Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44340-44360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43773πω πωεπιφών. & πωπώ & πο πο & ποπό: για δήλωση θαυμασμού, έκπληξης, στενοχώριας ή δυσαρέσκειας: ~ τι ωραίο κορίτσι! ~ ένα γκολ! ~ τι πάθαμε στα καλά καθούμενα! ~ τι ακατάστατο δωμάτιο! Πβ. βάι. [< λ. ηχομιμητ.]
43774πώγωναςπώ-γω-νας ουσ. (αρσ.) & πώγων (αρχαιοπρ.): γένι, μούσι και κατ' επέκτ. πιγούνι. [< αρχ. πώγων]
43775πωγωνοφόρος, ος, ο πω-γω-νο-φό-ρος επίθ. (λόγ.): γενειοφόρος. Βλ. -φόρος. [< αρχ. πωγωνοφόρος]
43778πώλησηπώ-λη-ση ουσ. (θηλ.): παροχή αγαθού έναντι οικονομικού συνήθ. ανταλλάγματος· (κατ' επέκτ., στον πληθ.) η αντίστοιχη εμπορική δραστηριότητα: λιανική/χονδρική ~. ~ γης/εισιτηρίων/εξοπλισμού/επιχειρήσεων/κατοικίας. ~ τοις μετρητοίς/με πίστωση (= βερεσέ). Γραφεία/δικαιώματα/εντολή/όροι/(επιλεγμένα) σημεία (βλ. POS)/σύμβαση/συμβόλαιο/τιμή ~ης. Άδεια/κατάστημα ~ης (ποτών). Διαμερίσματα προς ~. (για προϊόν) Πρώτο στις ~ήσεις. ~ήσεις αυτοκινήτων/σκαφών. Άνοδος/αύξηση/μείωση των (εταιρικών) ~ήσεων. Διευθυντής/δίκτυο/ρεκόρ/τμήμα/υποστήριξη ~ήσεων. Από την άποψη των/από πλευράς ~ήσεων. Η εταιρεία προέβη/προχώρησε σε ~ των μετοχών της. Βλ. μετα~, μονο~, προ~, τηλε~, μάρκετινγκ, παραγγελία.|| (σε αγγελίες) ~ήσεις ακινήτων/οικοπέδων. ΣΥΝ. πούλημα (1) ΑΝΤ. αγορά (1) ● ΣΥΜΠΛ.: άμεση/απευθείας πώληση & κατευθυνόμενη πώληση: προώθηση και πώληση προϊόντων και υπηρεσιών με άμεσο τρόπο, η οποία γίνεται συνήθ. στο σπίτι του καταναλωτή ή σε άλλα μέρη που δεν αποτελούν καταστήματα λιανικής και διεξάγεται με παρουσιάσεις ή επιδείξεις εκ μέρους του πωλητή. Βλ. πλασιέ. [< αγγλ. direct sale] , αναγκαστική πώληση: ΝΟΜ. πώληση περιουσιακών στοιχείων που επιβάλλεται από το δικαστήριο σε οφειλέτη, λόγω αδυναμίας εξόφλησης των οικονομικών του υποχρεώσεων. [< γαλλ. vente forcée] , ανοικτές πωλήσεις: ΟΙΚΟΝ. πρακτική πώλησης χρηματιστηριακών τίτλων, χωρίς να έχει κάποιος την κυριότητά τους, με την προσδοκία ότι η πτώση των τιμών τους θα του επιτρέψουν να τις αγοράσει με κέρδος: μετοχές ~ών ~ήσεων. ΣΥΝ. σορτάρισμα [< αγγλ. short selling] , ηλεκτρονική πώληση: που γίνεται μέσω ίντερνετ, συνήθ. με πιστωτική κάρτα. [< αγγλ. electronic/e-selling] , προώθηση πωλήσεων (στο μάρκετινγκ): ΟΙΚΟΝ. δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αύξηση των πωλήσεων μέσω διάφορων ενεργειών (εκπτώσεις, δώρα, κουπόνια, παροχή μεγαλύτερης ποσότητας προϊόντος με τα ίδια χρήματα, δείγματα, δωρεάν δοκιμές). [< αγγλ. sales promotion] , πώληση εξ αποστάσεως & από απόσταση: μέσω τηλεφώνου, ταχυδρομείου ή του διαδικτύου. Πβ. τηλεπώληση. [< αγγλ. distance selling] [< αρχ. πώλησις, γαλλ. vente, αγγλ. sale, selling]
43779πωλητήριοπω-λη-τή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {πωλητηρί-ου} 1. αγγελία πώλησης σε εφημερίδα, στο διαδίκτυο ή αναρτημένη σε δημόσιο χώρο, όπου αναγράφονται τα βασικά στοιχεία του αντικειμένου και του ιδιοκτήτη. Βλ. ενοικιαστήριο, -τήριο. 2. σύμβαση, συμφωνητικό πώλησης: Αντίγραφο του ~ου κατατέθηκε στο υποθηκοφυλακείο. 3. χώρος πώλησης: ηλεκτρονικό ~. ~ του μουσείου. Βλ. εκθετήριο. ● ΦΡ.: βάζει/μπαίνει πωλητήριο: για να δηλωθεί η πρόθεση πώλησης αγαθού, επιχείρησης, οργανισμού: Έβαλε ~ στο αυτοκίνητό/διαμέρισμά του. Πβ. βάζει/μπαίνει λουκέτο. [< αρχ. πωλητήριον ‘αγορά, κατάστημα’]
43780πωλητήριος, α, ο πω-λη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την πώληση: ~α: έγγραφα (αγοραπωλησίας ακινήτων)/συμβόλαια. Βλ. -τήριος.
