| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43704 | πυρογενής | , ής, ές βλ. πυριγενής | |
| 43705 | πυρογραφία | πυ-ρο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τέχνη διακόσμησης στερεών επιφανειών, συνήθ. ξύλινων, που βασίζεται στη χάραξη σχεδίων με πυρογράφο· συνεκδ. το αντίστοιχο έργο. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. pyrogravure, αγγλ. pyrography] | |
| 43706 | πυρογράφος | πυ-ρο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. όργανο σχεδίασης, πυρακτωμένη μεταλλική ακίδα που χρησιμοποιείται στην πυρογραφία· ο καλλιτέχνης που ασχολείται με την πυρογραφία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. pyrograveur, 1907, αγγλ. pyrographer, pyrographist] | |
| 43707 | πυροδιαμέρισμα | πυ-ρο-δι-α-μέ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): τμήμα κτιρίου κατασκευασμένο από πυράντοχα υλικά για τον περιορισμό εξάπλωσης της φωτιάς με συγκεκριμένους δείκτες πυραντίστασης κατά περίπτωση. Βλ. παθητική πυροπροστασία. [< αγγλ. fire compartment] | |
| 43708 | πυροδότης | πυ-ρο-δό-της ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που πυροδοτεί: (μτφ.) ~ των εξελίξεων/της κρίσης. Πβ. υποκινητής. Βλ. -δότης. | |
| 43709 | πυροδότηση | πυ-ρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πυροδοτώ: κεντρική ~. Μηχανισμός ~ης. Ηλεκτρική ~ εκρηκτικών υλών σε λατομείο. ~ του φλας (φωτογραφικής μηχανής).|| (μτφ.) ~ του ήδη οξυμμένου κλίματος. Πβ. ανάφλεξη, έναυση. Βλ. -δότηση. 2. ΑΕΡΟΝ. η έναρξη της χημικής αντίδρασης που γίνεται στον θάλαμο καύσης πυραύλου και παράγει τα θερμά αέρια τα οποία είναι αναγκαία για την προώθησή του. [< γαλλ. mise à feu] | |
| 43710 | πυροδοτικός | , ή, ό πυ-ρο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πυροδότηση: ~ός: μηχανισμός (= πυροκροτητής). | |
| 43711 | πυροδοτώ | [πυροδοτῶ] πυ-ρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {πυροδοτ-εί ... | πυροδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ενεργοποιώ εκρηκτική συσκευή: Η βόμβα ~ήθηκε με τηλεχειριστήριο. 2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση, αναστάτωση· προκαλώ: Η κρίση ~εί αντιπαραθέσεις/συγκρούσεις. Πβ. πυρπολώ.|| Η αλλεργία ~είται από τους ρύπους της ατμόσφαιρας. ~ούνται εξελίξεις. || ~εί: το ενδιαφέρον. 3. ΑΕΡΟΝ. προκαλώ πυροδότηση πυραύλου. Βλ. -δοτώ. [< 1: γαλλ. mettre le feu à] | |
| 43712 | πυροκροτητής | πυ-ρο-κρο-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πυροδοτικός μηχανισμός εκρηκτικής ύλης. Πβ. εμπύρευμα. [< γαλλ. détonateur] | |
| 43713 | πυρολάτρης | πυ-ρο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {πυρολατρών}: οπαδός της πυρολατρίας. Βλ. -λάτρης. [< γαλλ. pyrolâtre, αγγλ. pyrolater] | |
| 43714 | πυρολατρία | πυ-ρο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. η λατρεία της φωτιάς ως θεότητας και μυστηριακής δύναμης. Βλ. -λατρία. [< γαλλ. pyrolâtrie, αγγλ. pyrolatry] | |
| 43715 | πυρολατρικός | , ή, ό πυ-ρο-λα-τρι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με την πυρολατρία. [< γαλλ. pyrolâtrique] | |
| 43716 | πυρόλιθος | βλ. πυριτόλιθος | |
| 43717 | πυρόλυση | πυ-ρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. θερμική διάσπαση οργανικών ενώσεων χωρίς την παρουσία οξυγόνου: καταλυτική ~ βιομάζας. Εργοστάσιο ~ης. Πβ. θερμόλυση. [< γαλλ. pyrolyse, αγγλ. pyrolysis] | |
| 43718 | πυρολυτικός | , ή, ό πυ-ρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την πυρόλυση: ~ή: επεξεργασία (άνθρακα).|| ~ός: αυτοκαθαρισμός φούρνου. [< αγγλ. pyrolytic] | |
| 43719 | πυρομανής | , ής, ές πυ-ρο-μα-νής επίθ./ουσ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που διακατέχεται από πυρομανία. Βλ. -μανής. [< γαλλ. pyromane, αγγλ. pyromaniac] | |
| 43720 | πυρομανία | πυ-ρο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ανεξέλεγκτη και επαναλαμβανόμενη παρόρμηση για πρόκληση πυρκαγιών. Βλ. -μανία. [< γαλλ. pyromanie, αγγλ. pyromania] | |
| 43721 | πυρομαντεία | πυ-ρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): είδος μαντείας η οποία βασίζεται στην παρατήρηση της φωτιάς. Βλ. -μαντεία. [< μτγν. πυρομαντεία, γαλλ. pyromancie, αγγλ. pyromancy] | |
| 43722 | πυρομαχικά | πυ-ρο-μα-χι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): ΣΤΡΑΤ. κάθε είδους εφόδια βολής, κυρ. βλήματα, φυσίγγια, εκρηκτικοί μηχανισμοί, που είναι απαραίτητα για την τροφοδοσία των πυροβόλων όπλων καθώς και τα μέρη που περιλαμβάνονται σε αυτά: όπλα και ~. Αποθήκες ~ών. Πβ. πολεμοφόδια. [< γαλλ. munitions] | |
| 43723 | πυρόμετρο | πυ-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {πυρομέτρ-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που μετρά πολύ υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες ξεπερνούν τη βαθμονομημένη κλίμακα των θερμομέτρων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. pyromètre, αγγλ. pyrometer] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