| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 58754 | πως | επίρρ. (λόγ.): κάπως. ● ΦΡ.: άλλως πως βλ. άλλως, ούτω πως βλ. ούτω(ς), περιέργως πως βλ. περιέργως [< αρχ. πως] | |
| 43796 | ρ | (πρόφ. ρο) 1. το δέκατο έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τον συμφωνικό φθόγγο [r]: ~ κεφαλαίο (Ρ). ~ μικρό (ρ). Πβ. ρο. Βλ. σύμφωνο. 2. (σε αρίθμηση) εκατοστός: (συνήθ. με τόνο ρ΄/Ρ΄) Κεφάλαιο/εδάφιο ~.|| (καταχρ. χωρ. τόνο, ρ/Ρ: δέκατος έβδομος). 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Ρ ή ,ρ) εκατό χιλιάδες. [< αρχ. Ρ, μεσν. ρ] | |
| 44680 | Ρ/Σ | (ο): Ραδιοφωνικός Σταθμός. | |
| 43797 | ραβανί | ρα-βα-νί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρεβανί: ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό του ταψιού από σιμιγδάλι ή αλεύρι, αβγά, ζάχαρη και βούτυρο: ~ με καρύδα. [< τουρκ. revani] | |
| 43798 | ραβασάκι | ρα-βα-σά-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. (ειρων.) σημείωμα ή επιστολή με δυσάρεστο συνήθ. περιεχόμενο για τον παραλήπτη: απειλητικό ~. Ήρθε το ~ της Εφορίας/της Τροχαίας. Πβ. λυπητερή, μπουγιουρντί. 2. (κυρ. παλαιότ.) ερωτικό σημείωμα που έστελνε κάποιος, συνήθ. κρυφά. Πβ. μπιλιέτο. | |
| 43799 | ραββί | βλ. ραβί | |
| 43800 | ραββινικός | βλ. ραβινικός | |
| 43801 | ραββίνος | βλ. ραβίνος | |
| 43802 | ραβδί | ρα-βδί ουσ. (ουδ.) {ραβδ-ιού}: μικρή ράβδος: μεταλλικό/πλαστικό/σιδερένιο ~. Πβ. βακτηρία, βέργα, μαγκούρα, μπαστούνι. ● Υποκ.: ραβδάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μαγικό ραβδί/μαγική συνταγή/μαγική λύση/μαγικός τρόπος βλ. μαγικός [< μεσν. ραβδί(ν)] | |
| 43803 | ραβδιά | ρα-βδιά ουσ. (θηλ.) (κυρ. παλαιότ.): χτύπημα με ραβδί, μπαστουνιά. Πβ. ξυλιά, ράβδισμα. [< μεσν. ραβδιά] | |
| 43804 | ραβδία | ρα-βδί-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ραβδίο}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. κύτταρα του αμφιβληστροειδούς χιτώνα, αναγκαία για την όραση σε αμυδρό φως καθώς και για την αντίληψη της φωτεινότητας και του σχήματος των αντικειμένων. Βλ. κωνία, φωτοϋποδοχείς. [< μτγν. ῥαβδίον, αγγλ. rod] | |
| 43805 | ραβδίζω | [ῥαβδίζω] ρα-βδί-ζω ρ. (μτβ.) {ράβδι-σα, ραβδί-στηκε, -σμένος, ραβδίζ-οντας}: χτυπώ με ραβδί, συνήθ. τα κλαδιά δέντρου, για να πέσουν στο έδαφος οι καρποί του: ~ουν τις ελιές (πβ. τινάζω). ~ουμε αμυγδαλιές/καρυδιές/χαρουπιές. [< αρχ. ῥαβδίζω] | |
| 43806 | ράβδισμα | ρά-βδι-σμα ουσ. (ουδ.) & ραβδισμός (ο): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραβδίζω: συγκομιδή με ~. Πβ. τίναγμα. [< μτγν. ῥαβδισμός, μεσν. ράβδισμα] | |
| 43807 | ραβδιστήρι | ρα-βδι-στή-ρι ουσ. (ουδ.) & ραβδιστήρα (η) (παλαιότ.-προφ.): μακριά βέργα για ράβδισμα των δέντρων. Βλ. ελαιοραβδιστικό, -τήρι. | |
| 43808 | ραβδιστής | ρα-βδι-στής ουσ. (αρσ.): αγρότης που ραβδίζει δέντρα, κυρ. τις ελιές, για τη συγκομιδή των καρπών τους. [< μτγν. ῥαβδιστής ‘αυτός που χτυπά με ραβδί στάχυα ή μαλλί’] | |
| 43809 | ραβδιστικός | , ή, ό ρα-βδι-στι-κός επίθ.: που χρησιμεύει στο ράβδισμα κυρ. των ελαιόδεντρων: ~ό: μηχάνημα.|| (ως ουσ.) Δονητικό ~ό. ~ό ελιών (πβ. ελαιοραβδιστικό). Βλ. ραβδιστήρι. | |
| 43810 | ραβδόγραμμα | ρα-βδό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΣΤΑΤΙΣΤ. γράφημα που αποτελείται από κάθετες ή οριζόντιες μπάρες, το μέγεθος των οποίων είναι ανάλογο με τις τιμές που αναπαριστούν: ~ συχνοτήτων. Πβ. ακιδωτό διάγραμμα. Βλ. ιστόγραμμα, πίτα. [< αγγλ. bar diagram, 1923] | |
| 43811 | ραβδοειδής | , ής, ές ρα-βδο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που έχει σχήμα ράβδου: ~ής: μαγνήτης. ~ή: ηλεκτρόδια. Πβ. ραβδόμορφος. Βλ. -ειδής, ραβδωτός. [< μτγν. ῥαβδοειδής, αγγλ. rhabdoid] | |
| 43812 | ραβδοκώδικας | ρα-βδο-κώ-δι-κας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμωτός/γραμμικός κώδικας. | |
| 43813 | ραβδόμορφος | , η, ο ρα-βδό-μορ-φος επίθ. (επιστ.): που έχει μορφή ράβδου: ~ος: μαγνήτης. ~α: βακτήρια (βλ. βάκιλος). Πβ. ραβδοειδής. Βλ. -μορφος. [< αγγλ. rhabditiform] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