| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43724 | πυρονόμος | πυ-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον αρχιπυροσβέστη και κατώτερος από τον ανθυποπυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον ανθυπασπιστή του Λιμενικού Σώματος, του Πολεμικού Ναυτικού, του Στρατού Ξηράς και της Πολεμικής Αεροπορίας και τον ανθυπαστυνόμο της Ελληνικής Αστυνομίας. Βλ. -νόμος. | |
| 43725 | πυρόξανθος | , η, ο πυρ-ρό-ξαν-θος επίθ. & (σπάν.) πυρρόξανθος (λογοτ.): (κυρ. για μαλλιά και γένια) που έχει χρώμα ξανθοκόκκινο: ~η: χαίτη. ~ες: ανταύγειες/μπούκλες. Πβ. πυρρός, ρούσος. [< μτγν. πυρρόξανθος] | |
| 43726 | πυροπαθής | , ής, ές πυ-ρο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ., σπάν. στο ουδ.} (επίσ.): (για άνθρωπο, τόπο) που έχει υποστεί καταστροφή από πυρκαγιά: (ως ουσ.) άστεγοι ~είς. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. πυρόπληκτος | |
| 43727 | πυρόπληκτος | , η, ο πυ-ρό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.): πυροπαθής: ~ες: περιοχές. Βλ. -πληκτος. | |
| 43728 | πυροπροστασία | πυ-ρο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των μέτρων που αποβλέπουν στην προστασία από πυρκαγιές: δομική ~. ~ κτιρίων. Έργα/κανονισμός/μελέτη/συστήματα ~ας. Βλ. πολιτική προστασία, πυροφύλαξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: που αποβλέπει στην άμεση αντιμετώπιση της πυρκαγιάς, πριν αυτή γίνει ανεξέλεγκτη: μέτρα ~ής ~ας (καταιονητήρες, πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές, συστήματα πυρανίχνευσης)., παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται κατά την ανέγερση οικοδομής για την έγκαιρη και ασφαλή διαφυγή από αυτή σε περίπτωση πυρκαγιάς και για τον περιορισμό της ταχύτητας εξάπλωσης της φωτιάς: ~ ~ ενός κτιρίου. Μελέτη/σύστημα/υλικά ~ής ~ας. Βλ. πυροδιαμέρισμα. [< αγγλ. fire protection] | |
| 43729 | πυροπροστατευμένος | , η, ο πυ-ρο-προ-στα-τευ-μέ-νος επίθ.: που πληροί τους όρους πυροπροστασίας: (σε κτίριο) ~η: όδευση. | |
| 43730 | πυροπροστατευτικός | , ή, ό πυ-ρο-προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: που προστατεύει από τη φωτιά: ~ή: στολή. | |
| 43732 | πυρόσβεση | πυ-ρό-σβε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κατάσβεση πυρκαγιάς: εναέρια ~ (= αερο~). ~ δασών (= δασο~). Αεροπλάνα (βλ. καναντέρ)/δίκτυο/δυνάμεις/συστήματα ~ης. Πυροσβέστες ~ης-διάσωσης. | |
| 43733 | πυροσβεστήρας | πυ-ρο-σβε-στή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κυλινδρική μεταλλική κινητή συσκευή, κόκκινου κατά κανόνα χρώματος, που χρησιμοποιείται για κατάσβεση φωτιάς μικρής έκτασης μέσω ψεκασμού ειδικών χημικών ουσιών και η οποία τοποθετείται προληπτικά σε χώρους όπου υπάρχει κίνδυνος να ξεσπάσει πυρκαγιά: τροχήλατος ~. Φορητός ~ αφρού. ~ διοξειδίου του άνθρακα/ξηρής σκόνης. ~ τοπικής εφαρμογής. ~ες οροφής. Συντήρηση ~ων. Βλ. -τήρας. [< γαλλ. extincteur] | |
