| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43745 | πυροφάνι | πυ-ρο-φά-νι ουσ. (ουδ.): σιδερένια σχάρα στην πλώρη αλιευτικού με ειδική λάμπα που προσελκύει τα ψάρια τη νύχτα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος. [< μεσν. πυροφάνι] | |
| 43746 | πυροφοβία | πυ-ρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για τη φωτιά. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. pyrophobie, αγγλ. pyrophobia] | |
| 43747 | πυροφύλακας | πυ-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): υπάλληλος που έχει αναλάβει την πυροφύλαξη μιας δασικής συνήθ. περιοχής: εθελοντές ~ες. Βλ. -φύλακας. | |
| 43748 | πυροφυλάκιο | πυ-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): παρατηρητήριο για πυροφύλαξη. Βλ. -φυλάκιο. | |
| 43749 | πυροφύλαξη | πυ-ρο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φύλαξη (με βάρδιες) κυρ. δασικών εκτάσεων, για την πρόληψη και προστασία τους από πυρκαγιές: εθελοντική/νυχτερινή ~. Βλ. δασο~, πυροπροστασία. | |
| 43750 | πυρόχρους | , ους, ουν πυ-ρό-χρους επίθ. & πυρρόχρους (επιστ.): που έχει το χρώμα της φωτιάς, ξανθοκόκκινος: ~ους: γύπας. ΣΥΝ. πυρρός [< μτγν. πυρρόχρους] | |
| 43751 | πυρόχωμα | πυ-ρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. πυρίμαχο υλικό που χρησιμοποιείται κυρ. σε εργοστάσια παραγωγής χάλυβα, στην χρυσοχοΐα και την οδοντοτεχνική: επένδυση με ~. Πβ. πυρότουβλο. Βλ. -χωμα. | |
| 43752 | πυρπόληση | πυρ-πό-λη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πυρπολώ: ~ κτιρίου. Απόπειρα ~ης τράπεζας. Πβ. εμπρησμός, κάψιμο, μπουρλότο. Βλ. αυτο~. [< μτγν. πυρπόλησις] | |
| 43753 | πυρπολητής | πυρ-πο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. κυβερνήτης ή ναύτης πυρπολικού. ΣΥΝ. μπουρλοτιέρης (1) [< μτγν. πυρπολητής] | |
| 43754 | πυρπολικό | πυρ-πο-λι-κό ουσ. (ουδ.): ΙΣΤ. (από την αρχαιότητα μέχρι και τον 19ο αι.) μικρό πολεμικό πλοίο με εκρηκτικές ύλες, το οποίο αγκιστρωνόταν πάνω στα εχθρικά σκάφη, αναφλεγόταν και τα κατέστρεφε με πυρπόληση. ΣΥΝ. μπουρλότο (2) | |
| 43755 | πυρπολώ | [πυρπολῶ] πυρ-πο-λώ ρ. (μτβ.) {πυρπολ-είς ..., -ώντας | πυρπόλ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. καταστρέφω ολοκληρωτικά με εμπρησμό: ~ήθηκαν αυτοκίνητα/κτίρια. Πβ. κατακαίω. Βλ. αυτοπυρπολούμαι. 2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση: Η τεταμένη ατμόσφαιρα ~ησε τη συζήτηση. Πβ. πυροδοτώ. [< 1: αρχ. πυρπολῶ] | |
| 43756 | πύρρειος | , ος/α, ο πύρ-ρει-ος επίθ.: που σχετίζεται με τον βασιλιά της Ηπείρου Πύρρο. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: πύρρειος νίκη: επικράτηση με πολύ μεγάλες απώλειες, νίκη χωρίς αντίκρισμα. ΣΥΝ. καδμεία νίκη [< γαλλ. victoire à la Pyrrhus, αγγλ. Pyrrhic victory] [< μτγν. Πύρρειος] | |
| 43757 | πυρρίχιος | , α, ο πυρ-ρί-χι-ος επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: πυρρίχιος (ο): ΜΕΤΡ. (ενν. πους) μέτρο που απαρτίζεται από δύο βραχείες συλλαβές. ● ΣΥΜΠΛ.: πυρρίχιος χορός & πυρρίχιος (ο): ΑΡΧ. χορός του οποίου οι κινήσεις μιμούνται τις ενέργειες ένοπλων πολεμιστών κατά τη διάρκεια της μάχης: ποντιακός ~ ~. Βλ. κότσαρι. [< μτγν. πυρρίχιος] | |
| 43758 | πυρρόξανθος | , η, ο βλ. πυρόξανθος | |
| 43759 | πυρρός | , ή, ό πυρ-ρός επίθ. (αρχαιοπρ.): πυρόχρους: ~ός: ίππος. Πβ. πυρόξανθος, ρούσος. ΣΥΝ. ξανθοκόκκινος [< αρχ. πυρρός] | |
| 43760 | πυρρωνισμός | πυρ-ρω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. φιλοσοφική θεωρία σύμφωνα με την οποία αμφισβητείται η ύπαρξη απόλυτης και αντικειμενικής αλήθειας. Βλ. -ισμός, σκεπτικισμός. [< γαλλ. pyrrhonisme, αγγλ. pyrrhonism] | |
| 43761 | πυρσός | πυρ-σός ουσ. (αρσ.) 1. (επίσ.) δάδα, δαυλός. 2. ΑΣΤΡΟΝ. περιοχή μεγάλης λαμπρότητας στο κέντρο της φωτόσφαιρας του Ήλιου, που προμηνύει την εμφάνιση κηλίδων στην επιφάνειά του. [< 1: αρχ. πυρσός, γαλλ. flambeau 2: γαλλ. facule] | |
| 43762 | πυρφόρος | , ος/α, ο πυρ-φό-ρος επίθ. (λόγ.): που φέρει ή μεταδίδει φωτιά: (ΑΡΧ.-ΙΣΤ.) ~α: όπλα. (ΜΥΘ.) Προμηθέας ο ~. Βλ. -φόρος.|| (ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ.) Το δημήτριο είναι ~ο κράμα (: έχει την ιδιότητα να δημιουργεί σπινθήρες ανάφλεξης, όταν τρίβεται σε χαλύβδινο τροχό με εγκοπές). [< αρχ. πυρφόρος] | |
| 43763 | πυρώδης | , ης, ες πυ-ρώ-δης επίθ. (λόγ.): διάπυρος, πυρακτωμένος, καυτός. Βλ. -ώδης. [< αρχ. πυρώδης] | |
| 43764 | πύρωμα | πύ-ρω-μα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πυρώνω: ~ του φούρνου. Σκλήρυνση του μετάλλου με ~ και στη συνέχεια βαθμιαία ψύξη (πβ. ανόπτηση). [< μτγν. πύρωμα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