Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4420-4440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3477ανάσχεση[ἀνάσχεση] α-νά-σχε-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): σταμάτημα ή συγκράτηση αρνητικής ή δυσάρεστης κατάστασης: ~ της εξάπλωσης της πυρκαγιάς/επέλασης του στρατού (ΣΥΝ. αναχαίτιση)/επιδημίας. Μέτρα ~ης του πληθωρισμού (πβ. τιθάσευση, χαλιναγώγηση). Πβ. ανακοπή, αποτροπή.|| Αναπτυξιακή/οικονομική ~ (πβ. στασιμότητα). ● ΣΥΜΠΛ.: ανάσχεση της κυκλοφορίας: προσωρινή διακοπή, επιβράδυνση της κυκλοφορίας των οχημάτων: ~ ~ λόγω έργων/τροχαίου. Πβ. μποτιλιάρισμα. [< μτγν. ἀνάσχεσις]
3478ανασχετικός, ή, ό [ἀνασχετικός] α-να-σχε-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την ανάσχεση: ~ός: ρόλος. ~ή: δράση/δύναμη/λειτουργία. ~ά: έργα/φράγματα (πβ. αντιπλημμυρικά). ~οί παράγοντες στην προώθηση μεταρρυθμίσεων. Πβ. ανασταλτ-, αναχαιτιστ-, αποτρεπτ-ικός.|| (ως ουσ.) ~ό διάβρωσης/πυρκαγιάς. ● επίρρ.: ανασχετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< μτγν. ἀνασχετικός]
3479ανασχηματίζω[ἀνασχηματίζω] α-να-σχη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {ανασχημάτι-σε, -σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος}: οργανώνω, συγκροτώ κάτι εκ νέου, με στόχο τη βελτίωση της δομής ή/και της λειτουργίας του: ~εται το φορολογικό σύστημα. (ΠΟΛΙΤ.) Ο πρωθυπουργός ~σε (= ανασυγκρότησε) το υπουργικό συμβούλιο/την κυβέρνηση. ~σμένη: επιτροπή. ~σμένο: επιτελείο. Πβ. ανα-διαρθρώνω, -μορφώνω, -συνθέτω. [< γαλλ. réformer, remanier]
3480ανασχηματισμός[ἀνασχηματισμός] α-να-σχη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασχηματίζω: διοικητικός/δομικός/οργανωτικός/ριζικός ~. (ΠΟΛΙΤ., αλλαγή του κυβερνητικού σχήματος:) Έγινε ~ της κυβέρνησης/του υπουργικού συμβουλίου (πβ. αναδόμηση). Σενάρια/φήμες περί ~ού. Ο πρωθυπουργός απέκλεισε το ενδεχόμενο ~ού/προχώρησε σε ~ό. Πβ. ανα-διάρθρωση, -μόρφωση, -σύνθεση. [< γαλλ. réformation, remaniement]
3481ανατάμωβλ. ανατέμνω
3482ανάταξη[ἀνάταξη] α-νά-τα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. επαναφορά οργάνου, μέλους του σώματος στη θέση του και γενικότ. αποκατάσταση φυσιολογικής βλάβης: ανατομική/ηλεκτρική (πβ. απινίδωση, βλ. ηλεκτροσόκ)/χειρουργική ~. Ανοικτή/κλειστή ~ (: με/χωρίς εγχείρηση). ~ άρθρωσης/κατάγματος/κήλης/μήτρας/ώμου. Φαρμακευτική ~ της αρρυθμίας. 2. (μτφ.-επιστ.) αποκατάσταση: ~ του βιοτόπου/του κατεστραμμένου περιβάλλοντος/της οικονομίας/της υπηρεσίας. Πβ. αναδιάρθρωση, ανασυγκρότηση, ανασύσταση. [< 1: μτγν. ἀνάταξις 'οικονομική εκτίμηση', αγγλ. taxis]
3483ανατάξιμος, η, ο [ἀνατάξιμος] α-να-τά-ξι-μος επίθ.: ΙΑΤΡ. που μπορεί να αναταχθεί: ~ο: κάταγμα/οστό.|| ~ος: ίκτερος. ~ο: κώμα/σοκ. Μη ~ες βλάβες.|| (μτφ.-επιστ., συνήθ. αποφατικά) Μη ~ες επιπτώσεις (π.χ. για το περιβάλλον). Πβ. αναστρέψ-, βελτιώσ-, διορθώσ-ιμος. [< γαλλ. réductible]
3484αναταξινόμηση[ἀναταξινόμηση] α-να-τα-ξι-νό-μη-ση ουσ. (θηλ.): ταξινόμηση εκ νέου: ~ αποθεματικών/κονδυλίων/στοιχείων.
