Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44360-44380]

IDΛήμμαΕρμηνεία
58754πωςεπίρρ. (λόγ.): κάπως. ● ΦΡ.: άλλως πως βλ. άλλως, ούτω πως βλ. ούτω(ς), περιέργως πως βλ. περιέργως [< αρχ. πως]
43796ρ(πρόφ. ρο) 1. το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [r]: ~ κεφαλαίο (Ρ). ~ μικρό (ρ). Πβ. ρο. Βλ. σύμφωνο. 2. (σε αρίθμηση) εκατοστός: (συνήθ. με τόνο ρ΄/Ρ΄) Κεφάλαιο/εδάφιο ~.|| (καταχρ. χωρ. τόνο, ρ/Ρ: δέκατος έβδομος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ρ ή ,ρ) εκατό χιλιάδες. [< αρχ. Ρ, μεσν. ρ]
44680Ρ/Σ(ο): Ραδιοφωνικός Σταθμός.
43797ραβανίρα-βα-νί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρεβανί: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό του ταψιού από σιμιγδάλι ή αλεύρι, αβγά, ζάχαρη και βούτυρο: ~ με καρύδα. [< τουρκ. revani]
43798ραβασάκιρα-βα-σά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (ειρων.) σημείωμα ή επιστολή με δυσάρεστο συνήθ. περιεχόμενο για τον παραλήπτη: απειλητικό ~. Ήρθε το ~ της Εφορίας/της Τροχαίας. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. (κυρ. παλαιότ.) ερωτικό σημείωμα που έστελνε κάποιος, συνήθ. κρυφά. Πβ. μπιλιέτο.
43799ραββίβλ. ραβί
43800ραββινικόςβλ. ραβινικός
43801ραββίνοςβλ. ραβίνος
43802ραβδίρα-βδί ουσ. (ουδ.) {ραβδ-ιού}: μικρή ράβδος: μεταλλικό/πλαστικό/σιδερένιο ~. Πβ. βακτηρία, βέργα, μαγκούρα, μπαστούνι. ● Υποκ.: ραβδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< μεσν. ραβδί(ν)]
43803ραβδιάρα-βδιά ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): χτύπημα με ραβδί, μπαστουνιά. Πβ. ξυλιά, ράβδισμα. [< μεσν. ραβδιά]
43804ραβδίαρα-βδί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ραβδίο}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κύτταρα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αναγκαία για την όραση σε αμυδρό φως καθώς και για την αντίληψη της φωτεινότητας και του σχήματος των αντικειμένων. Βλ. κωνία, φωτοϋποδοχείς. [< μτγν. ῥαβδίον, αγγλ. rod]
43805ραβδίζω[ῥαβδίζω] ρα-βδί-ζω ρ. (μτβ.) {ράβδι-σα, ραβδί-στηκε, -σμένος, ραβδίζ-οντας}: χτυπώ με ραβδί, συνήθ. τα κλαδιά δέντρου, για να πέσουν στο έδαφος οι καρποί του: ~ουν τις ελιές (πβ. τινάζω). ~ουμε αμυγδαλιές/καρυδιές/χαρουπιές. [< αρχ. ῥαβδίζω]
43806ράβδισμαρά-βδι-σμα ουσ. (ουδ.) & ραβδισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραβδίζω: συγκομιδή με ~. Πβ. τίναγμα. [< μτγν. ῥαβδισμός, μεσν. ράβδισμα]
43807ραβδιστήριρα-βδι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ραβδιστήρα (η) (παλαιότ.-προφ.): μακριά βέργα για ράβδισμα των δέντρων. Βλ. ελαιοραβδιστικό, -τήρι.
43808ραβδιστήςρα-βδι-στής ουσ. (αρσ.): αγρότης που ραβδίζει δέντρα, κυρ. τις ελιές, για τη συγκομιδή των καρπών τους. [< μτγν. ῥαβδιστής ‘αυτός που χτυπά με ραβδί στάχυα ή μαλλί’]
43809ραβδιστικός, ή, ό ρα-βδι-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στο ράβδισμα κυρ. των ελαιόδεντρων: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) Δονητικό ~ό. ~ό ελιών (πβ. ελαιοραβδιστικό). Βλ. ραβδιστήρι.
43810ραβδόγραμμαρα-βδό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που αποτελείται από κάθετες ή οριζόντιες μπάρες, το μέγεθος των οποίων είναι ανάλογο με τις τιμές που αναπαριστούν: ~ συχνοτήτων. Πβ. ακιδωτό διάγραμμα. Βλ. ιστόγραμμα, πίτα. [< αγγλ. bar diagram, 1923]
43811ραβδοειδής, ής, ές ρα-βδο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα ράβδου: ~ής: μαγνήτης. ~ή: ηλεκτρόδια. Πβ. ραβδόμορφος. Βλ. -ειδής, ραβδωτός. [< μτγν. ῥαβδοειδής, αγγλ. rhabdoid]
43812ραβδοκώδικαςρα-βδο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμωτός/γραμμικός κώδικας.
43813ραβδόμορφος, η, ο ρα-βδό-μορ-φος επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή ράβδου: ~ος: μαγνήτης. ~α: βακτήρια (βλ. βάκιλος). Πβ. ραβδοειδής. Βλ. -μορφος. [< αγγλ. rhabditiform]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.