| 43734 | πυροσβέστης | πυ-ρο-σβέ-στης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πυροσβέστρια} 1. μέλος του Πυροσβεστικού Σώματος με κύρια αποστολή την κατάσβεση πυρκαγιών και τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις διάσωσης προσώπων των οποίων κινδυνεύει η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα: εθελοντής ~. Εποχικοί/συμβασιούχοι ~ες. Γυναίκες ~ες. Πβ. δασοκομάντος. 2. {στο αρσ.} (μτφ.) διαμεσολαβητής σε καταστάσεις έντασης, αντιπαράθεσης, με σκοπό να τις κατευνάσει: σε ρόλο ~η ο ... [< μεσν. πυροσβέστης ΄που σβήνει τη φωτιά΄, γαλλ. sapeur-pompier] | |
| 43735 | πυροσβεστικός | , ή, ό πυ-ρο-σβε-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πυρόσβεση: ~ός: αφρός/εξοπλισμός/κρουνός (πβ. υδροστόμιο)/σωλήνας. ~ή: αντλία/κλίμακα/μάνικα. ~ό: αεροσκάφος (βλ. καναντέρ)/ελικόπτερο (βλ. σούπερ πούμα)/κλιμάκιο/προσωπικό/συγκρότημα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: είδη (βλ. πυροσβεστήρας)/μέσα/πλοιάρια/συνεργεία/συστήματα. ~ Σταθμός. ~ή Ακαδημία. Το ~ό έργο των εθελοντών. Πβ. κατασβεστικός. 2. (μτφ.) που έχει ως στόχο να καταλαγιάσει τις εντάσεις, τις αντιπαραθέσεις: ~ός: ρόλος. ~ή: παρέμβαση (σε διαμάχη). ~ά: μέτρα. ΣΥΝ. κατευναστικός ● επίρρ.: πυροσβεστικά: στη σημ. 2: Η πρωτοβουλία του λειτούργησε ~. Επενέβη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα (ακρ. ΠΥ/ΠΣ) & (προφ.) Πυροσβεστική: Σώμα Ασφαλείας με αποστολή την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, του δασικού πλούτου και του φυσικού περιβάλλοντος από πυρκαγιές, θεομηνίες και άλλες καταστροφές: ο (Υπ)Αρχηγός/οι Υπηρεσίες του ~ού ~ατος.|| Η ~ ~ δέχτηκε πολλές κλήσεις για άντληση υδάτων από πλημμυρισμένα υπόγεια. Κάλεσαν την ~ για να σβήσει τη φωτιά/να τους απεγκλωβίσει. Βλ. δασοπυρόσβεση, πυροπροστασία. [< αγγλ. Fire Brigade/Service, γερμ. Feuerwehr] , πυροσβεστικό όχημα & (προφ.) πυροσβεστικό: ειδικό όχημα του Πυροσβεστικού Σώματος που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατάσβεση φωτιάς ή πυρκαγιάς. Βλ. κλιμακο-, υδρο-φόρος., πυροσβεστική φωλιά βλ. φωλιά [< 1: γαλλ. de pompier] | |
| 43736 | πυροσταφυλικός | , ή, ό πυ-ρο-στα-φυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το πυροσταφυλικό οξύ: ~ή: αφυδρογονάση (: καταλύτης στην αντίδραση μετατροπής του πυροσταφυλικού οξέος σε γαλακτικό)/τρανσαμινάση ορού (: ηπατικό κυρ. ένζυμο το οποίο στις εξετάσεις αίματος χρησιμοποιείται ως δείκτης ηπατοκυτταρικής βλάβης). ● ΣΥΜΠΛ.: πυροσταφυλικό οξύ: ΒΙΟΧ. ενδιάμεσο προϊόν του μεταβολισμού των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών (σύμβ. C3H4O3), πολύ σημαντικό για την κυτταρική αναπνοή. [< αγγλ. pyruvic acid] [< αγγλ. pyruvate, γαλλ. pyruvique] | |
