποκατάσταση. Βλ. ηλεκτρονιόφιλος, -φιλος. [< αγγλ. nucleophilic, 1933, γαλλ. nucléophile, 1961]
43674πυριγενής, ής, ές πυ-ρι-γε-νής επίθ. & πυρογενής (λόγ.): που δημιουργήθηκε, σχηματίστηκε από φωτιά. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< αρχ. πυριγενής, γαλλ. pyrigène]
43675πυριδίνηπυ-ρι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ετεροκυκλική ένωση (C5H5N) με έντονη οσμή, που προέρχεται από την λιθανθρακόπισσα και χρησιμοποιείται ως διαλύτης, καθώς και για την παραγωγή φαρμακευτικών και χημικών προϊόντων. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. pyridine]
43676πυριδοξίνηπυ-ρι-δο-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μία από τις μορφές της υδατοδιαλυτής βιταμίνης Β6 (C8H11NO3), που βρίσκεται συνήθ. στα δημητριακά και τους ζωικούς ιστούς και η έλλειψή της προκαλεί κυρ. δερματικές και νευρολογικές παθήσεις. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. pyridoxine, 1939, γαλλ. ~, 1942]
43677πυρίκαυστος, η, ο πυ-ρί-καυ-στος επίθ. (λόγ.): που έχει καεί από φωτιά, πυρκαγιά: ~η: ζώνη. Πβ. αποτεφρωμένος.|| (σπάν.-μτφ.) ~α θέματα της επικαιρότητας (= καυτά). [< αρχ. πυρίκαυστος]
43678πυρίμαχος, η, ο πυ-ρί-μα-χος επίθ.: που έχει μεγάλη αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες: ~η: επένδυση/κουβέρτα/στολή. ~ο: πιάτο/σκεύος (= πυρέξ)/τζάμι/τούβλο (= πυρότουβλο). ~ες: πόρτες. ~α: (δομικά) υλικά. Πβ. θερμοανθεκτικός, πυράντοχος. Βλ. -μαχος, -η, -ο. ΣΥΝ. αλεξίπυρος [< αρχ. πυριμάχος, αγγλ. fireproof]
43679πυριμιδίνηπυ-ρι-μι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ετεροκυκλική αρωματική οργανική ένωση (C4H4N2) καθώς και οι βάσεις που αποτελούν παράγωγά της. Βλ. θυμίνη, -ίνη, κυτοσίνη, ουρακίλη, πουρίνη. [< γερμ. Pyrimidin, αγγλ.-γαλλ. pyrimidine]
43680πύρινος, η, ο πύ-ρι-νος επίθ. 1. που αναφέρεται στη φωτιά: ~ος: εφιάλτης/όλεθρος. ~η: κόλαση (= πυρκαγιά μεγάλης έντασης και έκτασης).|| Η λάβα κυλούσε σαν ~ο ποτάμι. ~η: σφαίρα (πβ. διάπυρος).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~η ρομφαία των Αρχαγγέλων. ΣΥΝ. φλόγινος. 2. (μτφ.) ένθερμος, γεμάτος ένταση: ~ο: κήρυγμα. ~οι: λόγοι. ~ες: ματιές.|| (για χρώμα) ~ο: κόκκινο (= πολύ ζωηρό). Πβ. φλογερός. ● ΣΥΜΠΛ.: πύρινη γλώσσα βλ. γλώσσα, πύρινη λαίλαπα βλ. λαίλαπα, πύρινος κλοιός βλ. κλοιός, το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς βλ. μέτωπο [< 1: αρχ. πύρινος]
43681πυρίτηςπυ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. θειούχο μετάλλευμα με σκούρο χρώμα. Πβ. σιδηρο~.|| (ως επίθ.) ~ λίθος (= πυριτόλιθος). Βλ. -ίτης2, χαλκο~. [< μτγν. πυρίτης, αγγλ.-γαλλ. pyrite]
43682πυριτίασηπυ-ρι-τί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πνευμονοκονίωση που προκαλείται από την εισπνοή σκόνης πυριτίου, η οποία διεισδύει στους πνεύμονες. Βλ. ανθράκωση, -ίαση. [< αγγλ. silicosis, γαλλ. silicose, 1945]
43683πυρίτιδαπυ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εκρηκτικό σε μορφή σκόνης, που χρησιμοποιείται κυρ. σε πολεμικές επιχειρήσεις: μαύρη (: μείγμα άνθρακα, νίτρου και θείου) ~. Εργοστάσιο ~ας. Βαρέλι με ~. Προωθητικές ~ες. Βλ. δυναμίτης, πυρομαχικά. ΣΥΝ. μπαρούτι (1) ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα βλ. ανακαλύπτω [< πβ. μτγν. πυρῖτις ‘πυριτόλιθος’, γαλλ. poudre]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.