| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43684 | πυριτιδαποθήκη | πυ-ρι-τι-δα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. χώρος αποθήκευσης πυρίτιδας, πυρομαχικών ή γενικότ. εύφλεκτων υλικών. Βλ. οπλοστάσιο. ΣΥΝ. μπαρουταποθήκη 2. (μτφ.) περιοχή στην οποία υπάρχει μεγάλη πιθανότητα έναρξης πολέμου, λόγω χρόνιων προβλημάτων και συσσωρευμένων αντιθέσεων. Βλ. καζάνι που βράζει/κοχλάζει. [< γαλλ. poudrière] | |
| 43685 | πυριτιδοποιείο | [πυριτιδοποιεῖο] πυ-ρι-τι-δο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργοστάσιο παραγωγής πυρίτιδας, εκρηκτικών υλών και πυρομαχικών. Βλ. -ποιείο.[< γαλλ. poudrerie] | |
| 43686 | πυριτικός | , ή, ό πυ-ρι-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με ή εμπεριέχει πυρίτιο: ~ός: ανυδρίτης. ~ή: άμμος/παιπάλη. ~ό: οξύ/ορυκτό. ~ές: γαίες/ενώσεις/ίνες. ~ά: άλατα (αλουμινίου/καλίου)/πετρώματα. Πβ. πυριτιούχος. [< γαλλ. silicique] | |
| 43687 | πυρίτιο | πυ-ρί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. χημικό αμέταλλο στοιχείο (συμβ. Si, Ζ 14), το δεύτερο σε αφθονία μετά το οξυγόνο, το οποίο δεν βρίσκεται ελεύθερο στη φύση, αλλά δίνει διάφορα κράματα και χρησιμοποιείται στη μικροηλεκτρονική και ως ημιαγώγιμο υλικό: άμορφο ~. Τεχνολογία ~ίου. (Δι)οξείδιο του ~ίου. Βλ. γερμάνιο, σιλικόνη, χαλαζίας. [< γαλλ. silicium, αγγλ. silicon] | |
| 43688 | πυριτιούχος | , ος/α, ο [πυριτιοῦχος] πυ-ρι-τι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει πυρίτιο: ~ες: γαίες. ~α: υποστρώµατα. Πβ. πυριτικός. Βλ. -ούχος2. | |
| 43689 | πυριτόλιθος | πυ-ρι-τό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου} & πυρόλιθος (λόγ.): ΟΡΥΚΤ. τσακμακόπετρα. [< γαλλ. pierre à feu] | |
| 43690 | πυριφλεγής | , ής, ές πυ-ρι-φλε-γής επίθ. {πυριφλεγ-ούς | -είς (ουδ. -ή)} (λόγ.): φλεγόμενος, διάπυρος· κατ' επέκτ. θερμός, έντονος: ~ή: υλικά.|| (μτφ.) ~είς: δηλώσεις (= σφοδρές). [< αρχ. πυριφλεγής] | |
| 43691 | πυρκαγιά | πυρ-κα-γιά ουσ. (θηλ.): ανεξέλεγκτη εξάπλωση φωτιάς σε μικρή ή μεγάλη έκταση, με καταστροφικές συνήθ. συνέπειες: εστία/(αυξημένος)κίνδυνος/συναγερμός ~ιάς. Καταπολέμηση/κατάσβεση/μετάδοση της ~ιάς. Πρόκληση ~ιάς (= εμπρησμός). Εφιαλτικές/καλοκαιρινές ~ιές. Πρόληψη ~ιών. Εγκαύματα/υλικές ζημιές από ~. Αποζημιώσεις στους πληγέντες από τη φονική ~. Η ~ αναζωπυρώθηκε/είναι σε εξέλιξη/μαίνεται/ξέσπασε (σε εργοστάσιο)/προκλήθηκε από βραχυκύκλωμα/σβήστηκε/τέθηκε υπό έλεγχο. Έχασαν τη ζωή τους σε ~. ~ εκδηλώθηκε σε διαμέρισμα. Η ~ κατακαίει χορτολιβαδική έκταση. Οι δασικές ~ιές προκάλεσαν οικολογική καταστροφή. Συνελήφθη να βάζει ~ιές. ● ΣΥΜΠΛ.: επικόρυφη πυρκαγιά & πυρκαγιά κόμης: αυτή που εξαπλώνεται με πολύ μεγάλη ταχύτητα, καίγοντας τα ψηλά τμήματα των δέντρων (κλαδιά, φύλλα, κορμούς)., έρπουσα/επιφανείας πυρκαγιά: αυτή που καίει επιφάνειες πολύ κοντά στο έδαφος (θάμνους, χορτάρια, πεσμένους κορμούς και μικρά δέντρα)., το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς βλ. μέτωπο [< αρχ. πυρκαϊά] | |
| 43731 | πυρο-/πυρό- | & πυρι-/πυρί- & πυρ-/πύρ- (λόγ.): α' συνθετικό λεξεων που αναφέρονται στο πυρ, τη φωτιά: πυρο-δότηση. Πυρο-σβέστης. Πυρί-μαχος.|| (κατ' επέκτ., το αντίστοιχο χρώμα) Πυρό-ξανθος. Βλ. κοκκινο-. | |
