Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [44220-44240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43649πυργόσπιτοπυρ-γό-σπι-το ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΑΡΧΙΤ. παραδοσιακή οχυρωμένη οικία με μορφή πύργου: αναπαλαιωμένο ~. ~α της Μάνης. Βλ. αρχοντικό.
43650πυργώνωπυρ-γώ-νω ρ. (μτβ.) {πύργω-σε, -θηκε, -μένος} (λόγ.) 1. περιβάλλω με πύργους: ~μένη αρχαία πόλη. 2. (μτφ.) υψώνω, ορθώνω. [< 1: αρχ. πυργῶ]
43651πυργωτός, ή, ό πυρ-γω-τός επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με πύργο: ~ό: καμπαναριό. Πβ. πυργοειδής.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Περιστρεφόμενοι ~οί γερανοί. [< μτγν. πυργωτός]
43652πυρεθρίνηπυ-ρε-θρί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. δραστικές οργανικές ουσίες (σύμβ. C21H28O3 και C22H28O5) που παράγονται από το φυτό πύρεθρο και χρησιμοποιούνται κυρ. ως συστατικό των εντομοκτόνων ψεκασμού: συνθετική/φυσική ~. Βλ. -ίνη. [< γερμ. Pyrethrin, αγγλ. pyrethrin, 1924]
43653πύρεθροπύ-ρε-θρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -έθρου}: ΒΟΤ. φυτό της οικογένειας των χρυσανθέμων (επιστ. ονομασ. Chrysanthemum cinerariaefolium) και (κυρ.-συνεκδ.) η εντομοκτόνος σκόνη που παράγεται από τα άνθη του. [< μτγν. πύρεθρον, γαλλ. pyrèthre, αγγλ. pyrethrum]
43654πυρείο[πυρεῖο] πυ-ρεί-ο ουσ. (ουδ.) (αρχαιοπρ.): σπίρτο. [< αρχ. πυρεῖον ‘μικρά κομμάτια ξύλου που τα έτριβαν για να ανάψουν φωτιά’]
43655πυρέξπυ-ρέξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & πιρέξ: είδος πυρίμαχου γυαλιού, ανθεκτικού στις απότομες μεταβολές θερμοκρασίας· συνεκδ. αντικείμενο κατασκευασμένο από αυτό το υλικό, κυρ. μαγειρικό σκεύος φούρνου: βαθύ/μεγάλο/οβάλ ~.|| (κ. ως επίθ.) ~ ταψί. Βλ. -έξ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Pyrex, 1915, γαλλ. ~, 1937]
43656πυρεξίαπυ-ρε-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πυρετός. [< αγγλ. pyrexia, γαλλ. pyrexie]
43657πυρετικός, ή, ό πυ-ρε-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον πυρετό: ~οί: σπασμοί. Βλ. αντι~, α-, εμ-πύρετος. 2. (σπάν.-μτφ.) έντονος: ~οί: ρυθμοί εργασίας. ● επίρρ.: πυρετικά (μτφ.): Δούλευε ~ (= πυρετωδώς). [< 1: μτγν. πυρετικός]
43658πυρετογόνος, ος/α, ο πυ-ρε-το-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί πυρετό: ~ο: κοκκίωμα. ~ες: λοιµώξεις/τοξίνες.|| (ως ουσ., για ουσία ή μικροοργανισμό) Ενδογενές/εξωγενές/ισχυρό ~ο. Βλ. -γόνος. [< γαλλ. pyrogène, αγγλ. pyrogen]
43659πυρετόςπυ-ρε-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος πάνω από το φυσιολογικό (δηλ. τους 37 βαθμούς Κελσίου), η οποία αποτελεί αντίδραση των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού σε λοίμωξη· κατ' επέκτ. εμπύρετη νόσος: διαλείπων/μέτριος/περιοδικός/υψηλός/χαμηλός ~. ~ και ρίγη. Ο ~ έπεσε/επιμένει/πέρασε/υποχώρησε. Ανέβασε/εμφάνισε/έχει/παρουσίασε ~ό. Μετρώ τον ~ό (με θερμόμετρο). (προφ.) Καίγεται στον ~ό. Ψήνεται από τον ~ό. Φάρμακα που ρίχνουν τον ~ό (= αντιπυρετικά). Τεχνητός ~ (βλ. υπερθερμία). Βλ. υποθερμία.