| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43713 | πυρολάτρης | πυ-ρο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {πυρολατρών}: οπαδός της πυρολατρίας. Βλ. -λάτρης. [< γαλλ. pyrolâtre, αγγλ. pyrolater] | |
| 43714 | πυρολατρία | πυ-ρο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. η λατρεία της φωτιάς ως θεότητας και μυστηριακής δύναμης. Βλ. -λατρία. [< γαλλ. pyrolâtrie, αγγλ. pyrolatry] | |
| 43715 | πυρολατρικός | , ή, ό πυ-ρο-λα-τρι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με την πυρολατρία. [< γαλλ. pyrolâtrique] | |
| 43716 | πυρόλιθος | βλ. πυριτόλιθος | |
| 43717 | πυρόλυση | πυ-ρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. θερμική διάσπαση οργανικών ενώσεων χωρίς την παρουσία οξυγόνου: καταλυτική ~ βιομάζας. Εργοστάσιο ~ης. Πβ. θερμόλυση. [< γαλλ. pyrolyse, αγγλ. pyrolysis] | |
| 43718 | πυρολυτικός | , ή, ό πυ-ρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την πυρόλυση: ~ή: επεξεργασία (άνθρακα).|| ~ός: αυτοκαθαρισμός φούρνου. [< αγγλ. pyrolytic] | |
| 43719 | πυρομανής | , ής, ές πυ-ρο-μα-νής επίθ./ουσ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που διακατέχεται από πυρομανία. Βλ. -μανής. [< γαλλ. pyromane, αγγλ. pyromaniac] | |
| 43720 | πυρομανία | πυ-ρο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ανεξέλεγκτη και επαναλαμβανόμενη παρόρμηση για πρόκληση πυρκαγιών. Βλ. -μανία. [< γαλλ. pyromanie, αγγλ. pyromania] | |
| 43721 | πυρομαντεία | πυ-ρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): είδος μαντείας η οποία βασίζεται στην παρατήρηση της φωτιάς. Βλ. -μαντεία. [< μτγν. πυρομαντεία, γαλλ. pyromancie, αγγλ. pyromancy] | |
| 43722 | πυρομαχικά | πυ-ρο-μα-χι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): ΣΤΡΑΤ. κάθε είδους εφόδια βολής, κυρ. βλήματα, φυσίγγια, εκρηκτικοί μηχανισμοί, που είναι απαραίτητα για την τροφοδοσία των πυροβόλων όπλων καθώς και τα μέρη που περιλαμβάνονται σε αυτά: όπλα και ~. Αποθήκες ~ών. Πβ. πολεμοφόδια. [< γαλλ. munitions] | |
| 43723 | πυρόμετρο | πυ-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {πυρομέτρ-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που μετρά πολύ υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες ξεπερνούν τη βαθμονομημένη κλίμακα των θερμομέτρων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. pyromètre, αγγλ. pyrometer] | |
| 43724 | πυρονόμος | πυ-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον αρχιπυροσβέστη και κατώτερος από τον ανθυποπυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον ανθυπασπιστή του Λιμενικού Σώματος, του Πολεμικού Ναυτικού, του Στρατού Ξηράς και της Πολεμικής Αεροπορίας και τον ανθυπαστυνόμο της Ελληνικής Αστυνομίας. Βλ. -νόμος. | |
| 43725 | πυρόξανθος | , η, ο πυρ-ρό-ξαν-θος επίθ. & (σπάν.) πυρρόξανθος (λογοτ.): (κυρ. για μαλλιά και γένια) που έχει χρώμα ξανθοκόκκινο: ~η: χαίτη. ~ες: ανταύγειες/μπούκλες. Πβ. πυρρός, ρούσος. [< μτγν. πυρρόξανθος] | |
| 43726 | πυροπαθής | , ής, ές πυ-ρο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ., σπάν. στο ουδ.} (επίσ.): (για άνθρωπο, τόπο) που έχει υποστεί καταστροφή από πυρκαγιά: (ως ουσ.) άστεγοι ~είς. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. πυρόπληκτος | |
| 43727 | πυρόπληκτος | , η, ο πυ-ρό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.): πυροπαθής: ~ες: περιοχές. Βλ. -πληκτος. | |
| 43728 | πυροπροστασία | πυ-ρο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των μέτρων που αποβλέπουν στην προστασία από πυρκαγιές: δομική ~. ~ κτιρίων. Έργα/κανονισμός/μελέτη/συστήματα ~ας. Βλ. πολιτική προστασία, πυροφύλαξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: που αποβλέπει στην άμεση αντιμετώπιση της πυρκαγιάς, πριν αυτή γίνει ανεξέλεγκτη: μέτρα ~ής ~ας (καταιονητήρες, πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές, συστήματα πυρανίχνευσης)., παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται κατά την ανέγερση οικοδομής για την έγκαιρη και ασφαλή διαφυγή από αυτή σε περίπτωση πυρκαγιάς και για τον περιορισμό της ταχύτητας εξάπλωσης της φωτιάς: ~ ~ ενός κτιρίου. Μελέτη/σύστημα/υλικά ~ής ~ας. Βλ. πυροδιαμέρισμα. [< αγγλ. fire protection] | |
| 43729 | πυροπροστατευμένος | , η, ο πυ-ρο-προ-στα-τευ-μέ-νος επίθ.: που πληροί τους όρους πυροπροστασίας: (σε κτίριο) ~η: όδευση. | |
| 43730 | πυροπροστατευτικός | , ή, ό πυ-ρο-προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: που προστατεύει από τη φωτιά: ~ή: στολή. | |
| 43732 | πυρόσβεση | πυ-ρό-σβε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατάσβεση πυρκαγιάς: εναέρια ~ (= αερο~). ~ δασών (= δασο~). Αεροπλάνα (βλ. καναντέρ)/δίκτυο/δυνάμεις/συστήματα ~ης. Πυροσβέστες ~ης-διάσωσης. | |
| 43733 | πυροσβεστήρας | πυ-ρο-σβε-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρική μεταλλική κινητή συσκευή, κόκκινου κατά κανόνα χρώματος, που χρησιμοποιείται για κατάσβεση φωτιάς μικρής έκτασης μέσω ψεκασμού ειδικών χημικών ουσιών και η οποία τοποθετείται προληπτικά σε χώρους όπου υπάρχει κίνδυνος να ξεσπάσει πυρκαγιά: τροχήλατος ~. Φορητός ~ αφρού. ~ διοξειδίου του άνθρακα/ξηρής σκόνης. ~ τοπικής εφαρμογής. ~ες οροφής. Συντήρηση ~ων. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. extincteur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