43781πωλητής, πωλήτριαπω-λη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. εργαζόμενος σε κατάστημα ή γενικότ. σε χώρο πώλησης προϊόντων ή υπηρεσιών, ο οποίος συναλλάσσεται με τον (υποψήφιο) αγοραστή: ~ αυτοκινήτων/επίπλων/ρούχων. ~ές ακινήτων (= κτηματομεσίτες)/αμοιβαίων κεφαλαίων/λιανικής/χονδρικής. Εκπαίδευση ~ών. Ο ~ εξυπηρετούσε/συμβούλευε τον πελάτη. Βλ. ντίλερ, πλασιέ, προωθητής.|| ~ εισιτηρίων.|| Πλανόδιος ~ φρούτων. Άδειες ~ών (λαϊκών αγορών). Βλ. μικρο~. 2. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει κάτι προς πώληση: ~ές ακινήτων.|| (ως επίθ.-λόγ.) ~τρια: επιχείρηση/εταιρεία. ΣΥΝ. πουλητής ΑΝΤ. αγοραστής, αγοράστρια ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος πωλητής: μηχάνημα αυτόματης πώλησης προϊόντων, κυρ. σε δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους: ~ ~ αναψυκτικών/νερών/(ζεστών) ροφημάτων/σνακ. ~ ~, κατάλληλος για εταιρείες, υπηρεσίες, νοσοκομεία, πρατήρια υγρών καυσίμων, σχολές. Βλ. κερματοδέκτης. [< αγγλ. (automatic) vending machine, περ. 1895] [< αρχ. πωλητής, μτγν. πωλήτρια]
43782πώλος[πῶλος] πώ-λος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): πουλάρι: (ΕΚΚΛΗΣ., ΚΔ) ο Ιησούς καθήμενος επί ~ου όνου.|| (ΑΡΧ.) Τέθριππο ~ων.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) Οι ~οι της Κορίνθου (: νόμισμα με τον Πήγασο στον εμπροσθότυπο). Βλ. γλαύκα, χελώνα. [< αρχ. πῶλος]
43783πωλώβλ. πουλώ
43784πώμα[πῶμα] πώ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) βούλωμα ή σκέπασμα δοχείου ή σκεύους για προστασία του περιεχομένου του: βιδωτό/λαστιχένιο/πλαστικό ~. ~ μπουκαλιού/φιάλης (κρασιού). Ελαστικά/μεταλλικά ~ατα. ~ από φελλό. Τηγάνι με γυάλινο ~. Ανοίγω/βάζω/βγάζω/κλείνω/στρίβω το ~. Πβ. καπάκι, τάπα1. 2. ΙΑΤΡ. βύσμα. [< αρχ. πῶμα]
43785πωματισμόςπω-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & πωμάτισμα (το): κλείσιμο με πώμα: αεροστεγής ~. Πβ. βούλωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Ρινικός ~ (: κάλυψη με βαμβάκι ή γάζα). Βλ. αιμόσταση, επι~, -ισμός.
