| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43814 | ραβδομυοσάρκωμα | ρα-βδο-μυ-ο-σάρ-κω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. όγκος υψηλής κακοήθειας που σχηματίζεται στους σκελετικούς μυς και προσβάλλει συνήθ. παιδιά: εμβρυϊκό/κυψελιδικό ~. [< γερμ. Rhabdomyosarkom, αγγλ. rhabdomyosarcoma, γαλλ. rhabdomyosarcome] | |
| 43815 | ραβδομύωμα | ρα-βδο-μύ-ω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σπάνιο καλόηθες νεόπλασμα των γραμμωτών μυών, που εμφανίζεται συνήθ. στο μυοκάρδιο. Βλ. -ωμα2. [< αγγλ. rhabdomyoma, γαλλ. rhabdomyome] | |
| 43816 | ράβδος | [ῥάβδος] ρά-βδος ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. μακρόστενο κυλινδρικό όργανο, συνήθ. από ξύλο ή μέταλλο· κάθε αντικείμενο με παρόμοιο σχήμα: αγώγιμη/αστυνομική (= κλομπ)/εύκαμπτη/τηλεσκοπική ~. Φωτιστικές ~οι. ~ αλουμινίου/πυρηνικού καυσίμου. ~οι ορθογωνικής/στρογγυλής διατομής. ~ ανάρτησης/ζεύξης (: στο σύστημα διεύθυνσης του αυτοκινήτου).|| (ως σύμβολο Αρχής, εξουσίας, αξιώματος, ιδιότητας ή τίτλου:) Μαγική (: του ταχυδακτυλουργού)/(ΕΚΚΛΗΣ.) ποιμαντορική ~. Πβ. βέργα, μαγκούρα, μπάρα, μπαστούνι, ραβδί. Βλ. μπαγκέτα. 2. (σπάν.) χτύπημα με το παραπάνω όργανο. Πβ. ραβδιά, ραβδισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: αγία ράβδος (μτφ.-ειρων.): το ξύλο ως μέσο συμμόρφωσης ή τιμωρίας: Θα πέσει ~ ~., ράβδος χρυσού: πλάκα χρυσού με ορισμένο βάρος και μέγεθος: επένδυση σε ~ους ~. [< γαλλ. barre d'or] , αντιστρεπτική ράβδος βλ. αντιστρεπτικός ● ΦΡ.: όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος βλ. πίπτω [< 1: αρχ. ῥάβδος] | |
| 43817 | ραβδοσκοπία | ρα-βδο-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τεχνική εντοπισμού υπόγειων υδάτων, μετάλλων, ακόμα και αγνοουμένων, με ειδική ράβδο ή εκκρεμές, από άτομα με υψηλή ραδιαισθησία. Βλ. -σκοπία. | |
| 43818 | ραβδοσκοπικός | , ή, ό ρα-βδο-σκο-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραβδοσκοπία: ~ό: μηχάνημα. | |
| 43819 | ραβδοσκόπος | ρα-βδο-σκό-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): άτομο που ασχολείται με τη ραβδοσκοπία. Βλ. -σκόπος. | |
| 43820 | ραβδώσεις | [ῥαβδώσεις] ρα-βδώ-σεις ουσ. (θηλ.) (οι) {σπάν. στον εν. ράβδωση} 1. παράλληλες γραμμές ή ζώνες που έχουν διαφορετική απόχρωση ή υφή από την επιφάνεια πάνω στην οποία βρίσκονται: (για ζώα) ~ στην κοιλιά/στο στήθος/στο τρίχωμα. Χρωματικές ~. Ανοιχτές/σκούρες ~ υφάσματος/χαρτιού. Πβ. λωρίδα, νερά, ρίγα.|| (ειδικότ.) ~ του δέρματος (πβ. ραγάδες). 2. στενόμακρες εξοχές ή εσοχές, κυρ. σε στερεή επιφάνεια: ανάγλυφες/βαθιές/ελικοειδείς ~. Οι ~ των κιόνων. Πβ. αυλακιά, αυλάκωση, γλυφή. [< αρχ. ῥάβδωσις] | |
| 43821 | ραβδωτός | , ή, ό [ῥαβδωτός] ρα-βδω-τός επίθ.: που φέρει ραβδώσεις ή αυλακώσεις στην επιφάνειά του: ~ή: κάννη. ~οί: σωλήνες. ~ά: όπλα. Πβ. αυλακωτός, γραμμωτός. ΑΝΤ. αράβδωτος ● ΣΥΜΠΛ.: γραμμωτός/γραμμικός κώδικας βλ. γραμμωτός [< αρχ. ῥαβδωτός] | |
| 43822 | ραβέντι | ρα-βέ-ντι ουσ. (ουδ.) & ρεβέντι & ρήον: ΒΟΤ. φυτό (γένος Rheum) με τοξικά πράσινα φύλλα και εδώδιμα κόκκινα κοτσάνια που έχουν τονωτικές και καθαρτικές ιδιότητες και χρησιμοποιούνται και στη μαγειρική. [< μεσν. ραβέντι < τουρκ. ravent· μτγν. ῥῆον] | |
