Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44380-44400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43825ραβίρα-βί ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & ραββί 1. (στην ΚΔ) προσφώνηση του Ιησού Χριστού από τους μαθητές του. 2. ΘΡΗΣΚ. (παλαιότ.) ραβίνος. [< μτγν. ῥαββί]
43826ραβιέραρα-βιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μικρό βαθουλωτό πιάτο, συνήθ. οβάλ, για σερβίρισμα ορεκτικών. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. raviera]
43827ραβινικός, ή, ό ρα-βι-νι-κός επίθ. & ραββινικός: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους ραβίνους ή τη διδασκαλία τους.
43828ραβίνοςρα-βί-νος ουσ. (αρσ.) & ραββίνος: ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικός ηγέτης, λειτουργός εβραϊκής κοινότητας. Βλ. αρχι~. ΣΥΝ. ραβί (2) [< μεσν. ραμπίνος, ιταλ. rabbino]
43829ραβιόλιαρα-βιό-λια ουσ. (ουδ.) & ραβιόλες (οι): ΜΑΓΕΙΡ. τετράγωνα ζυμαρικά με γέμιση τυριού, κιμά ή λαχανικών: ~ με σπανάκι. Βλ. ραφιόλια. [< μεσν. ραβιόλι, ιταλ. ravioli]
43830ράβωρά-βω ρ. (αμτβ. κ. μτβ) {έρα-ψα, ρά-ψω, ράβ-εται, ρά-φτηκε, προστ. ρά-ψε, ρα-μμένος, ράβ-οντας} 1. ενώνω με βελόνα και κλωστή ιδ. κομμάτια ενδύματος ή υφάσματος: ~ τα κουμπιά/το παντελόνι/την τσέπη (πβ. επιδιορθώνω). ~ διακριτικά πάνω σε ρούχο. ~ (κάτι) γερά/προσωρινά/πρόχειρα/σφιχτά. ~ με μηχανή (βλ. ραπτομηχανή)/στο χέρι. Τρύπησε η μπλούζα σου και πρέπει να την ~ψεις. Πβ. μαντάρω, στριφώνω.|| ~ φύλλα καπνού. ΑΝΤ. ξηλώνω (1) 2. αναθέτω σε επαγγελματία να μου φτιάξει ρούχο ή σπανιότ. σχεδιάζω και δημιουργώ ρούχο κατά παραγγελία: ~ νυφικό/σακάκι/ταγιέρ (σε μοδίστρα ή ράφτη). ~εται σε οίκο μόδας.|| Μόδιστρος που ~ει τους διάσημους. ΣΥΝ. ντύνω (2) 3. (προφ.) κάνω ράμματα: Ο γιατρός του ~ψε την πληγή/το τραύμα (βλ. κλείνω). Με ~ψανε με/χωρίς αναισθητικό. ● ΦΡ.: κόβει και ράβει (μτφ.-προφ.): κάνει ό,τι θέλει ή σπανιότ. φλυαρεί ακατάσχετα: ~ ~ χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Πβ. λύνει και δένει.|| Η γλώσσα σου/το στόμα σου ~ ~., ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει (παροιμ.): για περιττή ή ανώφελη επανάληψη εργασίας ή διαδικασίας., κομμένος και ραμμένος βλ. κομμένος, ράβει/προβάρει το κουστούμι βλ. κουστούμι, ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! βλ. στόμα [< μεσν. ράβω < αρχ. ῥάπτω]
43831ράγα1ρά-γα ουσ. (θηλ.): μεταλλική ράβδος πάνω στην οποία στηρίζεται ή μετακινείται κάτι: ~ κύλισης/οροφής/τοίχου. ~ες μεταφοράς/ολίσθησης/φωτισμού.ράγες (οι): σιδερένιες δοκοί πάνω στις οποίες κυλούν οι τροχοί των σιδηροδρομικών ή τροχιοδρομικών οχημάτων: οι ~ του τραμ/τρένου. Εκτροχιασμός από τις ~. Πβ. (σιδηρο)τροχιά. [< γαλλ. rail]
43832ράγα2[ῥάγα] ρά-γα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μικρός σαρκώδης καρπός, συνήθ. σταφυλιού. ΣΥΝ. ρώγα (1) [< αρχ. ῥάξ, αιτ. ῥᾶγα]
43833ραγάδες[ῥαγάδες] ρα-γά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. ραβδώσεις ή σχισμές του δέρματος: ~ εγκυμοσύνης. ~ στους μηρούς/στο στήθος. Βλ. κυτταρίτιδα.|| ~ του πρωκτού (πβ. σκασίματα). Βλ. ουλή. [< μτγν. ῥαγάς, αιτ. -άδα, αγγλ. rhagades]
43834ραγδαίος, α, ο [ῥαγδαῖος] ρα-γδαί-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που γίνεται ξαφνικά και γρήγορα: ~α: επιδείνωση του καιρού/της υγείας του. ~ες: αλλαγές/εξελίξεις. ~α: άνοδος/πτώση των τιμών. Τα δεδομένα αλλάζουν με ~ους ρυθμούς. Πβ. αλματώδης, καλπάζων, ταχύς. 2. που εκδηλώνεται με μεγάλη δύναμη και ένταση: ~α: νεροποντή. ~ες: βροχοπτώσεις. ΣΥΝ. σφοδρός ● επίρρ.: ραγδαία & -ως: ΑΝΤ. βραδέως [< αρχ. ῥαγδαῖος ‘σφοδρός, βίαιος, ορμητικός’]
43835ραγδαιότηταρα-γδαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΜΕΤΕΩΡ. το ύψος της βροχής (σε χιλιοστά) που πέφτει σε ορισμένο χρονικό διάστημα (συνήθ. ανά ώρα): βροχή με έντονη/μεγάλη ~. Μέγιστη ~ ανά λεπτό. Αύξηση της ~ας των βροχοπτώσεων. Βλ. ένταση. [< μτγν. ῥαγδαιότης 'ορμητικότητα']
43836ραγιαδισμόςρα-για-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): δουλοπρεπής νοοτροπία, στάση που χαρακτηρίζεται από υποταγή. Πβ. δουλικότητα, δουλοφροσύνη, εθελοδουλία, υποτέλεια. Βλ. -ισμός.
