Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58832 εγγραφές  [44280-44300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43709πυροδότησηπυ-ρο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πυροδοτώ: κεντρική ~. Μηχανισμός ~ης. Ηλεκτρική ~ εκρηκτικών υλών σε λατομείο. ~ του φλας (φωτογραφικής μηχανής).|| (μτφ.) ~ του ήδη οξυμμένου κλίματος. Πβ. ανάφλεξη, έναυση. Βλ. -δότηση. 2. ΑΕΡΟΝ. η έναρξη της χημικής αντίδρασης που γίνεται στον θάλαμο καύσης πυραύλου και παράγει τα θερμά αέρια τα οποία είναι αναγκαία για την προώθησή του. [< γαλλ. mise à feu]
43710πυροδοτικός, ή, ό πυ-ρο-δο-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την πυροδότηση: ~ός: μηχανισμός (= πυροκροτητής).
43711πυροδοτώ[πυροδοτῶ] πυ-ρο-δο-τώ ρ. (μτβ.) {πυροδοτ-εί ... | πυροδότ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος, -ώντας} 1. ενεργοποιώ εκρηκτική συσκευή: Η βόμβα ~ήθηκε με τηλεχειριστήριο. 2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση, αναστάτωση· προκαλώ: Η κρίση ~εί αντιπαραθέσεις/συγκρούσεις. Πβ. πυρπολώ.|| Η αλλεργία ~είται από τους ρύπους της ατμόσφαιρας. ~ούνται εξελίξεις. || ~εί: το ενδιαφέρον. 3. ΑΕΡΟΝ. προκαλώ πυροδότηση πυραύλου. Βλ. -δοτώ. [< 1: γαλλ. mettre le feu à]
43712πυροκροτητήςπυ-ρο-κρο-τη-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. κάθε πυροδοτικός μηχανισμός εκρηκτικής ύλης. Πβ. εμπύρευμα. [< γαλλ. détonateur]
43713πυρολάτρηςπυ-ρο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {πυρολατρών}: οπαδός της πυρολατρίας. Βλ. -λάτρης. [< γαλλ. pyrolâtre, αγγλ. pyrolater]
43714πυρολατρίαπυ-ρο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΘΡΗΣΚ. η λατρεία της φωτιάς ως θεότητας και μυστηριακής δύναμης. Βλ. -λατρία. [< γαλλ. pyrolâtrie, αγγλ. pyrolatry]
43715πυρολατρικός, ή, ό πυ-ρο-λα-τρι-κός επίθ.: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με την πυρολατρία. [< γαλλ. pyrolâtrique]
43716πυρόλιθοςβλ. πυριτόλιθος
43717πυρόλυσηπυ-ρό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. θερμική διάσπαση οργανικών ενώσεων χωρίς την παρουσία οξυγόνου: καταλυτική ~ βιομάζας. Εργοστάσιο ~ης. Πβ. θερμόλυση. [< γαλλ. pyrolyse, αγγλ. pyrolysis]
43718πυρολυτικός, ή, ό πυ-ρο-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με την πυρόλυση: ~ή: επεξεργασία (άνθρακα).|| ~ός: αυτοκαθαρισμός φούρνου. [< αγγλ. pyrolytic]
43719πυρομανής, ής, ές πυ-ρο-μα-νής επίθ./ουσ.: ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. που διακατέχεται από πυρομανία. Βλ. -μανής. [< γαλλ. pyromane, αγγλ. pyromaniac]
43720πυρομανίαπυ-ρο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. ανεξέλεγκτη και επαναλαμβανόμενη παρόρμηση για πρόκληση πυρκαγιών. Βλ. -μανία. [< γαλλ. pyromanie, αγγλ. pyromania]
43721πυρομαντείαπυ-ρο-μα-ντεί-α ουσ. (θηλ.): είδος μαντείας η οποία βασίζεται στην παρατήρηση της φωτιάς. Βλ. -μαντεία. [< μτγν. πυρομαντεία, γαλλ. pyromancie, αγγλ. pyromancy]
43722πυρομαχικάπυ-ρο-μα-χι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) (περιληπτ.): ΣΤΡΑΤ. κάθε είδους εφόδια βολής, κυρ. βλήματα, φυσίγγια, εκρηκτικοί μηχανισμοί, που είναι απαραίτητα για την τροφοδοσία των πυροβόλων όπλων καθώς και τα μέρη που περιλαμβάνονται σε αυτά: όπλα και ~. Αποθήκες ~ών. Πβ. πολεμοφόδια. [< γαλλ. munitions]
43723πυρόμετροπυ-ρό-με-τρο ουσ. (ουδ.) {πυρομέτρ-ου}: ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που μετρά πολύ υψηλές θερμοκρασίες, οι οποίες ξεπερνούν τη βαθμονομημένη κλίμακα των θερμομέτρων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. pyromètre, αγγλ. pyrometer]
43724πυρονόμοςπυ-ρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον αρχιπυροσβέστη και κατώτερος από τον ανθυποπυραγό κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον ανθυπασπιστή του Λιμενικού Σώματος, του Πολεμικού Ναυτικού, του Στρατού Ξηράς και της Πολεμικής Αεροπορίας και τον ανθυπαστυνόμο της Ελληνικής Αστυνομίας. Βλ. -νόμος.
43725πυρόξανθος, η, ο πυρ-ρό-ξαν-θος επίθ. & (σπάν.) πυρρόξανθος (λογοτ.): (κυρ. για μαλλιά και γένια) που έχει χρώμα ξανθοκόκκινο: ~η: χαίτη. ~ες: ανταύγειες/μπούκλες. Πβ. πυρρός, ρούσος. [< μτγν. πυρρόξανθος]
43726πυροπαθής, ής, ές πυ-ρο-πα-θής επίθ./ουσ. {συνήθ. στον πληθ., σπάν. στο ουδ.} (επίσ.): (για άνθρωπο, τόπο) που έχει υποστεί καταστροφή από πυρκαγιά: (ως ουσ.) άστεγοι ~είς. Βλ. -παθής. ΣΥΝ. πυρόπληκτος
43727πυρόπληκτος, η, ο πυ-ρό-πλη-κτος επίθ./ουσ. (επίσ.): πυροπαθής: ~ες: περιοχές. Βλ. -πληκτος.
43728πυροπροστασίαπυ-ρο-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): το σύνολο των μέτρων που αποβλέπουν στην προστασία από πυρκαγιές: δομική ~. ~ κτιρίων. Έργα/κανονισμός/μελέτη/συστήματα ~ας. Βλ. πολιτική προστασία, πυροφύλαξη. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: που αποβλέπει στην άμεση αντιμετώπιση της πυρκαγιάς, πριν αυτή γίνει ανεξέλεγκτη: μέτρα ~ής ~ας (καταιονητήρες, πυροσβεστήρες, πυροσβεστικές φωλιές, συστήματα πυρανίχνευσης)., παθητική πυροπροστασία/πυρασφάλεια: το σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται κατά την ανέγερση οικοδομής για την έγκαιρη και ασφαλή διαφυγή από αυτή σε περίπτωση πυρκαγιάς και για τον περιορισμό της ταχύτητας εξάπλωσης της φωτιάς: ~ ~ ενός κτιρίου. Μελέτη/σύστημα/υλικά ~ής ~ας. Βλ. πυροδιαμέρισμα. [< αγγλ. fire protection]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.