| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43805 | ραβδίζω | [ῥαβδίζω] ρα-βδί-ζω ρ. (μτβ.) {ράβδι-σα, ραβδί-στηκε, -σμένος, ραβδίζ-οντας}: χτυπώ με ραβδί, συνήθ. τα κλαδιά δέντρου, για να πέσουν στο έδαφος οι καρποί του: ~ουν τις ελιές (πβ. τινάζω). ~ουμε αμυγδαλιές/καρυδιές/χαρουπιές. [< αρχ. ῥαβδίζω] | |
| 43806 | ράβδισμα | ρά-βδι-σμα ουσ. (ουδ.) & ραβδισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραβδίζω: συγκομιδή με ~. Πβ. τίναγμα. [< μτγν. ῥαβδισμός, μεσν. ράβδισμα] | |
| 43807 | ραβδιστήρι | ρα-βδι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ραβδιστήρα (η) (παλαιότ.-προφ.): μακριά βέργα για ράβδισμα των δέντρων. Βλ. ελαιοραβδιστικό, -τήρι. | |
| 43808 | ραβδιστής | ρα-βδι-στής ουσ. (αρσ.): αγρότης που ραβδίζει δέντρα, κυρ. τις ελιές, για τη συγκομιδή των καρπών τους. [< μτγν. ῥαβδιστής ‘αυτός που χτυπά με ραβδί στάχυα ή μαλλί’] | |
| 43809 | ραβδιστικός | , ή, ό ρα-βδι-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στο ράβδισμα κυρ. των ελαιόδεντρων: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) Δονητικό ~ό. ~ό ελιών (πβ. ελαιοραβδιστικό). Βλ. ραβδιστήρι. | |
| 43810 | ραβδόγραμμα | ρα-βδό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που αποτελείται από κάθετες ή οριζόντιες μπάρες, το μέγεθος των οποίων είναι ανάλογο με τις τιμές που αναπαριστούν: ~ συχνοτήτων. Πβ. ακιδωτό διάγραμμα. Βλ. ιστόγραμμα, πίτα. [< αγγλ. bar diagram, 1923] | |
| 43811 | ραβδοειδής | , ής, ές ρα-βδο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα ράβδου: ~ής: μαγνήτης. ~ή: ηλεκτρόδια. Πβ. ραβδόμορφος. Βλ. -ειδής, ραβδωτός. [< μτγν. ῥαβδοειδής, αγγλ. rhabdoid] | |
| 43812 | ραβδοκώδικας | ρα-βδο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμωτός/γραμμικός κώδικας. | |
| 43813 | ραβδόμορφος | , η, ο ρα-βδό-μορ-φος επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή ράβδου: ~ος: μαγνήτης. ~α: βακτήρια (βλ. βάκιλος). Πβ. ραβδοειδής. Βλ. -μορφος. [< αγγλ. rhabditiform] | |
| 43814 | ραβδομυοσάρκωμα | ρα-βδο-μυ-ο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όγκος υψηλής κακοήθειας που σχηματίζεται στους σκελετικούς μυς και προσβάλλει συνήθ. παιδιά: εμβρυϊκό/κυψελιδικό ~. [< γερμ. Rhabdomyosarkom, αγγλ. rhabdomyosarcoma, γαλλ. rhabdomyosarcome] | |
| 43815 | ραβδομύωμα | ρα-βδο-μύ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σπάνιο καλόηθες νεόπλασμα των γραμμωτών μυών, που εμφανίζεται συνήθ. στο μυοκάρδιο. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. rhabdomyoma, γαλλ. rhabdomyome] | |
