Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44260-44280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43692πυροβασίαπυ-ρο-βα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. τελετουργία κατά την οποία κάποιος περπατά ή/και χορεύει με γυμνά πόδια πάνω σε αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να πονά ή να προκαλούνται εγκαύματα: ~ αναστενάρηδων. Το έθιμο της ~ας. Βλ. -βασία.
43693πυροβάτηςπυ-ρο-βά-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που συμμετέχει σε πυροβασία. Πβ. αναστενάρης.
43694πυροβολαρχίαπυ-ρο-βο-λαρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. μονάδα Πυροβολικού αντίστοιχη με το λόχο Πεζικού, που διοικείται από λοχαγό και διαθέτει συνήθ. τρία με τέσσερα πυροβόλα: αντιαεροπορική/ορειβατική/πεδινή ~. Διοικητής ~ας. Βλ. -αρχία. [< γαλλ. batterie]
43695πυροβολείο[πυροβολεῖο] πυ-ρο-βο-λεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. οχυρωματικό έργο, ειδικός χώρος για διεξαγωγή μάχης με πυροβόλα.
43696πυροβόλημαπυ-ρο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πυροβολώ: ~ στο κεφάλι.|| (προφ., για απαράδεκτη συμπεριφορά:) Ο τύπος αυτός είναι για ~.
43697πυροβολημένος, η, ο πυ-ρο-βο-λη-μέ-νος επίθ. 1. που έχει χτυπηθεί με πυροβόλο όπλο: ~ εξ επαφής. 2. (αργκό, για πρόσ.) που φέρεται αλλοπρόσαλλα, ιδιόρρυθμος: ~ο: άτομο. ● βλ. πυροβολώ
43698πυροβολητήςπυ-ρο-βο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. (ως ειδικότητα) χειριστής πυροβόλου: ~ ασυρματιστής. Πβ. κανονιέρης.
43699πυροβολικάριοςπυ-ρο-βο-λι-κά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) (προφ.): ΣΤΡΑΤ. οπλίτης ή (υπ)αξιωματικός του πυροβολικού. Βλ. -άριος.
43700πυροβολικόπυ-ρο-βο-λι-κό ουσ. (ουδ.) (κ. με κεφαλ. Π): ΣΤΡΑΤ. μάχιμο Όπλο του Στρατού Ξηράς που διαθέτει πυροβόλα και έχει αποστολή την παροχή πυρών υποστήριξης στο Πεζικό και τα Τεθωρακισμένα: αντιαεροπορικό/ελαφρύ ~. Ανθυπολοχαγός/μοίρα/μονάδα ~ού. Κέντρο Εκπαίδευσης ~ού (ακρ. Κ.Ε.ΠΒ.). Βλ. μηχανικό. ● ΣΥΜΠΛ.: βαρύ πυροβολικό 1. (μτφ.) ο καλύτερος, ο ικανότερος: Αποτελούν το ~ ~ της εταιρείας (= τα βαρέα/βαριά όπλα). Το ~ ~ της ομάδας (: η ομάδα κρούσης). ΣΥΝ. ατού (1), βαρύ/γερό/δυνατό/μεγάλο χαρτί (1) 2. ΣΤΡΑΤ. μεγάλης ισχύος όπλα του πυροβολικού και οι χειριστές τους. [< γαλλ. artillerie]
43701πυροβολισμόςπυ-ρο-βο-λι-σμός ουσ. (αρσ.): βολή πυροβόλου όπλου· συνεκδ. ο αντίστοιχος ήχος: εκφοβιστικός/θανάσιμος/προειδοποιητικός ~ εναντίον/κατά κάποιου. ~ ακινητοποίησης/εξουδετέρωσης. Επίθεση με ~ούς. Οι αστυνομικοί ανταπέδωσαν τους/δέχτηκαν ~ούς. Έριξαν ~ούς στον αέρα. Έπεσαν ~οί.|| Ακούστηκε ~. Πβ. τουφεκιά. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. πιστολιά ● ΦΡ.: σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών βλ. ανταλλαγή [< γαλλ. coup de feu]
