Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [44240-44260]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43669πυρηνοκίνητος, η, ο πυ-ρη-νο-κί-νη-τος επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που κινείται, λειτουργεί με πυρηνική ενέργεια: ~ο: αεροπλανοφόρο/σκάφος. ~α: πλοία/υποβρύχια. Βλ. -κίνητος. [< αγγλ. nuclear-powered, 1948]
43670πυρηνοληψίαπυ-ρη-νο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΛ. μέθοδος που συνίσταται στην εξαγωγή και τη μελέτη δείγματος χώματος από το έδαφος με γεώτρηση, το οποίο δίνει πληροφορίες για τη χλωρίδα μιας περιοχής στο πέρασμα του χρόνου. Βλ. -ληψία.
43671πυρηνόξυλοπυ-ρη-νό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): παραπροϊόν της επεξεργασίας της ελιάς· ειδικότ. βιομάζα ελαιοτριβείων που χρησιμοποιείται ως καύσιμη ύλη. Βλ. καυσόξυλα, μπρικέτα.
43672πυρηνοτρήτηςπυ-ρη-νο-τρή-της ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. παρασιτικό έντομο (επιστ. ονομασ. Prays oleae) της τάξης των λεπιδόπτερων, που προσβάλλει τον πυρήνα του καρπού της ελιάς. Βλ. δάκος, ρυγχίτης.
43673πυρηνόφιλος, η, ο πυ-ρη-νό-φι-λος επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με παροχή ηλεκτρονίων σε χημική αντίδραση: ~η: (αρωματική) υποκατάσταση. Βλ. ηλεκτρονιόφιλος, -φιλος. [< αγγλ. nucleophilic, 1933, γαλλ. nucléophile, 1961]
43674πυριγενής, ής, ές πυ-ρι-γε-νής επίθ. & πυρογενής (λόγ.): που δημιουργήθηκε, σχηματίστηκε από φωτιά. Βλ. -γενής. ● ΣΥΜΠΛ.: πυριγενή/εκρηξιγενή/μαγματικά πετρώματα βλ. πέτρωμα1 [< αρχ. πυριγενής, γαλλ. pyrigène]
43675πυριδίνηπυ-ρι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. ετεροκυκλική ένωση (C5H5N) με έντονη οσμή, που προέρχεται από την λιθανθρακόπισσα και χρησιμοποιείται ως διαλύτης, καθώς και για την παραγωγή φαρμακευτικών και χημικών προϊόντων. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. pyridine]
43676πυριδοξίνηπυ-ρι-δο-ξί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μία από τις μορφές της υδατοδιαλυτής βιταμίνης Β6 (C8H11NO3), που βρίσκεται συνήθ. στα δημητριακά και τους ζωικούς ιστούς και η έλλειψή της προκαλεί κυρ. δερματικές και νευρολογικές παθήσεις. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. pyridoxine, 1939, γαλλ. ~, 1942]
43677πυρίκαυστος, η, ο πυ-ρί-καυ-στος επίθ. (λόγ.): που έχει καεί από φωτιά, πυρκαγιά: ~η: ζώνη. Πβ. αποτεφρωμένος.|| (σπάν.-μτφ.) ~α θέματα της επικαιρότητας (= καυτά). [< αρχ. πυρίκαυστος]
43678πυρίμαχος, η, ο πυ-ρί-μα-χος επίθ.: που έχει μεγάλη αντοχή σε υψηλές θερμοκρασίες: ~η: επένδυση/κουβέρτα/στολή. ~ο: πιάτο/σκεύος (= πυρέξ)/τζάμι/τούβλο (= πυρότουβλο). ~ες: πόρτες. ~α: (δομικά) υλικά. Πβ. θερμοανθεκτικός, πυράντοχος. Βλ. -μαχος, -η, -ο. ΣΥΝ. αλεξίπυρος [< αρχ. πυριμάχος, αγγλ. fireproof]
43679πυριμιδίνηπυ-ρι-μι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ετεροκυκλική αρωματική οργανική ένωση (C4H4N2) καθώς και οι βάσεις που αποτελούν παράγωγά της. Βλ. θυμίνη, -ίνη, κυτοσίνη, ουρακίλη, πουρίνη. [< γερμ. Pyrimidin, αγγλ.-γαλλ. pyrimidine]