|| Αιμορραγικός/ελώδης (= ελονοσία) ~. ΣΥΝ. πυρεξία 2. (μτφ.) έντονη δραστηριότητα, μεγάλη κινητικότητα· έξαψη: ~ στις διεθνείς αγορές. Επικρατεί απεργιακός/δημιουργικός/διπλωματικός/(προ)εκλογικός ~. Βρίσκονται σε ~ό διαβουλεύσεων/επαφών/κινητοποιήσεων/προετοιμασίας (πβ. οργασμός). Στον ~ό της αναμέτρησης. ● Υποκ.: πυρέτιο (το) (λόγ.): δέκατα ή μικρής διάρκειας πυρετός., πυρετούλης & πυρετάκος (ο): χαμηλός πυρετός, που δεν προκαλεί ανησυχία. ● ΣΥΜΠΛ.: οικογενής μεσογειακός πυρετός: ΙΑΤΡ. κληρονομική νόσος με κύρια συμπτώματα τον υποτροπιάζοντα πυρετό, που συνοδεύεται από πόνο στην κοιλιά, στο στήθος ή στις αρθρώσεις. [< αγγλ. familial Mediterranean fever] , αφθώδης πυρετός βλ. αφθώδης, δάγκειος πυρετός βλ. δάγκειος, ελώδης πυρετός βλ. ελώδης, καταρροϊκός πυρετός βλ. καταρροϊκός, κίτρινος πυρετός βλ. κίτρινος, κυματοειδής πυρετός βλ. κυματοειδής, μελιταίος πυρετός βλ. μελιταίος, ρευματικός πυρετός βλ. ρευματικός, τεταρταίος πυρετός βλ. τεταρταίος, τριταίος πυρετός βλ. τριταίος, τυφοειδής πυρετός βλ. τυφοειδής [< 1: αρχ. πυρετός 2: γαλλ. fièvre]
43660πυρετώδης, ης, ες πυ-ρε-τώ-δης επίθ. {πυρετώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: που χαρακτηρίζεται από αυξημένη δραστηριότητα, ένταση: ~εις: ρυθμοί. ~εις: διαβουλεύσεις/προετοιμασίες/προσπάθειες (= έντονες). || ~εις: καταστάσεις. Πβ. πυρετικός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: πυρετωδώς [-ῶς]: Εργάζεται ~. [< αρχ. πυρετώδης, γαλλ. fiévreux]
43661πυρηλιόμετροπυ-ρη-λι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ακτινόμετρο που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση της άμεσης ηλιακής ακτινοβολίας. Πβ. πυρανόμετρο. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. pyrheliometer]
43662πυρήναπυ-ρή-να ουσ. (θηλ.): ελαιοπυρήνας. [< αρχ. πυρήν]
43663πυρήναςπυ-ρή-νας ουσ. (αρσ.) 1. ΧΗΜ. το κεντρικό τμήμα του ατόμου, γύρω από το οποίο περιστρέφονται τα ηλεκτρόνια: σωματίδια του ~α (: νετρόνια, πρωτόνια). Διάσπαση/σχάση του ~α (βλ. πυρηνική ενέργεια, ραδιενέργεια). 2. ΒΙΟΛ. σφαιροειδής περιοχή του (ευκαρυωτικού) κυττάρου που περιβάλλεται από διπλή μεμβράνη και περιέχει το γενετικό υλικό. Βλ. κυτταρόπλασμα, νουκλεϊκά/νουκλεϊνικά οξέα, πυρηνίσκος, χρωματίνη. 3. ΓΕΩΛ. κεντρικό τμήμα του εσωτερικού της Γης που πιστεύεται ότι είναι διάπυρο και αποτελείται κυρ. από μείγματα σιδήρου και νικελίου: εξωτερικός (: υγρή/ρευστή κατάσταση)/εσωτερικός (: στερεή κατάσταση) ~. 4. (γενικότ.) το κεντρικό και συνήθ. σημαντικότερο τμήμα μιας δομής: ο ~ του καρπού (= κουκούτσι).|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Ο ~ του γαλαξία/Ήλιου/κομήτη/νεφελώματος.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ες συμπύκνωσης νεφών. 5. (μτφ.) οτιδήποτε αποτελεί το κέντρο ή το βασικό στοιχείο από το οποίο προέρχεται ή μπορεί να προέλθει κάτι άλλο μεγαλύτερο, ανώτερο ή ευρύτερο: ο οικιστικός ~ μιας κοινότητας. Ο ιστορικός ~ μιας πόλης. Πβ. καρδιά.|| Στον ~α των αλλαγών/της δράσης/της σκέψης ανήκει/βρίσκεται η προσπάθεια για ... Βλ. μαγιά.