43837ραγιάςρα-γιάς ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. ο χριστιανός κυρ. υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την Τουρκοκρατία. Βλ. σκλάβος. 2. (μτφ.-μειωτ.) δούλος. Πβ. γραικύλος, οσφυοκάμπτης, υπηρέτης, υπόδουλος. [< τουρκ. raya]
43838ραγίζωρα-γί-ζω ρ. (αμτβ.) {ράγι-σε, ραγί-σει, -σμένος, ραγίζ-οντας, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} & (σπάν.-λαϊκό) ραΐζω 1. δημιουργώ, προξενώ ή υφίσταμαι ρωγμή: Ο καθρέφτης/το μάρμαρο/το τζάμι ~σε. Εξαιτίας του σεισμού, ~σε το ταβάνι/ο τοίχος. Το παρμπρίζ του αυτοκινήτου ~σε από τη σύγκρουση/το χαλάζι. ~σμένη: τζαμαρία. ~σμένο: ποτήρι.|| Ευτυχώς το κόκαλο δεν έσπασε, απλά ~σε. ~σα το πόδι/χέρι μου. 2. (μτφ.) δέχομαι πλήγμα, κλονίζομαι: Η μεταξύ μας σχέση/φιλία ~σε ύστερα από μια παρεξήγηση.|| Η φωνή της ~σε (= έσπασε) από τη συγκίνηση. ● ΦΡ.: ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου: (μτφ.) πληγώνω· στεναχωριέμαι πολύ, θλίβομαι: Όταν τον εγκατέλειψε, του ~σε την καρδιά.|| ~ει (= σφίγγεται) ~ να σε βλέπω σε αυτήν την κατάσταση., αν/άμα/όταν ραγίσει/σπάσει το γυαλί (δεν ξανακολλάει) βλ. γυαλί, ράγισαν και οι πέτρες βλ. πέτρα [< μεσν. ραγίζω < αρχ. ῥήγνυμι]
43839ράγισμαρά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) ράισμα: το αποτέλεσμα του ραγίζω: ~ στο παρμπρίζ/της οθόνης. Πβ. ραγισματιά, ρωγμή, σχισμή.|| ~ στα πλευρά (βλ. ρωγμώδες κάταγμα). Βλ. σπάσιμο. ● Υποκ.: ραγισματάκι (το)
43840ραγισματιάρα-γι-σμα-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μικρή ρωγμή: ~ στο έδαφος/στον τοίχο. Πβ. ράγισμα, σχισμή.
43841ράγκαρά-γκα ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό μελωδικό σχήμα της ινδικής μουσικής. [< αγγλ. raga]
43842ραγκλάνβλ. ρεγκλάν
43843ράγκμπιρά-γκμπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό παιχνίδι που διεξάγεται μεταξύ δύο ομάδων, συνήθ. δεκαπέντε παικτών, οι οποίοι έχουν ως στόχο να στείλουν μια οβάλ μπάλα με τα χέρια ή τα πόδια πίσω από τη γραμμή του αντίπαλου τέρματος ή πάνω από το οριζόντιο δοκάρι: ~ με αμαξίδιο (: παραολυμπιακό άθλημα). Βλ. ποδόσφαιρο, χάντμπολ. [< αγγλ. rugby, 1864, γαλλ. ~, 1888]
43844ραγκούρα-γκού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγού: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κατσαρόλας με κομμάτια κρέατος ή/και λαχανικών, που μαγειρεύεται με πολλά καρυκεύματα και πηχτή σάλτσα: αρνί/μοσχάρι/πατάτες ~ (με μανιτάρια/μπάμιες). Βλ. εντράδα, φρικασέ. [< γαλλ. ragoût]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.