3485αναταράζω[ἀναταράζω] α-να-τα-ρά-ζω ρ. (μτβ.) {ανατάρα-ξε, -ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, αναταράζ-οντας} & (λόγ.) αναταράσσω 1. (μτφ.) αναστατώνω, προκαλώ αναταραχή: Η ξαφνική της άφιξη ~ξε τη ζωή του. ~ξε τα νερά της εποχής του. Δηλώσεις που ~ξαν το πολιτικό σκηνικό. Πβ. ανάβω φωτιά/φωτιές, ταράζω. 2. ανακινώ έντονα, ανακατεύω: (για διάλυμα, π.χ. φάρμακο:) ~ξτε καλά πριν από τη χρήση. ΣΥΝ. αναδεύω [< αρχ. ἀναταράσσω]
3486ανατάραξη[ἀνατάραξη] α-να-τά-ρα-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αναστάτωση, αναταραχή: ~ των αγορών. Κοινωνικές/πολιτικές ~άξεις (= εντάσεις· βλ. κρίση). 2. ανακάτεμα, ανακίνηση: ~ του διαλύματος/της φιάλης. ΣΥΝ. ανάδευση ● αναταράξεις (οι): ΜΕΤΕΩΡ. διαταραχή που οφείλεται στις συνεχώς μεταβαλλόμενες και ακανόνιστες κινήσεις του αέρα: ατμοσφαιρικές/ισχυρές ~. (συνήθ. για πτήση:) Είχαμε/σημειώθηκαν ~ πριν από την προσγείωση. Το αεροπλάνο εισέρχεται σε ζώνη ~άξεων. Βλ. κενό (αέρος). [< αγγλ. turbulences, 1907, γαλλ. ~, 1956] [< 1: γαλλ. perturbation]
3487αναταράσσωβλ. αναταράζω
3488αναταραχή[ἀναταραχή] α-να-τα-ρα-χή ουσ. (θηλ.): απουσία ηρεμίας, τάξης, ομαλότητας· αναστάτωση: γενικευμένη/εσωτερική/οικονομική/παγκόσμια/πολεμική/πολιτική/συναισθηματική/ψυχική ~. Κοινωνικές ~ές (: κινητοποιήσεις). ~ στις φυλακές (= εξέγερση)/στον χώρο της παιδείας. Περίοδος ρευστότητας και ~ής. Στη δίνη της διεθνούς ~ής. Επικρατεί ~ στο κόμμα. Κόπασε/οξύνεται η ~. Σημειώθηκε νέα ~ στη ... (= συμπλοκές, συγκρούσεις, επεισόδια). Οι διαδόσεις για ... προκάλεσαν μεγάλη ~ στους κατοίκους. Πβ. αναβρασμός, ανακατωσούρα, αναμπουμπούλα, σύγχυση, χαλασμός, χαμός. [< γαλλ. perturbation]
3489ανάταση[ἀνάταση] α-νά-τα-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εξύψωση: αγωνιστική/εθνική/ηθική/πνευματική/πολιτιστική ~ του ανθρώπου. ~ ενός κινήματος. Πβ. έξαρση, μεταρσίωση. 2. ανύψωση· (ΓΥΜΝ.) άσκηση με τα χέρια τεντωμένα πάνω από το κεφάλι με τις παλάμες αντικριστά: || Σε θέση ~ης. Κάμψεις και ~άσεις. Βλ. ημι~, έκταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ψυχική ανάταση: ψυχική ευφορία: Αισθάνομαι/νιώθω ~ ~. ● ΦΡ.: με ανάταση του χεριού (/των χεριών) & (λόγ.) δι΄ανατάσεως της χειρός (/των χειρών) (επίσ.): φανερή ψηφοφορία με ανύψωση του χεριού: Η εκλογή έγινε ~ ~. [< αρχ. ἀνάτασις, γαλλ. élévation]