|| Παράμετρος που δεν αγγίζει/θίγει τον ~α του προβλήματος (= τη βάση, την ουσία).|| Βάλλουν κατά του ~α της κυβερνητικής πολιτικής. 6. (μτφ.) μικρή ομάδα ατόμων που αναπτύσσουν αντικαθεστωτική συνήθ. δράση ή η ηγετική ομάδα μιας οργάνωσης: αναρχικός/εθνικιστικός/επαναστατικός ~. Εξαρθρώθηκε τρομοκρατικός ~. 7. ΠΛΗΡΟΦ. το κυριότερο μέρος (πρόγραμμα) ενός λειτουργικού συστήματος, υπεύθυνο για τον χειρισμό των πιο βασικών λειτουργιών και για τον έλεγχο της αλληλεπίδρασης του χρήστη με τον υπολογιστή. 8. ΑΝΑΤ. μάζα κυττάρων του κεντρικού νευρικού συστήματος: αμυγδαλοειδής (= αμυγδαλή)/κερκοφόρος/φακοειδής ~ (του εγκεφάλου). Πβ. γάγγλιο. ● ΣΥΜΠΛ.: πηκτοειδής πυρήνας βλ. πηκτοειδής, σκληρός πυρήνας βλ. σκληρός [< αρχ. πυρήν ‘κόκκος, κουκούτσι’, γαλλ. nucléus, αγγλ. nucleus]
43664πυρηνέλαιοπυ-ρη-νέ-λαι-ο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λάδι που εξάγεται από την πυρήνα της ελιάς με εκχύλιση και είναι κατάλληλο για μαγείρεμα: ακατέργαστο/εξευγενισμένο ~. Σαπούνι από ~. Βλ. -έλαιο.
43665πυρηνελαιουργείο[πυρηνελαιουργεῖο] πυ-ρη-νε-λαι-ουρ-γεί-ο ουσ. (ουδ.): εργοστάσιο επεξεργασίας ελαιοπυρήνα για την παραγωγή πυρηνέλαιου και πυρηνόξυλου.
43666πυρηνικός, ή, ό πυ-ρη-νι-κός επίθ. 1. ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που αναφέρεται στον πυρήνα του ατόμου, στην ενέργεια που εκλύει, στη χρήση ή στις επιπτώσεις της: ~ός: εφιάλτης/κίνδυνος/μαγνητικός συντονισμός (βλ. μαγνητική τομογραφία)/όλεθρος/πύραυλος/τομέας/τρόμος/φυσικός. ~ή: ακτινοβολία/απειλή/ασφάλεια/βιομηχανία/δοκιμή/εγκατάσταση/έκρηξη/επίθεση/εποχή/έρευνα/ισχύς/καταστροφή/κρίση/μηχανική/στρατηγική/σύγκρουση/συνεργασία/τεχνολογία/υπεροχή/χημεία. ~ό: δόγμα/δυναμικό/δυστύχημα/εργοστάσιο/καταφύγιο/οπλοστάσιο/πρόγραμμα/σύννεφο/υλικό/υποβρύχιο/φορτίο/χτύπημα. ~ά: καύσιμα/περιστατικά/σχέδια. ~ σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πβ. ατομικός. Βλ. αντι~. 2. ΒΙΟΛ. που αναφέρεται στον πυρήνα του κυττάρου: ~ός: πόρος/σκελετός/υποδοχέας/φάκελος (: το περίβλημα του πυρήνα). ~ή: άτρακτος/διαίρεση/μεταμόσχευση/πλάκα. ~ό: αντιγόνο/DNA/περίβλημα. ~ές: πρωτεΐνες. ~ή ατυπία όγκου.|| (ΙΑΤΡ.) ~ός: ίκτερος. 3. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την πυρηνική ιατρική: ~ός: γιατρός. ~ή: καρδιολογία/ογκολογία. ● Ουσ.: πυρηνικά (τα) (προφ.): ενν. όπλα ή εργοστάσια: διαπραγματεύσεις/συνομιλίες για τα ~. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρηνικά όπλα: πολύ ισχυρά όπλα με μεγάλη εκρηκτική και καταστροφική δύναμη, η οποία οφείλεται στην απελευθέρωση τεράστιας ποσότητας ενέργειας μέσω πυρηνικής αντίδρασης: το κύμα κρούσης/η ραδιενέργεια/η φωτεινή ακτινοβολία των ~ών ~ων (βλ. μανιτάρι). Διασπορά ~ών ~ων. Συνθήκη μη Διάδοσης ~ών ~ων (βλ. αποπυρηνικοποίηση). Χώρα που αναπτύσσει/διαθέτει/κατασκευάζει ~ ~. Βλ. απεμπλουτισμένο ουράνιο, όπλα μαζικής καταστροφής. [< αγγλ. nuclear weapons] , πυρηνική βόμβα: βόμβα με πολύ μεγάλη ισχύ που παράγεται από τη διάσπαση ή συνήθ. τη σύντηξη ατόμων. Πβ. ατομική βόμβα, βόμβα νετρονίου, βόμβα