Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4420-4440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3487αναταράσσωβλ. αναταράζω
3488αναταραχή[ἀναταραχή] α-να-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.): απουσία ηρεμίας, τάξης, ομαλότητας· αναστάτωση: γενικευμένη/εσωτερική/οικονομική/παγκόσμια/πολεμική/πολιτική/συναισθηματική/ψυχική ~. Κοινωνικές ~ές (: κινητοποιήσεις). ~ στις φυλακές (= εξέγερση)/στον χώρο της παιδείας. Περίοδος ρευστότητας και ~ής. Στη δίνη της διεθνούς ~ής. Επικρατεί ~ στο κόμμα. Κόπασε/οξύνεται η ~. Σημειώθηκε νέα ~ στη ... (= συμπλοκές, συγκρούσεις, επεισόδια). Οι διαδόσεις για ... προκάλεσαν μεγάλη ~ στους κατοίκους. Πβ. αναβρασμός, ανακατωσούρα, αναμπουμπούλα, σύγχυση, χαλασμός, χαμός. [< γαλλ. perturbation]
3489ανάταση[ἀνάταση] α-νά-τα-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εξύψωση: αγωνιστική/εθνική/ηθική/πνευματική/πολιτιστική ~ του ανθρώπου. ~ ενός κινήματος. Πβ. έξαρση, μεταρσίωση. 2. ανύψωση· (ΓΥΜΝ.) άσκηση με τα χέρια τεντωμένα πάνω από το κεφάλι με τις παλάμες αντικριστά: || Σε θέση ~ης. Κάμψεις και ~άσεις. Βλ. ημι~, έκταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχική ανάταση: ψυχική ευφορία: Αισθάνομαι/νιώθω ~ ~. ● ΦΡ.: με ανάταση του χεριού (/των χεριών) & (λόγ.) δι΄ανατάσεως της χειρός (/των χειρών) (επίσ.): φανερή ψηφοφορία με ανύψωση του χεριού: Η εκλογή έγινε ~ ~. [< αρχ. ἀνάτασις, γαλλ. élévation]
3490ανατάσσω[ἀνατάσσω] α-να-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {ανέτα-ξε, ανατά-χθηκε} 1. επαναφέρω στην αρχική καλή κατάσταση· αποκαθιστώ: ~ξαν το αρνητικό κλίμα (πβ. αναστρέφω)/την οικονομία (πβ. ανασυγκροτώ). Χώρα που προσπαθεί να ~χθεί (= ορθοποδήσει). 2. ΙΑΤΡ. (για γιατρό) κάνω ανάταξη. [< μτγν. ἀνατάσσω 'τακτοποιώ']
3491ανατεθειμένος, η, ο βλ. αναθέτω
3492ανατέθηκεβλ. αναθέτω
3493ανατείνω[ἀνατείνω] α-να-τεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανέτει-να, ανατά-θηκε, -θεί} (λόγ.): ανυψώνω: ~νε (= σήκωσε) τα χέρια του στον ουρανό.|| (μτφ.) ~θηκε ψυχολογικά. [< αρχ. ἀνατείνω]
3494ανατέλλει[ἀνατέλλει] α-να-τέλ-λει ρ. (αμτβ.) {ανέτειλε, (να/θα) ανατείλει, ανατέλλ-οντας} 1. (για ουράνιο σώμα, κυρ. για τον ήλιο) εμφανίζεται πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα, βγαίνει, ξεπροβάλλει. ΑΝΤ. βασιλεύει (2), δύει (1) 2. (μτφ.) αρχίζει, ξεκινάει ή προβάλλει: Ο αιώνας που ~. Μια νέα εποχή ~ για την υγεία.|| Μια ελπίδα ~ (= παρουσιάζεται).|| Οι φρονιμίτες ~ουν φυσιολογικά μετά την ηλικία των 18 ετών. Πβ. αναδύομαι. ● ΦΡ.: ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου βλ. άστρο [< 1: αρχ. ἀνατέλλω 2: μτγν. ~]
