Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44340-44360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43787πώρινος, η, ο πώ-ρι-νος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που έχει κατασκευαστεί από πωρόλιθο: ~ος: ναός. ~ο: αέτωμα. [< αρχ. πώρινος]
43788πωρόλιθοςπω-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΟΡΥΚΤ. πορώδες ασβεστολιθικό πέτρωμα με δομικές και αισθητικές εφαρμογές: εδώλια/πλάκες/σπίτια από ~ο. ΣΥΝ. πουρί (3), πώρος (2) [< γερμ. Kalktuff]
43789πώρος[πῶρος] πώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. οστέινη και χόνδρινη ουσία που παράγεται από οστεοβλάστες για την αποκατάσταση κατάγματος. 2. ΟΡΥΚΤ. πωρόλιθος, πουρί. [< αρχ. πῶρος, γαλλ.-αγγλ. pore]
43790πωρώδης, ης, ες πω-ρώ-δης επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με πωρόλιθο στην υφή: ~ης: ασβεστόλιθος. ~ης: επιφάνεια. Βλ. -ώδης. [< μτγν. πωρώδης, γαλλ. poreux, αγγλ. porous]
43791πωρώνωπω-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {πώρω-σε, -θηκα, -μένος} & (εσφαλμ.) πορώνω 1. εξάπτω τον ενθουσιασμό κάποιου, φανατίζω: ~ουν τον κόσμο με τα λόγια τους. ~μένοι: οπαδοί. ~μένα: μυαλά.|| (νεαν. αργκό) Το διάβασμα/η μπάλα με ~ει τρελά. ~θηκα (= κόλλησα) με το τραγούδι. Πβ. εκστασ-, παθ-ιάζω, ντοπάρω. 2. διαφθείρω· (μεσοπαθ.) γίνομαι ανήθικος, αδίστακτος: ~μένος: εγκληματίας. ~μένη: συνείδηση. 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. {μεσοπαθ., στο γ' πρόσ.} (σπάν., για σπασμένο οστό) διαπλάθεται σχηματίζοντας πώρο: Στα παιδιά τα κατάγματα ~ονται γρήγορα. [< μτγν. πωρόω]
43792πώρωσηπώ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) πόρωση 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πωρώνω: ~ με την ομάδα. Πβ. φανατισμός.|| ~ με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια/τον υπολογιστή. (νεαν. αργκό) Έχω ~ με αυτή τη μουσική (= έχω φάει κόλλημα). Το νέο άλμπουμ είναι σκέτη/τρελή ~ (ΑΝΤ. ξενέρα, ξενέρωμα). Πβ. ενθουσιασμός.|| Ηθική ~ (: απουσία ηθικών φραγμών, εξαχρείωση). 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. δημιουργία πώρου για την αποκατάσταση σπασμένου οστού: ~ του κατάγματος. Επιτάχυνση της ~ης. [< 1: μτγν. πώρωσις 2: αρχ. σημ.]
43793πωρωτικός, ή, ό πω-ρω-τι-κός επίθ. (νεαν. αργκό): που πωρώνει, ενθουσιάζει: ~ό: τραγούδι.
43794πώς[πῶς] επίρρ. 1. (σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) για να διατυπωθεί ερώτημα σχετικά με τον τρόπο ή το μέσο και ειδικότ. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τη διάθεση ή την υγεία, τη γνώμη ή την εντύπωση: -~ ήρθατε; -Με τα πόδια/οδικώς. -~ λειτουργεί; -Με μπαταρία. -~ τα κατάφερε; -Διαβάζοντας πολύ. Δεν ξέρει ~ να φερθεί.|| -~ είσαι/νιώθεις/τα πέρασες; -Άσχημα/καλά!|| -~ ήταν/σου φάνηκε το φαγητό; -Υπέροχο! -~ βλέπεις/φαντάζεσαι την κατάσταση; -Χάλια! -~ σχολιάζεις το γεγονός; -Πιστεύω ότι ... ~ το κατάλαβες ότι ...; 2. (ερωτηματικά ή επιφωνηματικά) δηλωτικό απορίας ή έκπληξης, θετικής ή αρνητικής: Αναρωτιέμαι ~ (= γιατί) δεν έχει γίνει κατανοητό μέχρι τώρα. ~ βαστάει η καρδιά/ψυχή σου να/και με στενοχωρείς; ~ τη γλίτωσε, ένας Θεός ξέρει! ~ να της το πω!|| (+ και) ~ και δεν έχει εμφανιστεί ακόμα/τηλεφώνησες; ~ (και) δεν χτύπησε, να λες!|| (αποδοκιμασία:) ~ (είναι δυνατόν να) μιλάς έτσι; Δεν ντρέπεσαι;|| (θαυμασμός:) ~ μεγάλωσες/ομόρφυνες (έτσι)!|| (ειρων.) ~ τα λέει! 3. (επιφωνηματικά) πόσο πολύ: ~ μ' αρέσει να ...! ~ μου λείπει! 4. βέβαια, σίγουρα: -Θα του το πεις; -~!|| (ειρων.) -Ευχαριστήθηκες; -~ (ενν. καθόλου)!|| (επιτατ., για να αντικρουστεί μια άποψη) (+ δεν) -Την είδες; -~ δεν την είδα! (+ να μην) ~ να μην χαρώ, άλλωστε! ● Ουσ.: το πώς: ο τρόπος: Όλα εξαρτώνται από ~ ~ θα χειριστείς την υπόθεση. ● ΦΡ.: αμ πώς (προφ.): τι νόμιζες, δηλαδή: Με δυο κουβέντες τον έβαλα στη θέση του, ~ ~ (= όχι, παίζουμε)! Τους βοήθησαν οι γονείς τους, ~ ~, θα τα κατάφερναν μόνοι τους;, πώς (κι) έτσι; (προφ.): (δηλώνει έκπληξη) γιατί, για ποιον λόγο; Δεν θα του τηλεφωνήσεις; ~ ~|| ~ ~ (= πώς τόσο) γρήγορα/πρωί-πρωί;, πώς είπες/είπατε; & πώς; (προφ.