Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44300-44320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43734πυροσβέστηςπυ-ρο-σβέ-στης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. πυροσβέστρια} 1. μέλος του Πυροσβεστικού Σώματος με κύρια αποστολή την κατάσβεση πυρκαγιών και τη συμμετοχή σε επιχειρήσεις διάσωσης προσώπων των οποίων κινδυνεύει η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα: εθελοντής ~. Εποχικοί/συμβασιούχοι ~ες. Γυναίκες ~ες. Πβ. δασοκομάντος. 2. {στο αρσ.} (μτφ.) διαμεσολαβητής σε καταστάσεις έντασης, αντιπαράθεσης, με σκοπό να τις κατευνάσει: σε ρόλο ~η ο ... [< μεσν. πυροσβέστης ΄που σβήνει τη φωτιά΄, γαλλ. sapeur-pompier]
43735πυροσβεστικός, ή, ό πυ-ρο-σβε-στι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με την πυρόσβεση: ~ός: αφρός/εξοπλισμός/κρουνός (πβ. υδροστόμιο)/σωλήνας. ~ή: αντλία/κλίμακα/μάνικα. ~ό: αεροσκάφος (βλ. καναντέρ)/ελικόπτερο (βλ. σούπερ πούμα)/κλιμάκιο/προσωπικό/συγκρότημα. ~ές: δυνάμεις. ~ά: είδη (βλ. πυροσβεστήρας)/μέσα/πλοιάρια/συνεργεία/συστήματα. ~ Σταθμός. ~ή Ακαδημία. Το ~ό έργο των εθελοντών. Πβ. κατασβεστικός. 2. (μτφ.) που έχει ως στόχο να καταλαγιάσει τις εντάσεις, τις αντιπαραθέσεις: ~ός: ρόλος. ~ή: παρέμβαση (σε διαμάχη). ~ά: μέτρα. ΣΥΝ. κατευναστικός ● επίρρ.: πυροσβεστικά: στη σημ. 2: Η πρωτοβουλία του λειτούργησε ~. Επενέβη ~. ● ΣΥΜΠΛ.: Πυροσβεστική Υπηρεσία/Πυροσβεστικό Σώμα (ακρ. ΠΥ/ΠΣ) & (προφ.) Πυροσβεστική: Σώμα Ασφαλείας με αποστολή την προστασία της ζωής και της περιουσίας των πολιτών, του δασικού πλούτου και του φυσικού περιβάλλοντος από πυρκαγιές, θεομηνίες και άλλες καταστροφές: ο (Υπ)Αρχηγός/οι Υπηρεσίες του ~ού ~ατος.|| Η ~ ~ δέχτηκε πολλές κλήσεις για άντληση υδάτων από πλημμυρισμένα υπόγεια. Κάλεσαν την ~ για να σβήσει τη φωτιά/να τους απεγκλωβίσει. Βλ. δασοπυρόσβεση, πυροπροστασία. [< αγγλ. Fire Brigade/Service, γερμ. Feuerwehr] , πυροσβεστικό όχημα & (προφ.) πυροσβεστικό: ειδικό όχημα του Πυροσβεστικού Σώματος που χρησιμοποιείται κυρ. για την κατάσβεση φωτιάς ή πυρκαγιάς. Βλ. κλιμακο-, υδρο-φόρος., πυροσβεστική φωλιά βλ. φωλιά [< 1: γαλλ. de pompier]
43736πυροσταφυλικός, ή, ό πυ-ρο-στα-φυ-λι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με το πυροσταφυλικό οξύ: ~ή: αφυδρογονάση (: καταλύτης στην αντίδραση μετατροπής του πυροσταφυλικού οξέος σε γαλακτικό)/τρανσαμινάση ορού (: ηπατικό κυρ. ένζυμο το οποίο στις εξετάσεις αίματος χρησιμοποιείται ως δείκτης ηπατοκυτταρικής βλάβης). ● ΣΥΜΠΛ.: πυροσταφυλικό οξύ: ΒΙΟΧ. ενδιάμεσο προϊόν του μεταβολισμού των υδατανθράκων και των πρωτεϊνών (σύμβ. C3H4O3), πολύ σημαντικό για την κυτταρική αναπνοή. [< αγγλ. pyruvic acid] [< αγγλ. pyruvate, γαλλ. pyruvique]
43737πυροστιάπυ-ρο-στιά ουσ. (θηλ.): μεταλλικός τρίποδας, συνήθ. σε σχήμα ισόπλευρου τριγώνου, ο οποίος τοποθετείται πάνω από τη φωτιά για τη στήριξη μαγειρικών σκευών. ΣΥΝ. σιδεροστιά [< μεσν. πυροστία]
43738πυρόσφαιραπυ-ρό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΓΕΩΛ. ο πυρήνας της Γης. [< γαλλ. pyrosphère, αγγλ. pyrosphere]
43739πυροσωλήναςπυ-ρο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. ειδική συσκευή που χρησιμοποιείται κυρ. από το Πυροβολικό για την πυροδότηση εκρηκτικών βλημάτων. Βλ. μπαζούκα(ς).