3495ανατέλλων, ουσα, ον [ἀνατέλλων] α-να-τέλ-λων επίθ. (λόγ.): που ανατέλλει: η χώρα του ~οντος ηλίου (: η Ιαπωνία).|| (μτφ.) ~ων: ηγέτης/σταρ. ~ουσα: δύναμη. ~ον: πολιτικό άστρο. Πβ. αναδυόμενος. [< αρχ. ἀνατέλλων]
3496ανατέμνω[ἀνατέμνω] α-να-τέ-μνω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εξετάζω και αναλύω διεξοδικά: Βιβλίο που ~ει πολιτικές έννοιες/τη ζωή και το έργο κάποιου/την (κοινωνικοπολιτική) πραγματικότητα. 2. (σπάν.) κάνω τομή σε νεκρό σώμα με στόχο τη μελέτη του. [< 1: γαλλ. disséquer 2: αρχ. ἀνατέμνω]
3497ανατίθεταιβλ. αναθέτω
3498ανατίμηση[ἀνατίμηση] α-να-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αύξηση της τιμής νομίσματος, προϊόντος ή υπηρεσίας: αιφνίδια/αλματώδης ~. Διαδοχικές/μαζικές/σταδιακές ~ήσεις. ~ του πετρελαίου/των πρώτων υλών/της συναλλαγματικής ισοτιμίας/των χαρτοφυλακίων. ~ του ευρώ έναντι του δολαρίου. Κύμα ~ήσεων. Πβ. υπερτίμηση. ΑΝΤ. υποτίμηση (1) [< γερμ. Aufwertung, γαλλ. réévaluation, 1929]
3499ανατιμητικός, ή, ό [ἀνατιμητικός] α-να-τι-μη-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την ανατίμηση: ~ή: πορεία/τάση (νομίσματος). Ακραία ~ά φαινόμενα. ● επίρρ.: ανατιμητικά
3500ανατιμολόγηση[ἀνατιμολόγηση] α-να-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εκ νέου τιμολόγηση: ~ φαρμάκων. Αναγκαστικές ~ήσεις δανείων. Πβ. ανα-, επανα-κοστολόγηση.
3501ανατιμώ[ἀνατιμῶ] α-να-τι-μώ ρ. (μτβ.) {ανατιμ-ά ...| ανατίμ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. κάνω ανατίμηση· ακριβαίνω: Το νόμισμα ~ήθηκε (ΑΝΤ. διολισθαίνει). Η συναλλαγματική ισοτιμία ~ήθηκε κατά ... %.|| Προϊόντα που έχουν ~ηθεί. Πβ. υπερτιμώ. ΑΝΤ. υποτιμώ (2) [< αρχ. ἀνατιμῶ, γερμ. aufwerten]
3502ανατινάζω[ἀνατινάζω] α-να-τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {ανατίνα-ξε, ανατινά-χτηκε κ. -χθηκε -γμένος, ανατινάζ-οντας} & (λόγ.) ανατινάσσω 1. καταστρέφω κάτι προκαλώντας έκρηξη: ~χθηκε αυτοκίνητο παγιδευμένο με εκρηκτικά (: εξερράγη). 2. {συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (μτφ.) δυναμιτίζω, υπονομεύω: Με τις δηλώσεις του ~ξε τις θέσεις της παράταξης. Πβ. τορπιλίζω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα. [< αρχ. ἀνατινάσσω]
3503ανατίναξη[ἀνατίναξη] α-να-τί-να-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανατινάζω: ~ βράχου (βλ. εκβραχισμός)/γέφυρας/κτιρίου. Γόμωση, πυροδότηση, ~. Εκσκαφή με ~άξεις. Πβ. έκρηξη. [< μεσν. ανατίναξις]
3504ανατοκισμός[ἀνατοκισμός] α-να-το-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κεφαλοποίηση των (καθυστερούμενων) τόκων: ετήσιος/περιοδικός/συνεχής/τραπεζικός ~. Πβ. πανωτόκια, σύνθετος τόκος. Βλ. εκτοκισμός, -ισμός. [< μτγν. ἀνατοκισμός, αγγλ. anatocism]