| 43816 | ράβδος | [ῥάβδος] ρά-βδος ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. μακρόστενο κυλινδρικό όργανο, συνήθ. από ξύλο ή μέταλλο· κάθε αντικείμενο με παρόμοιο σχήμα: αγώγιμη/αστυνομική (= κλομπ)/εύκαμπτη/τηλεσκοπική ~. Φωτιστικές ~οι. ~ αλουμινίου/πυρηνικού καυσίμου. ~οι ορθογωνικής/στρογγυλής διατομής. ~ ανάρτησης/ζεύξης (: στο σύστημα διεύθυνσης του αυτοκινήτου).|| (ως σύμβολο Αρχής, εξουσίας, αξιώματος, ιδιότητας ή τίτλου:) Μαγική (: του ταχυδακτυλουργού)/(ΕΚΚΛΗΣ.) ποιμαντορική ~. Πβ. βέργα, μαγκούρα, μπάρα, μπαστούνι, ραβδί. Βλ. μπαγκέτα. 2. (σπάν.) χτύπημα με το παραπάνω όργανο. Πβ. ραβδιά, ραβδισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αγία ράβδος (μτφ.-ειρων.): το ξύλο ως μέσο συμμόρφωσης ή τιμωρίας: Θα πέσει ~ ~., ράβδος χρυσού: πλάκα χρυσού με ορισμένο βάρος και μέγεθος: επένδυση σε ~ους ~. [< γαλλ. barre d'or] , αντιστρεπτική ράβδος βλ. αντιστρεπτικός ● ΦΡ.: όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω [< 1: αρχ. ῥάβδος] | |
| 43817 | ραβδοσκοπία | ρα-βδο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τεχνική εντοπισμού υπόγειων υδάτων, μετάλλων, ακόμα και αγνοουμένων, με ειδική ράβδο ή εκκρεμές, από άτομα με υψηλή ραδιαισθησία. Βλ. -σκοπία. | |
| 43818 | ραβδοσκοπικός | , ή, ό ρα-βδο-σκο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραβδοσκοπία: ~ό: μηχάνημα. | |
| 43819 | ραβδοσκόπος | ρα-βδο-σκό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): άτομο που ασχολείται με τη ραβδοσκοπία. Βλ. -σκόπος. | |
| 43820 | ραβδώσεις | [ῥαβδώσεις] ρα-βδώ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ράβδωση} 1. παράλληλες γραμμές ή ζώνες που έχουν διαφορετική απόχρωση ή υφή από την επιφάνεια πάνω στην οποία βρίσκονται: (για ζώα) ~ στην κοιλιά/στο στήθος/στο τρίχωμα. Χρωματικές ~. Ανοιχτές/σκούρες ~ υφάσματος/χαρτιού. Πβ. λωρίδα, νερά, ρίγα.|| (ειδικότ.) ~ του δέρματος (πβ. ραγάδες). 2. στενόμακρες εξοχές ή εσοχές, κυρ. σε στερεή επιφάνεια: ανάγλυφες/βαθιές/ελικοειδείς ~. Οι ~ των κιόνων. Πβ. αυλακιά, αυλάκωση, γλυφή. [< αρχ. ῥάβδωσις] | |
| 43821 | ραβδωτός | , ή, ό [ῥαβδωτός] ρα-βδω-τός επίθ.: που φέρει ραβδώσεις ή αυλακώσεις στην επιφάνειά του: ~ή: κάννη. ~οί: σωλήνες. ~ά: όπλα. Πβ. αυλακωτός, γραμμωτός. ΑΝΤ. αράβδωτος ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμωτός/γραμμικός κώδικας βλ. γραμμωτός [< αρχ. ῥαβδωτός] | |
| 43822 | ραβέντι | ρα-βέ-ντι ουσ. (ουδ.) & ρεβέντι & ρήον: ΒΟΤ. φυτό (γένος Rheum) με τοξικά πράσινα φύλλα και εδώδιμα κόκκινα κοτσάνια που έχουν τονωτικές και καθαρτικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται και στη μαγειρική. [< μεσν. ραβέντι < τουρκ. ravent· μτγν. ῥῆον] | |
| 43823 | ραβέρσα | ρα-βέρ-σα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ που εκτελείται με το ένα χέρι και το σώμα πλάγια προς το καλάθι. Βλ. χουκ. | |
| 43824 | ραβερσέ | ρα-βερ-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ ή πάσα που γίνεται με ραβέρσα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