43740πυροτέχνημαπυ-ρο-τέ-χνη-μα ουσ. (ουδ.) {πυροτεχνήμ-ατα} 1. {συνήθ. στον πληθ.} κατασκεύασμα από εύφλεκτες χημικές ύλες που εκτοξεύεται ψηλά και εκρήγνυται στον αέρα, κυρ. σε εορταστικές εκδηλώσεις, δημιουργώντας φαντασμαγορικές λάμψεις και σχέδια: πολύχρωμα ~ατα. ~ατα εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Έκρηξη/πανδαισία ~άτων. Ακρωτηριασμοί/εγκαύματα από ~ατα. Έσκαγαν ~ατα. Άναψαν/έριξαν ~ατα. Ο ουρανός φωτίστηκε από τα ~ατα. Γιόρτασαν την επέτειο με ~ατα. Βλ. βαρελότο, κροτίδα, σκορδάκι, φωτοβολίδα.|| (μτφ.-προφ.) Το μίξερ/η τηλεόραση έγινε ~ (= εξερράγη, κάηκε). Βλ. -τέχνημα. ΣΥΝ. βεγγαλικό 2. (μτφ.) οτιδήποτε λέγεται ή γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού, αλλά συνήθ. δεν έχει διάρκεια: αερολογίες και λεκτικά/φραστικά ~ατα (βλ. φληναφήματα). Πρωτοβουλία που αποδείχτηκε πολιτικό/προεκλογικό ~. Πέταξε ένα επικοινωνιακό ~. Η επιτυχία του ήταν ουσιαστική, δεν ήταν ένα απλό ~. [< γαλλ. feu d'artifice]
43741πυροτεχνικός, ή, ό πυ-ρο-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την κατασκευή πυροτεχνημάτων και γενικότ. με μηχανισμούς που προκαλούν εκρήξεις: ~ός: εξοπλισμός. ~ό: υλικό. Παιδικά ~ά αθύρματα. [< γαλλ. pyrotechnique, αγγλ. pyrotechnic]
43742πυροτεχνουργίαπυ-ρο-τε-χνουρ-γί-α ουσ. (θηλ.): η τέχνη του πυροτεχνουργού. Βλ. -ουργία. [< γαλλ. pyrotechnie, αγγλ. pyrotechny]
43743πυροτεχνουργόςπυ-ρο-τε-χνουρ-γός ουσ. (αρσ.) 1. ΣΤΡΑΤ. τεχνικός του Στρατού ή της Αστυνομίας με ειδίκευση στην ανίχνευση και εξουδετέρωση εκρηκτικών μηχανισμών: κλιμάκιο ~ών. 2. τεχνίτης που ειδικεύεται στην παραγωγή και συντήρηση πυροτεχνημάτων ή/και εκρηκτικών μηχανισμών. Βλ. -ουργός1. [< γαλλ. pyrotechnicien, αγγλ. pyrotechnist]
43744πυρότουβλοπυ-ρό-του-βλο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. τούβλο φτιαγμένο από πυρίμαχο υλικό, το οποίο χρησιμοποιείται σε κατασκευές όπου αναπτύσσονται υψηλές θερμοκρασίες, προκειμένου να είναι ανθεκτικές στη θερμότητα: κόκκινα ~α. ~α για τζάκι/φούρνο. Πβ. πυρόχωμα. Βλ. υαλότουβλο. [< αγγλ. firebrick]
43745πυροφάνιπυ-ρο-φά-νι ουσ. (ουδ.): σιδερένια σχάρα στην πλώρη αλιευτικού με ειδική λάμπα που προσελκύει τα ψάρια τη νύχτα· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος τρόπος ψαρέματος. [< μεσν. πυροφάνι]
43746πυροφοβίαπυ-ρο-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ.-ΙΑΤΡ. παθολογικός φόβος για τη φωτιά. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. pyrophobie, αγγλ. pyrophobia]
43747πυροφύλακαςπυ-ρο-φύ-λα-κας ουσ. (αρσ.): υπάλληλος που έχει αναλάβει την πυροφύλαξη μιας δασικής συνήθ. περιοχής: εθελοντές ~ες. Βλ. -φύλακας.
43748πυροφυλάκιοπυ-ρο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.): παρατηρητήριο για πυροφύλαξη. Βλ. -φυλάκιο.
43749πυροφύλαξηπυ-ρο-φύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φύλαξη (με βάρδιες) κυρ. δασικών εκτάσεων, για την πρόληψη και προστασία τους από πυρκαγιές: εθελοντική/νυχτερινή ~. Βλ. δασο~, πυροπροστασία.
43750πυρόχρους, ους, ουν πυ-ρό-χρους επίθ. & πυρρόχρους (επιστ.): που έχει το χρώμα της φωτιάς, ξανθοκόκκινος: ~ους: γύπας. ΣΥΝ. πυρρός [< μτγν. πυρρόχρους]
43751πυρόχωμαπυ-ρό-χω-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. πυρίμαχο υλικό που χρησιμοποιείται κυρ. σε εργοστάσια παραγωγής χάλυβα, στην χρυσοχοΐα και την οδοντοτεχνική: επένδυση με ~. Πβ. πυρότουβλο. Βλ. -χωμα.
43752πυρπόλησηπυρ-πό-λη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πυρπολώ: ~ κτιρίου. Απόπειρα ~ης τράπεζας. Πβ. εμπρησμός, κάψιμο, μπουρλότο. Βλ. αυτο~. [< μτγν. πυρπόλησις]
43753πυρπολητήςπυρ-πο-λη-τής ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. κυβερνήτης ή ναύτης πυρπολικού. ΣΥΝ. μπουρλοτιέρης (1) [< μτγν. πυρπολητής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.