3505ανατολή[ἀνατολή] α-να-το-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. εμφάνιση του ήλιου στον ορίζοντα και κατ' επέκτ. κάθε ουράνιου σώματος· συνεκδ. η συγκεκριμένη ώρα: ~ των αστέρων/της σελήνης.|| Θ' ανοίξουν οι κάλπες με την ~ του ήλιου. Πβ. αυγή, ξημέρωμα, φέξιμο, χάραμα. ΑΝΤ. δύση (1), ηλιοβασίλεμα 2. (κατ' επέκτ., με κεφαλ. το αρχικό Α, συντομ. Α.) σημείο του ορίζοντα, από όπου παρατηρείται η ανατολή του Ηλίου· κατ' επέκτ. το δεξιό τμήμα σε χάρτη και το αντίστοιχο σημείο της πυξίδας απέναντι από τη δύση: Το δωμάτιο βλέπει προς την ~. Βλ. βορράς, νότος. 3. (με κεφαλ. το αρχικό Α) το ανατολικό τμήμα γεωγραφικής περιοχής (κυρ. χώρας ή ηπείρου)· οι χώρες της Ασίας: Στα βάθη της ~ής.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το σχίσμα ~ής και Δύσης (= ορθόδοξης και ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας). 4. (μτφ.) αρχή, ξεκίνημα: Στην ~ του 21ου αιώνα. Με την ~ του νέου έτους. Πβ. απαρχή, αυγή, αφετηρία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ δοντιού. ● ΣΥΜΠΛ.: Άπω Ανατολή: οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ασίας (Ανατολική Ρωσία, Ιαπωνία, οι χώρες της Ινδοκίνας, Ινδονησία, Κίνα, Κορέα, Φιλιππίνες). [< γαλλ. Extrême-Orient] , η Εγγύς Ανατολή: (κυρ. στην ΑΡΧΑΙΟΛ., ΙΣΤ., ΓΕΩΓΡ.) η Μέση Ανατολή. [< γαλλ. Proche-Orient] , Μέση Ανατολή: τα μέρη που εκτείνονται μεταξύ ΝΔ Ασίας και ΒΑ Αφρικής (Ιορδανία, Ιράκ, Ιράν, Ισραήλ, Λίβανος, Παλαιστίνη, Σαουδική Αραβία, Συρία). [< γαλλ. Moyen-Orient] ● ΦΡ.: εξ Ανατολών (λόγ.): από ανατολικά: ~ ~ απειλή/γείτονες. ~ ~ προς δυσμάς., η καθ' ημάς Ανατολή (λόγ.): οι περιοχές της Ασίας όπου άκμασε ο ελληνισμός, κυρ. η Μικρά Ασία: η ορθόδοξη καθ' ~., προς ανατολάς (λόγ.): προς τα ανατολικά: επέκταση/πορεία ~ ~. Από δυσμάς ~ ~. [< 1,2: αρχ. ἀνατολή 3: γαλλ. Orient, Est 4: κατά τη σημ. 2 του ανατέλλει]
3506ανατολίζων, ουσα, ον [ἀνατολίζων] α-να-το-λί-ζων επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την ανατολίζουσα περίοδο: ~ων: ρυθμός. ~ουσα: κεραμική. ~οντα: θέματα. 2. (λόγ.) που έχει επηρεαστεί από τον πολιτισμό της (Εγγύς ή/και Μέσης) Ανατολής, που μιμείται κάτι ανατολικό: ~ουσα: μελωδία. ~οντα: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολίζουσα περίοδος: ΑΡΧΑΙΟΛ. το χρονικό διάστημα (730/720 - 630 π.Χ.) κατά το οποίο παρατηρείται επίδραση της ανατολικής και αιγυπτιακής τέχνης στην αντίστοιχη αρχαία ελληνική, μέσα από τον δανεισμό ζωικών και φυτικών μορφών: γεωμετρική και ~ ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.