-συχνά ειρων.): δεν άκουσα, μπορείς/μπορείτε να επαναλάβεις/επαναλάβετε;, πώς και πώς/τι (προφ.) για να δηλωθεί 1. λαχτάρα, ανυπομονησία: Περιμένω ~ ~ να σε ξαναδώ/τις διακοπές. 2. δυσκολία: Κοιτάζω ~ ~ να τα βγάλω πέρα/να τα βολέψω. 3. μεγάλη αγάπη, φροντίδα: Τον/την έχει ~ ~ (= στα όπα όπα)., πώς πάει; (προφ.) 1. τι κάνεις; είσαι καλά; -~ ~; -Έτσι κι έτσι. 2. ποια είναι η πορεία, η εξέλιξη; ~ ~ το διάβασμα/η δουλειά/το σχολείο; Πώς πάνε οι πωλήσεις/οι σπουδές; Από χρήματα πώς πάτε;, πώς σε λένε; & πώς σε φωνάζουν;: ποιο είναι το όνομά σου;, το πώς και το γιατί: ο τρόπος και η αιτία: Θέλω να μάθω ~ ~!, το πώς και το πότε & το πότε και το πώς: ο τρόπος και ο χρόνος: Δεν διευκρινίστηκε ~ ~., κατά πώς βλ. κατά, πώς (το 'παθες) και ... βλ. παθαίνω, πώς γίνεται/έγινε να .../και ...; βλ. γίνομαι, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς θα ήθελα ...! βλ. θέλω, πώς μπόρεσες και/να ... βλ. μπορώ, πώς να στο/το πω βλ. λέω, πώς όχι; βλ. όχι, πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας; βλ. κέφι, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, πώς το θες; βλ. θέλω [< αρχ. πῶς]
43795πως[πῶς] σύνδ. (προφ.): (εισάγει δευτερεύουσες ειδικές προτάσεις, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι υποκειμενικό ή ανεπιβεβαίωτο) ότι: Θεωρώ/μου φαίνεται/νομίζω/πιστεύω ~ έχει δίκιο. Λέγεται/φημολογείται ~ ... Ισχυρίζεται ~ τα στοιχεία είναι αληθινά. Υποσχέθηκε ~ θα βοηθήσει. Φοβάται ~ δεν θα προλάβει. Ανατριχιάζω/τρέμω στην ιδέα ~... Το ήξερα ~ μπορούσα να βασιστώ σε σένα.|| (προφ.-ειρων.) Και ~ έφυγε/έχει λεφτά, τι έγινε; (= δεν έχει καμία σημασία, αδιαφορώ). ● ΦΡ.: όχι ότι/πως ... βλ. όχι [< αρχ. πῶς]
58754πωςεπίρρ. (λόγ.): κάπως. ● ΦΡ.: άλλως πως βλ. άλλως, ούτω πως βλ. ούτω(ς), περιέργως πως βλ. περιέργως [< αρχ. πως]
43796ρ(πρόφ. ρο) 1. το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [r]: ~ κεφαλαίο (Ρ). ~ μικρό (ρ). Πβ. ρο. Βλ. σύμφωνο. 2. (σε αρίθμηση) εκατοστός: (συνήθ. με τόνο ρ΄/Ρ΄) Κεφάλαιο/εδάφιο ~.|| (καταχρ. χωρ. τόνο, ρ/Ρ: δέκατος έβδομος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ρ ή ,ρ) εκατό χιλιάδες. [< αρχ. Ρ, μεσν. ρ]
44680Ρ/Σ(ο): Ραδιοφωνικός Σταθμός.
43797ραβανίρα-βα-νί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρεβανί: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό του ταψιού από σιμιγδάλι ή αλεύρι, αβγά, ζάχαρη και βούτυρο: ~ με καρύδα. [< τουρκ. revani]
43798ραβασάκιρα-βα-σά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (ειρων.) σημείωμα ή επιστολή με δυσάρεστο συνήθ. περιεχόμενο για τον παραλήπτη: απειλητικό ~. Ήρθε το ~ της Εφορίας/της Τροχαίας. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. (κυρ. παλαιότ.) ερωτικό σημείωμα που έστελνε κάποιος, συνήθ. κρυφά. Πβ. μπιλιέτο.
43799ραββίβλ. ραβί
43800ραββινικόςβλ. ραβινικός
43801ραββίνοςβλ. ραβίνος
43802ραβδίρα-βδί ουσ. (ουδ.) {ραβδ-ιού}: μικρή ράβδος: μεταλλικό/πλαστικό/σιδερένιο ~. Πβ. βακτηρία, βέργα, μαγκούρα, μπαστούνι. ● Υποκ.: ραβδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< μεσν. ραβδί(ν)]
43803ραβδιάρα-βδιά ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): χτύπημα με ραβδί, μπαστουνιά. Πβ. ξυλιά, ράβδισμα. [< μεσν. ραβδιά]
43804ραβδίαρα-βδί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ραβδίο}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κύτταρα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αναγκαία για την όραση σε αμυδρό φως καθώς και για την αντίληψη της φωτεινότητας και του σχήματος των αντικειμένων. Βλ. κωνία, φωτοϋποδοχείς. [< μτγν. ῥαβδίον, αγγλ. rod]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.