3490ανατάσσω[ἀνατάσσω] α-να-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {ανέτα-ξε, ανατά-χθηκε} 1. επαναφέρω στην αρχική καλή κατάσταση· αποκαθιστώ: ~ξαν το αρνητικό κλίμα (πβ. αναστρέφω)/την οικονομία (πβ. ανασυγκροτώ). Χώρα που προσπαθεί να ~χθεί (= ορθοποδήσει). 2. ΙΑΤΡ. (για γιατρό) κάνω ανάταξη. [< μτγν. ἀνατάσσω 'τακτοποιώ']
3491ανατεθειμένος, η, ο βλ. αναθέτω
3492ανατέθηκεβλ. αναθέτω
3493ανατείνω[ἀνατείνω] α-να-τεί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανέτει-να, ανατά-θηκε, -θεί} (λόγ.): ανυψώνω: ~νε (= σήκωσε) τα χέρια του στον ουρανό.|| (μτφ.) ~θηκε ψυχολογικά. [< αρχ. ἀνατείνω]
3494ανατέλλει[ἀνατέλλει] α-να-τέλ-λει ρ. (αμτβ.) {ανέτειλε, (να/θα) ανατείλει, ανατέλλ-οντας} 1. (για ουράνιο σώμα, κυρ. για τον ήλιο) εμφανίζεται πάνω από τη γραμμή του ορίζοντα, βγαίνει, ξεπροβάλλει. ΑΝΤ. βασιλεύει (2), δύει (1) 2. (μτφ.) αρχίζει, ξεκινάει ή προβάλλει: Ο αιώνας που ~. Μια νέα εποχή ~ για την υγεία.|| Μια ελπίδα ~ (= παρουσιάζεται).|| Οι φρονιμίτες ~ουν φυσιολογικά μετά την ηλικία των 18 ετών. Πβ. αναδύομαι. ● ΦΡ.: ανατέλλει/μεσουρανεί, δύει/σβήνει το άστρο κάποιου βλ. άστρο [< 1: αρχ. ἀνατέλλω 2: μτγν. ~]
3495ανατέλλων, ουσα, ον [ἀνατέλλων] α-να-τέλ-λων επίθ. (λόγ.): που ανατέλλει: η χώρα του ~οντος ηλίου (: η Ιαπωνία).|| (μτφ.) ~ων: ηγέτης/σταρ. ~ουσα: δύναμη. ~ον: πολιτικό άστρο. Πβ. αναδυόμενος. [< αρχ. ἀνατέλλων]
3496ανατέμνω[ἀνατέμνω] α-να-τέ-μνω ρ. (μτβ.) {συνήθ. στο γ' πρόσ.} (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. (μτφ.) εξετάζω και αναλύω διεξοδικά: Βιβλίο που ~ει πολιτικές έννοιες/τη ζωή και το έργο κάποιου/την (κοινωνικοπολιτική) πραγματικότητα. 2. (σπάν.) κάνω τομή σε νεκρό σώμα με στόχο τη μελέτη του. [< 1: γαλλ. disséquer 2: αρχ. ἀνατέμνω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.