υδρογόνου. ΣΥΝ. βρόμικη βόμβα [< αγγλ. nuclear bomb] , πυρηνική δύναμη 1. χώρα που έχει στην κατοχή της ατομικές βόμβες, πυρηνικά όπλα. 2. ΦΥΣ. ΠΥΡ. δύναμη που συγκρατεί ενωμένα τα σωματίδια του ατομικού πυρήνα., πυρηνική ενέργεια: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που απελευθερώνεται κατά τη διάσπαση (σχάση) ή την ένωση (σύντηξη) των πυρήνων βαρέων ισοτόπων (συνήθ. ραδιοϊσότοπα U-235 και Pu-239): ειρηνική/πολεμική χρήση της ~ής ~ας. Εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/σταθμός ~ής ~ας (βλ. πυρηνικός αντιδραστήρας). ΣΥΝ. ατομική ενέργεια (2), πυρηνική ιατρική: ΙΑΤΡ. κλάδος που κάνει χρήση ραδιενεργών υλικών για διαγνωστικούς, θεραπευτικούς ή ερευνητικούς σκοπούς: Ελληνική Εταιρεία ~ής ~ής και Βιολογίας. [< αγγλ. nuclear medicine, 1952] , πυρηνική κεφαλή: το μπροστινό μέρος του πυραύλου, του οποίου η έκρηξη προκαλείται από πυρηνική ενέργεια· κατ' επέκτ. ο ίδιος ο πύραυλος. [< αγγλ. nuclear warhead, 1954] , πυρηνική οικογένεια: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. στοιχειώδης κοινωνική ομάδα που αποτελείται από τους γονείς και τα παιδιά τους, οι οποίοι ζουν μαζί κάτω από την ίδια στέγη: παραδοσιακή ~ ~. Βλ. εκτεταμένη/διευρυμένη οικογένεια, ελεύθερη ένωση, μονογονεϊκή οικογένεια. [< αγγλ. nuclear family, 1924] , πυρηνική σύντηξη: ΦΥΣ. ΠΥΡ. τεχνητή ένωση πυρήνων ελαφρών χημικών στοιχείων που οδηγεί στον σχηματισμό βαρύτερων με ταυτόχρονη απελευθέρωση ενέργειας: ελεγχόμενη ~ ~. Αντιδράσεις/αξιοποίηση/πειράματα/πλεονεκτήματα της ~ής ~ης. ΑΝΤ. πυρηνική σχάση [< αγγλ. nuclear fusion, 1952] , πυρηνική φυσική: ΦΥΣ. ΠΥΡ. κλάδος που μελετά τη δομή και τη σύσταση του πυρήνα των ατόμων και τα φαινόμενα που σχετίζονται με αυτόν: θεωρητική/πειραματική ~ ~. Ατομική και ~ ~. [< αγγλ. nuclear physics, 1933] , πυρηνικός αντιδραστήρας & ατομικός αντιδραστήρας: ΦΥΣ. ΠΥΡ. εγκατάσταση μέσα στην οποία γίνεται ελεγχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσης των πυρήνων ραδιενεργών υλικών για την παραγωγή θερμότητας ή ακτινοβολίας: ατύχημα/διαρροή/έκρηξη σε ~ό ~α. Βλ. πλουτώνιο. [< αγγλ. nuclear reactor, 1945] , βιολογικός/πυρηνικός/χημικός πόλεμος βλ. πόλεμος, πυρηνική αντίδραση βλ. αντίδραση, πυρηνική μεμβράνη βλ. μεμβράνη, πυρηνική ομπρέλα βλ. ομπρέλα, πυρηνική σχάση βλ. σχάση, πυρηνικός σταθμός βλ. σταθμός, πυρηνικός χειμώνας βλ. χειμώνας, ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα βλ. ραδιενεργός [< γαλλ. nucléaire, αγγλ. nuclear]
43667πυρηνίσκοςπυ-ρη-νί-σκος ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. σφαιρικό οργανίδιο που βρίσκεται στον πυρήνα των κυττάρων και παίζει καθοριστικό ρόλο στη σύνθεση των ριβοσωμάτων. [< αγγλ. nucleolus, γαλλ. nucléole]
43668πυρηνόκαρπαπυ-ρη-νό-καρ-πα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΟΤ. φυλλοβόλα οπωροφόρα δέντρα με καρπό που είναι δρύπη· συνεκδ. τα αντίστοιχα φρούτα. Βλ. αμυγδαλιά, βερικοκιά, βυσσινιά, δαμασκηνιά, κερασιά, μηλοειδή, ροδακινιά.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.