43702πυροβόλος, ος, ο πυ-ρο-βό-λος επίθ.: ΣΤΡΑΤ. κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πυροβόλο όπλο & πυροβόλο (το) 1. που ενεργοποιείται με εσωτερική καύση πυρίτιδας: αυτόματο/ηλεκτρονικό/ναυτικό ~. Βλ. αεροβόλο όπλο, καλίμπρα, κανόνι, καραμπίνα, πιστόλι, τηλεβόλο, τουφέκι. 2. μεγάλο, μη φορητό όπλο, που εκτοξεύει βαρέα βλήματα: αντιαεροπορικό ~. Αντιαρματικά/αυτοκινούμενα/ρυμουλκούμενα ~α. Πβ. κανόνι. Βλ. κιλλίβαντας. [< γαλλ. arme à feu] [< πβ. μτγν. πυροβόλος, πυροβόλα, τὰ ‘μηχάνημα εκτόξευσης φλεγόμενων βλημάτων’]
43704πυρογενής, ής, ές βλ. πυριγενής
43705πυρογραφίαπυ-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τέχνη διακόσμησης στερεών επιφανειών, συνήθ. ξύλινων, που βασίζεται στη χάραξη σχεδίων με πυρογράφο· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. pyrogravure, αγγλ. pyrography]
43706πυρογράφοςπυ-ρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. όργανο σχεδίασης, πυρακτωμένη μεταλλική ακίδα που χρησιμοποιείται στην πυρογραφία· ο καλλιτέχνης που ασχολείται με την πυρογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. pyrograveur, 1907, αγγλ. pyrographer, pyrographist]
43707πυροδιαμέρισμαπυ-ρο-δι-α-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): τμήμα κτιρίου κατασκευασμένο από πυράντοχα υλικά για τον περιορισμό εξάπλωσης της φωτιάς με συγκεκριμένους δείκτες πυραντίστασης κατά περίπτωση. Βλ. παθητική πυροπροστασία. [< αγγλ. fire compartment]
43708πυροδότηςπυ-ρο-δό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που πυροδοτεί: (μτφ.) ~ των εξελίξεων/της κρίσης. Πβ. υποκινητής. Βλ. -δότης.
43709πυροδότησηπυ-ρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πυροδοτώ: κεντρική ~. Μηχανισμός ~ης. Ηλεκτρική ~ εκρηκτικών υλών σε λατομείο. ~ του φλας (φωτογραφικής μηχανής).|| (μτφ.) ~ του ήδη οξυμμένου κλίματος. Πβ. ανάφλεξη, έναυση. Βλ. -δότηση. 2. ΑΕΡΟΝ. η έναρξη της χημικής αντίδρασης που γίνεται στον θάλαμο καύσης πυραύλου και παράγει τα θερμά αέρια τα οποία είναι αναγκαία για την προώθησή του. [< γαλλ. mise à feu]
43710πυροδοτικός, ή, ό πυ-ρο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πυροδότηση: ~ός: μηχανισμός (= πυροκροτητής).
43711πυροδοτώ[πυροδοτῶ] πυ-ρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {πυροδοτ-εί ... | πυροδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ενεργοποιώ εκρηκτική συσκευή: Η βόμβα ~ήθηκε με τηλεχειριστήριο. 2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση, αναστάτωση· προκαλώ: Η κρίση ~εί αντιπαραθέσεις/συγκρούσεις. Πβ. πυρπολώ.|| Η αλλεργία ~είται από τους ρύπους της ατμόσφαιρας. ~ούνται εξελίξεις. || ~εί: το ενδιαφέρον. 3. ΑΕΡΟΝ. προκαλώ πυροδότηση πυραύλου. Βλ. -δοτώ. [< 1: γαλλ. mettre le feu à]
43712πυροκροτητήςπυ-ρο-κρο-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πυροδοτικός μηχανισμός εκρηκτικής ύλης. Πβ. εμπύρευμα. [< γαλλ. détonateur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.