43680πύρινος, η, ο πύ-ρι-νος επίθ. 1. που αναφέρεται στη φωτιά: ~ος: εφιάλτης/όλεθρος. ~η: κόλαση (= πυρκαγιά μεγάλης έντασης και έκτασης).|| Η λάβα κυλούσε σαν ~ο ποτάμι. ~η: σφαίρα (πβ. διάπυρος).|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Η ~η ρομφαία των Αρχαγγέλων. ΣΥΝ. φλόγινος. 2. (μτφ.) ένθερμος, γεμάτος ένταση: ~ο: κήρυγμα. ~οι: λόγοι. ~ες: ματιές.|| (για χρώμα) ~ο: κόκκινο (= πολύ ζωηρό). Πβ. φλογερός. ● ΣΥΜΠΛ.: πύρινη γλώσσα βλ. γλώσσα, πύρινη λαίλαπα βλ. λαίλαπα, πύρινος κλοιός βλ. κλοιός, το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς βλ. μέτωπο [< 1: αρχ. πύρινος]
43681πυρίτηςπυ-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. θειούχο μετάλλευμα με σκούρο χρώμα. Πβ. σιδηρο~.|| (ως επίθ.) ~ λίθος (= πυριτόλιθος). Βλ. -ίτης2, χαλκο~. [< μτγν. πυρίτης, αγγλ.-γαλλ. pyrite]
43682πυριτίασηπυ-ρι-τί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πνευμονοκονίωση που προκαλείται από την εισπνοή σκόνης πυριτίου, η οποία διεισδύει στους πνεύμονες. Βλ. ανθράκωση, -ίαση. [< αγγλ. silicosis, γαλλ. silicose, 1945]
43683πυρίτιδαπυ-ρί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. εκρηκτικό σε μορφή σκόνης, που χρησιμοποιείται κυρ. σε πολεμικές επιχειρήσεις: μαύρη (: μείγμα άνθρακα, νίτρου και θείου) ~. Εργοστάσιο ~ας. Βαρέλι με ~. Προωθητικές ~ες. Βλ. δυναμίτης, πυρομαχικά. ΣΥΝ. μπαρούτι (1) ● ΦΡ.: ανακαλύπτω την Αμερική/τον τροχό/την πυρίτιδα βλ. ανακαλύπτω [< πβ. μτγν. πυρῖτις ‘πυριτόλιθος’, γαλλ. poudre]
43684πυριτιδαποθήκηπυ-ρι-τι-δα-πο-θή-κη ουσ. (θηλ.) 1. χώρος αποθήκευσης πυρίτιδας, πυρομαχικών ή γενικότ. εύφλεκτων υλικών. Βλ. οπλοστάσιο. ΣΥΝ. μπαρουταποθήκη 2. (μτφ.) περιοχή στην οποία υπάρχει μεγάλη πιθανότητα έναρξης πολέμου, λόγω χρόνιων προβλημάτων και συσσωρευμένων αντιθέσεων. Βλ. καζάνι που βράζει/κοχλάζει. [< γαλλ. poudrière]
43685πυριτιδοποιείο[πυριτιδοποιεῖο] πυ-ρι-τι-δο-ποι-εί-ο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): εργοστάσιο παραγωγής πυρίτιδας, εκρηκτικών υλών και πυρομαχικών. Βλ. -ποιείο.[< γαλλ. poudrerie]
43686πυριτικός, ή, ό πυ-ρι-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με ή εμπεριέχει πυρίτιο: ~ός: ανυδρίτης. ~ή: άμμος/παιπάλη. ~ό: οξύ/ορυκτό. ~ές: γαίες/ενώσεις/ίνες. ~ά: άλατα (αλουμινίου/καλίου)/πετρώματα. Πβ. πυριτιούχος. [< γαλλ. silicique]
43687πυρίτιοπυ-ρί-τι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. χημικό αμέταλλο στοιχείο (συμβ. Si, Ζ 14), το δεύτερο σε αφθονία μετά το οξυγόνο, το οποίο δεν βρίσκεται ελεύθερο στη φύση, αλλά δίνει διάφορα κράματα και χρησιμοποιείται στη μικροηλεκτρονική και ως ημιαγώγιμο υλικό: άμορφο ~. Τεχνολογία ~ίου. (Δι)οξείδιο του ~ίου. Βλ. γερμάνιο, σιλικόνη, χαλαζίας. [< γαλλ. silicium, αγγλ. silicon]
43688πυριτιούχος, ος/α, ο [πυριτιοῦχος] πυ-ρι-τι-ού-χος επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει πυρίτιο: ~ες: γαίες. ~α: υποστρώµατα. Πβ. πυριτικός. Βλ. -ούχος2.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.