| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43765 | πυρώνω | πυ-ρώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {πύρω-σε, πυρώ-θηκε, -μένος} (λόγ.) 1. προκαλώ αύξηση της θερμοκρασίας ενός σώματος, φέρνοντάς το κοντά σε φωτιά· πυρακτώνω: Το μέταλλο ~θηκε σε αμόνι. ~μένη: στάχτη (βλ. χόβολη). Πβ. θερμαίνω. Βλ. αναζω~. 2. ζεσταίνομαι υπερβολικά· μτφ. ανάβω, φουντώνω. Πβ. αναψοκοκκινίζω, καψώνω, κορώνω. ● πυρώνει: καίει: Η άσφαλτος ~ το καλοκαίρι. [< αρχ. πυρῶ, μεσν. πυρώνω] | |
| 43766 | πύρωση | πύ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. θέρμανση μεταλλεύματος ή πυρίμαχου υλικού σε υψηλή θερμοκρασία χωρίς την υπέρβαση του σημείου τήξης. Πβ. πυράκτωση, πύρωμα, φρύξη. Βλ. λευκο~. 2. ΙΑΤΡ. καούρα. [< 1: αρχ. πύρωσις 2: γαλλ.-αγγλ. pyrosis] | |
| 43767 | ΠΥΣ | (τα): Πρακτικά Υπουργικού Συμβουλίου. | |
| 43768 | ΠΥΣΔΕ | (το): Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. | |
| 43769 | ΠΥΣΠΕ | (το): Περιφερειακό Υπηρεσιακό Συμβούλιο Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης. | |
| 43770 | πυτιά | πυ-τιά ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ένζυμο που χρησιμεύει στην πήξη του γάλακτος, για να γίνει τυρί ή γιαούρτι. Βλ. καζεΐνη, μαγιά. [< αρχ. πυτία] | |
| 43771 | πυώδης | , ης, ες πυ-ώ-δης επίθ. {πυώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που περιέχει πύον: ~ης: έκκριση/πληγή/φλύκταινα. ~ης: αμυγδαλίτιδα/ωτίτιδα. Βλ. -ώδης. [< αρχ. πυώδης] | |
| 43772 | πω | βλ. λέω | |
| 43786 | πω πω | βλ. πω | |
| 43773 | πω πω | επιφών. & πωπώ & πο πο & ποπό: για δήλωση θαυμασμού, έκπληξης, στενοχώριας ή δυσαρέσκειας: ~ τι ωραίο κορίτσι! ~ ένα γκολ! ~ τι πάθαμε στα καλά καθούμενα! ~ τι ακατάστατο δωμάτιο! Πβ. βάι. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 43774 | πώγωνας | πώ-γω-νας ουσ. (αρσ.) & πώγων (αρχαιοπρ.): γένι, μούσι και κατ' επέκτ. πιγούνι. [< αρχ. πώγων] | |
| 43775 | πωγωνοφόρος | , ος, ο πω-γω-νο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): γενειοφόρος. Βλ. -φόρος. [< αρχ. πωγωνοφόρος] | |
| 43778 | πώληση | πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.): παροχή αγαθού έναντι οικονομικού συνήθ. ανταλλάγματος· (κατ' επέκτ., στον πληθ.) η αντίστοιχη εμπορική δραστηριότητα: λιανική/χονδρική ~. ~ γης/εισιτηρίων/εξοπλισμού/επιχειρήσεων/κατοικίας. ~ τοις μετρητοίς/με πίστωση (= βερεσέ). Γραφεία/δικαιώματα/εντολή/όροι/(επιλεγμένα) σημεία (βλ. POS)/σύμβαση/συμβόλαιο/τιμή ~ης. Άδεια/κατάστημα ~ης (ποτών). Διαμερίσματα προς ~. (για προϊόν) Πρώτο στις ~ήσεις. ~ήσεις αυτοκινήτων/σκαφών. Άνοδος/αύξηση/μείωση των (εταιρικών) ~ήσεων. Διευθυντής/δίκτυο/ρεκόρ/τμήμα/υποστήριξη ~ήσεων. Από την άποψη των/από πλευράς ~ήσεων. Η εταιρεία προέβη/προχώρησε σε ~ των μετοχών της. Βλ. μετα~, μονο~, προ~, τηλε~, μάρκετινγκ, παραγγελία.|| (σε αγγελίες) ~ήσεις ακινήτων/οικοπέδων. ΣΥΝ. πούλημα (1) ΑΝΤ. αγορά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση/απευθείας πώληση & κατευθυνόμενη πώληση: προώθηση και πώληση προϊόντων και υπηρεσιών με άμεσο τρόπο, η οποία γίνεται συνήθ. στο σπίτι του καταναλωτή ή σε άλλα μέρη που δεν αποτελούν καταστήματα λιανικής και διεξάγεται με παρουσιάσεις ή επιδείξεις εκ μέρους του πωλητή. Βλ. πλασιέ. [< αγγλ. direct sale] , αναγκαστική πώληση: ΝΟΜ. πώληση περιουσιακών στοιχείων που επιβάλλεται από το δικαστήριο σε οφειλέτη, λόγω αδυναμίας εξόφλησης των οικονομικών του υποχρεώσεων. [< γαλλ. vente forcée] , ανοικτές πωλήσεις: ΟΙΚΟΝ. πρακτική πώλησης χρηματιστηριακών τίτλων, χωρίς να έχει κάποιος την κυριότητά τους, με την προσδοκία ότι η πτώση των τιμών τους θα του επιτρέψουν να τις αγοράσει με κέρδος: μετοχές ~ών ~ήσεων. ΣΥΝ. σορτάρισμα [< αγγλ. short selling] , ηλεκτρονική πώληση: που γίνεται μέσω ίντερνετ, συνήθ. με πιστωτική κάρτα. [< αγγλ. electronic/e-selling] , προώθηση πωλήσεων (στο μάρκετινγκ): ΟΙΚΟΝ. δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αύξηση των πωλήσεων μέσω διάφορων ενεργειών (εκπτώσεις, δώρα, κουπόνια, παροχή μεγαλύτερης ποσότητας προϊόντος με τα ίδια χρήματα, δείγματα, δωρεάν δοκιμές). [< αγγλ. sales promotion] , πώληση εξ αποστάσεως & από απόσταση: μέσω τηλεφώνου, ταχυδρομείου ή του διαδικτύου. Πβ. τηλεπώληση. [< αγγλ. distance selling] [< αρχ. πώλησις, γαλλ. vente, αγγλ. sale, selling] | |
| 43779 | πωλητήριο | πω-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πωλητηρί-ου} 1. αγγελία πώλησης σε εφημερίδα, στο διαδίκτυο ή αναρτημένη σε δημόσιο χώρο, όπου αναγράφονται τα βασικά στοιχεία του αντικειμένου και του ιδιοκτήτη. Βλ. ενοικιαστήριο, -τήριο. 2. σύμβαση, συμφωνητικό πώλησης: Αντίγραφο του ~ου κατατέθηκε στο υποθηκοφυλακείο. 3. χώρος πώλησης: ηλεκτρονικό ~. ~ του μουσείου. Βλ. εκθετήριο. ● ΦΡ.: βάζει/μπαίνει πωλητήριο: για να δηλωθεί η πρόθεση πώλησης αγαθού, επιχείρησης, οργανισμού: Έβαλε ~ στο αυτοκίνητό/διαμέρισμά του. Πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο. [< αρχ. πωλητήριον ‘αγορά, κατάστημα’] | |
| 43780 | πωλητήριος | , α, ο πω-λη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την πώληση: ~α: έγγραφα (αγοραπωλησίας ακινήτων)/συμβόλαια. Βλ. -τήριος. | |
| 43781 | πωλητής, πωλήτρια | πω-λη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. εργαζόμενος σε κατάστημα ή γενικότ. σε χώρο πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών, ο οποίος συναλλάσσεται με τον (υποψήφιο) αγοραστή: ~ αυτοκινήτων/επίπλων/ρούχων. ~ές ακινήτων (= κτηματομεσίτες)/αμοιβαίων κεφαλαίων/λιανικής/χονδρικής. Εκπαίδευση ~ών. Ο ~ εξυπηρετούσε/συμβούλευε τον πελάτη. Βλ. ντίλερ, πλασιέ, προωθητής.|| ~ εισιτηρίων.|| Πλανόδιος ~ φρούτων. Άδειες ~ών (λαϊκών αγορών). Βλ. μικρο~. 2. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει κάτι προς πώληση: ~ές ακινήτων.|| (ως επίθ.-λόγ.) ~τρια: επιχείρηση/εταιρεία. ΣΥΝ. πουλητής ΑΝΤ. αγοραστής, αγοράστρια ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος πωλητής: μηχάνημα αυτόματης πώλησης προϊόντων, κυρ. σε δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους: ~ ~ αναψυκτικών/νερών/(ζεστών) ροφημάτων/σνακ. ~ ~, κατάλληλος για εταιρείες, υπηρεσίες, νοσοκομεία, πρατήρια υγρών καυσίμων, σχολές. Βλ. κερματοδέκτης. [< αγγλ. (automatic) vending machine, περ. 1895] [< αρχ. πωλητής, μτγν. πωλήτρια] | |
| 43782 | πώλος | [πῶλος] πώ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πουλάρι: (ΕΚΚΛΗΣ., ΚΔ) ο Ιησούς καθήμενος επί ~ου όνου.|| (ΑΡΧ.) Τέθριππο ~ων.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οι ~οι της Κορίνθου (: νόμισμα με τον Πήγασο στον εμπροσθότυπο). Βλ. γλαύκα, χελώνα. [< αρχ. πῶλος] | |
| 43783 | πωλώ | βλ. πουλώ | |
| 43784 | πώμα | [πῶμα] πώ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) βούλωμα ή σκέπασμα δοχείου ή σκεύους για προστασία του περιεχομένου του: βιδωτό/λαστιχένιο/πλαστικό ~. ~ μπουκαλιού/φιάλης (κρασιού). Ελαστικά/μεταλλικά ~ατα. ~ από φελλό. Τηγάνι με γυάλινο ~. Ανοίγω/βάζω/βγάζω/κλείνω/στρίβω το ~. Πβ. καπάκι, τάπα1. 2. ΙΑΤΡ. βύσμα. [< αρχ. πῶμα] | |
| 43785 | πωματισμός | πω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & πωμάτισμα (το): κλείσιμο με πώμα: αεροστεγής ~. Πβ. βούλωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Ρινικός ~ (: κάλυψη με βαμβάκι ή γάζα). Βλ. αιμόσταση, επι~, -ισμός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