| 43823 | ραβέρσα | ρα-βέρ-σα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ που εκτελείται με το ένα χέρι και το σώμα πλάγια προς το καλάθι. Βλ. χουκ. | |
| 43824 | ραβερσέ | ρα-βερ-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) σουτ ή πάσα που γίνεται με ραβέρσα. | |
| 43825 | ραβί | ρα-βί ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & ραββί 1. (στην ΚΔ) προσφώνηση του Ιησού Χριστού από τους μαθητές του. 2. ΘΡΗΣΚ. (παλαιότ.) ραβίνος. [< μτγν. ῥαββί] | |
| 43826 | ραβιέρα | ρα-βιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μικρό βαθουλωτό πιάτο, συνήθ. οβάλ, για σερβίρισμα ορεκτικών. Βλ. -ιέρα. [< ιταλ. raviera] | |
| 43827 | ραβινικός | , ή, ό ρα-βι-νι-κός επίθ. & ραββινικός: ΘΡΗΣΚ. που σχετίζεται με τους ραβίνους ή τη διδασκαλία τους. | |
| 43828 | ραβίνος | ρα-βί-νος ουσ. (αρσ.) & ραββίνος: ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικός ηγέτης, λειτουργός εβραϊκής κοινότητας. Βλ. αρχι~. ΣΥΝ. ραβί (2) [< μεσν. ραμπίνος, ιταλ. rabbino] | |
| 43829 | ραβιόλια | ρα-βιό-λια ουσ. (ουδ.) & ραβιόλες (οι): ΜΑΓΕΙΡ. τετράγωνα ζυμαρικά με γέμιση τυριού, κιμά ή λαχανικών: ~ με σπανάκι. Βλ. ραφιόλια. [< μεσν. ραβιόλι, ιταλ. ravioli] | |
| 43830 | ράβω | ρά-βω ρ. (αμτβ. κ. μτβ) {έρα-ψα, ρά-ψω, ράβ-εται, ρά-φτηκε, προστ. ρά-ψε, ρα-μμένος, ράβ-οντας} 1. ενώνω με βελόνα και κλωστή ιδ. κομμάτια ενδύματος ή υφάσματος: ~ τα κουμπιά/το παντελόνι/την τσέπη (πβ. επιδιορθώνω). ~ διακριτικά πάνω σε ρούχο. ~ (κάτι) γερά/προσωρινά/πρόχειρα/σφιχτά. ~ με μηχανή (βλ. ραπτομηχανή)/στο χέρι. Τρύπησε η μπλούζα σου και πρέπει να την ~ψεις. Πβ. μαντάρω, στριφώνω.|| ~ φύλλα καπνού. ΑΝΤ. ξηλώνω (1) 2. αναθέτω σε επαγγελματία να μου φτιάξει ρούχο ή σπανιότ. σχεδιάζω και δημιουργώ ρούχο κατά παραγγελία: ~ νυφικό/σακάκι/ταγιέρ (σε μοδίστρα ή ράφτη). ~εται σε οίκο μόδας.|| Μόδιστρος που ~ει τους διάσημους. ΣΥΝ. ντύνω (2) 3. (προφ.) κάνω ράμματα: Ο γιατρός του ~ψε την πληγή/το τραύμα (βλ. κλείνω). Με ~ψανε με/χωρίς αναισθητικό. ● ΦΡ.: κόβει και ράβει (μτφ.-προφ.): κάνει ό,τι θέλει ή σπανιότ. φλυαρεί ακατάσχετα: ~ ~ χωρίς να δίνει λόγο σε κανέναν. Πβ. λύνει και δένει.|| Η γλώσσα σου/το στόμα σου ~ ~., ράβε, ξήλωνε, δουλειά να μη σου λείπει (παροιμ.): για περιττή ή ανώφελη επανάληψη εργασίας ή διαδικασίας., κομμένος και ραμμένος βλ. κομμένος, ράβει/προβάρει το κουστούμι βλ. κουστούμι, ράψε/βούλωσε/κλείσε το στόμα σου! βλ. στόμα [< μεσν. ράβω < αρχ. ῥάπτω] | |
| 43831 | ράγα1 | ρά-γα ουσ. (θηλ.): μεταλλική ράβδος πάνω στην οποία στηρίζεται ή μετακινείται κάτι: ~ κύλισης/οροφής/τοίχου. ~ες μεταφοράς/ολίσθησης/φωτισμού. ● ράγες (οι): σιδερένιες δοκοί πάνω στις οποίες κυλούν οι τροχοί των σιδηροδρομικών ή τροχιοδρομικών οχημάτων: οι ~ του τραμ/τρένου. Εκτροχιασμός από τις ~. Πβ. (σιδηρο)τροχιά. [< γαλλ. rail] | |
| 43832 | ράγα2 | [ῥάγα] ρά-γα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): μικρός σαρκώδης καρπός, συνήθ. σταφυλιού. ΣΥΝ. ρώγα (1) [< αρχ. ῥάξ, αιτ. ῥᾶγα] | |
| 43833 | ραγάδες | [ῥαγάδες] ρα-γά-δες ουσ. (θηλ.) (οι): ΙΑΤΡ. ραβδώσεις ή σχισμές του δέρματος: ~ εγκυμοσύνης. ~ στους μηρούς/στο στήθος. Βλ. κυτταρίτιδα.|| ~ του πρωκτού (πβ. σκασίματα). Βλ. ουλή. [< μτγν. ῥαγάς, αιτ. -άδα, αγγλ. rhagades] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