43787πώρινος, η, ο πώ-ρι-νος επίθ.: ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. που έχει κατασκευαστεί από πωρόλιθο: ~ος: ναός. ~ο: αέτωμα. [< αρχ. πώρινος]
43788πωρόλιθοςπω-ρό-λι-θος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίθου}: ΟΡΥΚΤ. πορώδες ασβεστολιθικό πέτρωμα με δομικές και αισθητικές εφαρμογές: εδώλια/πλάκες/σπίτια από ~ο. ΣΥΝ. πουρί (3), πώρος (2) [< γερμ. Kalktuff]
43789πώρος[πῶρος] πώ-ρος ουσ. (αρσ.) 1. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. οστέινη και χόνδρινη ουσία που παράγεται από οστεοβλάστες για την αποκατάσταση κατάγματος. 2. ΟΡΥΚΤ. πωρόλιθος, πουρί. [< αρχ. πῶρος, γαλλ.-αγγλ. pore]
43790πωρώδης, ης, ες πω-ρώ-δης επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με πωρόλιθο στην υφή: ~ης: ασβεστόλιθος. ~ης: επιφάνεια. Βλ. -ώδης. [< μτγν. πωρώδης, γαλλ. poreux, αγγλ. porous]
43791πωρώνωπω-ρώ-νω ρ. (μτβ.) {πώρω-σε, -θηκα, -μένος} & (εσφαλμ.) πορώνω 1. εξάπτω τον ενθουσιασμό κάποιου, φανατίζω: ~ουν τον κόσμο με τα λόγια τους. ~μένοι: οπαδοί. ~μένα: μυαλά.|| (νεαν. αργκό) Το διάβασμα/η μπάλα με ~ει τρελά. ~θηκα (= κόλλησα) με το τραγούδι. Πβ. εκστασ-, παθ-ιάζω, ντοπάρω. 2. διαφθείρω· (μεσοπαθ.) γίνομαι ανήθικος, αδίστακτος: ~μένος: εγκληματίας. ~μένη: συνείδηση. 3. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. {μεσοπαθ., στο γ' πρόσ.} (σπάν., για σπασμένο οστό) διαπλάθεται σχηματίζοντας πώρο: Στα παιδιά τα κατάγματα ~ονται γρήγορα. [< μτγν. πωρόω]
43792πώρωσηπώ-ρω-ση ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) πόρωση 1. η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του πωρώνω: ~ με την ομάδα. Πβ. φανατισμός.|| ~ με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια/τον υπολογιστή. (νεαν. αργκό) Έχω ~ με αυτή τη μουσική (= έχω φάει κόλλημα). Το νέο άλμπουμ είναι σκέτη/τρελή ~ (ΑΝΤ. ξενέρα, ξενέρωμα). Πβ. ενθουσιασμός.|| Ηθική ~ (: απουσία ηθικών φραγμών, εξαχρείωση). 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. δημιουργία πώρου για την αποκατάσταση σπασμένου οστού: ~ του κατάγματος. Επιτάχυνση της ~ης. [< 1: μτγν. πώρωσις 2: αρχ. σημ.]
43793πωρωτικός, ή, ό πω-ρω-τι-κός επίθ. (νεαν. αργκό): που πωρώνει, ενθουσιάζει: ~ό: τραγούδι.
43794πώς[πῶς] επίρρ. 1. (σε ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις) για να διατυπωθεί ερώτημα σχετικά με τον τρόπο ή το μέσο και ειδικότ. τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, τη διάθεση ή την υγεία, τη γνώμη ή την εντύπωση: -~ ήρθατε; -Με τα πόδια/οδικώς. -~ λειτουργεί; -Με μπαταρία. -~ τα κατάφερε; -Διαβάζοντας πολύ. Δεν ξέρει ~ να φερθεί.|| -~ είσαι/νιώθεις/τα πέρασες; -Άσχημα/καλά!