| 43692 | πυροβασία | πυ-ρο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. τελετουργία κατά την οποία κάποιος περπατά ή/και χορεύει με γυμνά πόδια πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να πονά ή να προκαλούνται εγκαύματα: ~ αναστενάρηδων. Το έθιμο της ~ας. Βλ. -βασία. | |
| 43693 | πυροβάτης | πυ-ρο-βά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που συμμετέχει σε πυροβασία. Πβ. αναστενάρης. | |
| 43694 | πυροβολαρχία | πυ-ρο-βο-λαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μονάδα Πυροβολικού αντίστοιχη με το λόχο Πεζικού, που διοικείται από λοχαγό και διαθέτει συνήθ. τρία με τέσσερα πυροβόλα: αντιαεροπορική/ορειβατική/πεδινή ~. Διοικητής ~ας. Βλ. -αρχία. [< γαλλ. batterie] | |
| 43695 | πυροβολείο | [πυροβολεῖο] πυ-ρο-βο-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. οχυρωματικό έργο, ειδικός χώρος για διεξαγωγή μάχης με πυροβόλα. | |
| 43696 | πυροβόλημα | πυ-ρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πυροβολώ: ~ στο κεφάλι.|| (προφ., για απαράδεκτη συμπεριφορά:) Ο τύπος αυτός είναι για ~. | |
| 43697 | πυροβολημένος | , η, ο πυ-ρο-βο-λη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει χτυπηθεί με πυροβόλο όπλο: ~ εξ επαφής. 2. (αργκό, για πρόσ.) που φέρεται αλλοπρόσαλλα, ιδιόρρυθμος: ~ο: άτομο. ● βλ. πυροβολώ | |
| 43698 | πυροβολητής | πυ-ρο-βο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (ως ειδικότητα) χειριστής πυροβόλου: ~ ασυρματιστής. Πβ. κανονιέρης. | |
| 43699 | πυροβολικάριος | πυ-ρο-βο-λι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του πυροβολικού. Βλ. -άριος. | |
| 43700 | πυροβολικό | πυ-ρο-βο-λι-κό ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. μάχιμο Όπλο του Στρατού Ξηράς που διαθέτει πυροβόλα και έχει αποστολή την παροχή πυρών υποστήριξης στο Πεζικό και τα Τεθωρακισμένα: αντιαεροπορικό/ελαφρύ ~. Ανθυπολοχαγός/μοίρα/μονάδα ~ού. Κέντρο Εκπαίδευσης ~ού (ακρ. Κ.Ε.ΠΒ.). Βλ. μηχανικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ πυροβολικό 1. (μτφ.) ο καλύτερος, ο ικανότερος: Αποτελούν το ~ ~ της εταιρείας (= τα βαρέα/βαριά όπλα). Το ~ ~ της ομάδας (: η ομάδα κρούσης). ΣΥΝ. ατού (1), βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί (1) 2. ΣΤΡΑΤ. μεγάλης ισχύος όπλα του πυροβολικού και οι χειριστές τους. [< γαλλ. artillerie] | |
| 43701 | πυροβολισμός | πυ-ρο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): βολή πυροβόλου όπλου· συνεκδ. ο αντίστοιχος ήχος: εκφοβιστικός/θανάσιμος/προειδοποιητικός ~ εναντίον/κατά κάποιου. ~ ακινητοποίησης/εξουδετέρωσης. Επίθεση με ~ούς. Οι αστυνομικοί ανταπέδωσαν τους/δέχτηκαν ~ούς. Έριξαν ~ούς στον αέρα. Έπεσαν ~οί.|| Ακούστηκε ~. Πβ. τουφεκιά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πιστολιά ● ΦΡ.: σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών βλ. ανταλλαγή [< γαλλ. coup de feu] | |
| 43702 | πυροβόλος | , ος, ο πυ-ρο-βό-λος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πυροβόλο όπλο & πυροβόλο (το) 1. που ενεργοποιείται με εσωτερική καύση πυρίτιδας: αυτόματο/ηλεκτρονικό/ναυτικό ~. Βλ. αεροβόλο όπλο, καλίμπρα, κανόνι, καραμπίνα, πιστόλι, τηλεβόλο, τουφέκι. 2. μεγάλο, μη φορητό όπλο, που εκτοξεύει βαρέα βλήματα: αντιαεροπορικό ~. Αντιαρματικά/αυτοκινούμενα/ρυμουλκούμενα ~α. Πβ. κανόνι. Βλ. κιλλίβαντας. [< γαλλ. arme à feu] [< πβ. μτγν. πυροβόλος, πυροβόλα, τὰ ‘μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