| 43737 | πυροστιά | πυ-ρο-στιά ουσ. (θηλ.): μεταλλικός τρίποδας, συνήθ. σε σχήμα ισόπλευρου τριγώνου, ο οποίος τοποθετείται πάνω από τη φωτιά για τη στήριξη μαγειρικών σκευών. ΣΥΝ. σιδεροστιά [< μεσν. πυροστία] | |
| 43738 | πυρόσφαιρα | πυ-ρό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΓΕΩΛ. ο πυρήνας της Γης. [< γαλλ. pyrosphère, αγγλ. pyrosphere] | |
| 43739 | πυροσωλήνας | πυ-ρο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. ειδική συσκευή που χρησιμοποιείται κυρ. από το Πυροβολικό για την πυροδότηση εκρηκτικών βλημάτων. Βλ. μπαζούκα(ς). | |
| 43740 | πυροτέχνημα | πυ-ρο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {πυροτεχνήμ-ατα} 1. {συνήθ. στον πληθ.} κατασκεύασμα από εύφλεκτες χημικές ύλες που εκτοξεύεται ψηλά και εκρήγνυται στον αέρα, κυρ. σε εορταστικές εκδηλώσεις, δημιουργώντας φαντασμαγορικές λάμψεις και σχέδια: πολύχρωμα ~ατα. ~ατα εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Έκρηξη/πανδαισία ~άτων. Ακρωτηριασμοί/εγκαύματα από ~ατα. Έσκαγαν ~ατα. Άναψαν/έριξαν ~ατα. Ο ουρανός φωτίστηκε από τα ~ατα. Γιόρτασαν την επέτειο με ~ατα. Βλ. βαρελότο, κροτίδα, σκορδάκι, φωτοβολίδα.|| (μτφ.-προφ.) Το μίξερ/η τηλεόραση έγινε ~ (= εξερράγη, κάηκε). Βλ. -τέχνημα. ΣΥΝ. βεγγαλικό 2. (μτφ.) οτιδήποτε λέγεται ή γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά συνήθ. δεν έχει διάρκεια: αερολογίες και λεκτικά/φραστικά ~ατα (βλ. φληναφήματα). Πρωτοβουλία που αποδείχτηκε πολιτικό/προεκλογικό ~. Πέταξε ένα επικοινωνιακό ~. Η επιτυχία του ήταν ουσιαστική, δεν ήταν ένα απλό ~. [< γαλλ. feu d'artifice] | |
| 43741 | πυροτεχνικός | , ή, ό πυ-ρο-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατασκευή πυροτεχνημάτων και γενικότ. με μηχανισμούς που προκαλούν εκρήξεις: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: υλικό. Παιδικά ~ά αθύρματα. [< γαλλ. pyrotechnique, αγγλ. pyrotechnic] | |
| 43742 | πυροτεχνουργία | πυ-ρο-τε-χνουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη του πυροτεχνουργού. Βλ. -ουργία. [< γαλλ. pyrotechnie, αγγλ. pyrotechny] | |
| 43743 | πυροτεχνουργός | πυ-ρο-τε-χνουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. τεχνικός του Στρατού ή της Αστυνομίας με ειδίκευση στην ανίχνευση και εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών: κλιμάκιο ~ών. 2. τεχνίτης που ειδικεύεται στην παραγωγή και συντήρηση πυροτεχνημάτων ή/και εκρηκτικών μηχανισμών. Βλ. -ουργός1. [< γαλλ. pyrotechnicien, αγγλ. pyrotechnist] | |
| 43744 | πυρότουβλο | πυ-ρό-του-βλο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. τούβλο φτιαγμένο από πυρίμαχο υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται σε κατασκευές όπου αναπτύσσονται υψηλές θερμοκρασίες, προκειμένου να είναι ανθεκτικές στη θερμότητα: κόκκινα ~α. ~α για τζάκι/φούρνο. Πβ. πυρόχωμα. Βλ. υαλότουβλο. [< αγγλ. firebrick] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