|| -~ ήταν/σου φάνηκε το φαγητό; -Υπέροχο! -~ βλέπεις/φαντάζεσαι την κατάσταση; -Χάλια! -~ σχολιάζεις το γεγονός; -Πιστεύω ότι ... ~ το κατάλαβες ότι ...; 2. (ερωτηματικά ή επιφωνηματικά) δηλωτικό απορίας ή έκπληξης, θετικής ή αρνητικής: Αναρωτιέμαι ~ (= γιατί) δεν έχει γίνει κατανοητό μέχρι τώρα. ~ βαστάει η καρδιά/ψυχή σου να/και με στενοχωρείς; ~ τη γλίτωσε, ένας Θεός ξέρει! ~ να της το πω!|| (+ και) ~ και δεν έχει εμφανιστεί ακόμα/τηλεφώνησες; ~ (και) δεν χτύπησε, να λες!|| (αποδοκιμασία:) ~ (είναι δυνατόν να) μιλάς έτσι; Δεν ντρέπεσαι;|| (θαυμασμός:) ~ μεγάλωσες/ομόρφυνες (έτσι)!|| (ειρων.) ~ τα λέει! 3. (επιφωνηματικά) πόσο πολύ: ~ μ' αρέσει να ...! ~ μου λείπει! 4. βέβαια, σίγουρα: -Θα του το πεις; -~!|| (ειρων.) -Ευχαριστήθηκες; -~ (ενν. καθόλου)!|| (επιτατ., για να αντικρουστεί μια άποψη) (+ δεν) -Την είδες; -~ δεν την είδα! (+ να μην) ~ να μην χαρώ, άλλωστε! ● Ουσ.: το πώς: ο τρόπος: Όλα εξαρτώνται από ~ ~ θα χειριστείς την υπόθεση. ● ΦΡ.: αμ πώς (προφ.): τι νόμιζες, δηλαδή: Με δυο κουβέντες τον έβαλα στη θέση του, ~ ~ (= όχι, παίζουμε)! Τους βοήθησαν οι γονείς τους, ~ ~, θα τα κατάφερναν μόνοι τους;, πώς (κι) έτσι; (προφ.): (δηλώνει έκπληξη) γιατί, για ποιον λόγο; Δεν θα του τηλεφωνήσεις; ~ ~|| ~ ~ (= πώς τόσο) γρήγορα/πρωί-πρωί;, πώς είπες/είπατε; & πώς; (προφ.-συχνά ειρων.): δεν άκουσα, μπορείς/μπορείτε να επαναλάβεις/επαναλάβετε;, πώς και πώς/τι (προφ.) για να δηλωθεί 1. λαχτάρα, ανυπομονησία: Περιμένω ~ ~ να σε ξαναδώ/τις διακοπές. 2. δυσκολία: Κοιτάζω ~ ~ να τα βγάλω πέρα/να τα βολέψω. 3. μεγάλη αγάπη, φροντίδα: Τον/την έχει ~ ~ (= στα όπα όπα)., πώς πάει; (προφ.) 1. τι κάνεις; είσαι καλά; -~ ~; -Έτσι κι έτσι. 2. ποια είναι η πορεία, η εξέλιξη; ~ ~ το διάβασμα/η δουλειά/το σχολείο; Πώς πάνε οι πωλήσεις/οι σπουδές; Από χρήματα πώς πάτε;, πώς σε λένε; & πώς σε φωνάζουν;: ποιο είναι το όνομά σου;, το πώς και το γιατί: ο τρόπος και η αιτία: Θέλω να μάθω ~ ~!, το πώς και το πότε & το πότε και το πώς: ο τρόπος και ο χρόνος: Δεν διευκρινίστηκε ~ ~., κατά πώς βλ. κατά, πώς (το 'παθες) και ... βλ. παθαίνω, πώς γίνεται/έγινε να .../και ...; βλ. γίνομαι, πώς είναι/πάνε τα πράγματα; βλ. πράγμα, πώς θα ήθελα ...! βλ. θέλω, πώς μπόρεσες και/να ... βλ. μπορώ, πώς να στο/το πω βλ. λέω, πώς όχι; βλ. όχι, πώς πάνε τα κέφια/πώς τα πας; βλ. κέφι, πώς την έχεις δει (τη δουλειά); βλ. βλέπω, πώς το θες; βλ. θέλω [< αρχ. πῶς]
43795πως[πῶς] σύνδ. (προφ.): (εισάγει δευτερεύουσες ειδικές προτάσεις, συνήθ. για να δηλωθεί κάτι υποκειμενικό ή ανεπιβεβαίωτο) ότι: Θεωρώ/μου φαίνεται/νομίζω/πιστεύω ~ έχει δίκιο. Λέγεται/φημολογείται ~ ... Ισχυρίζεται ~ τα στοιχεία είναι αληθινά. Υποσχέθηκε ~ θα βοηθήσει. Φοβάται ~ δεν θα προλάβει. Ανατριχιάζω/τρέμω στην ιδέα ~... Το ήξερα ~ μπορούσα να βασιστώ σε σένα.|| (προφ.-ειρων.) Και ~ έφυγε/έχει λεφτά, τι έγινε; (= δεν έχει καμία σημασία, αδιαφορώ). ● ΦΡ.: όχι ότι/πως ... βλ. όχι [< αρχ. πῶς]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.