Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44400-44420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43845ράγκταϊμρά-γκτα-ϊμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγκτάιμ: ΜΟΥΣ. πρώιμο είδος τζαζ μουσικής, κυρ. για σόλο πιάνο, με χαρακτηριστικό συγκοπτόμενο ήχο. Βλ. φοξ-τροτ. [< αμερικ. ragtime, γαλλ. ~, 1913]
43846ραγοειδής, ής, ές ρα-γο-ει-δής επίθ.: που έχει σχήμα ράγας, ρώγας. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ραγοειδής χιτώνας: ΑΝΑΤ. αγγειώδης χιτώνας του ματιού που αποτελείται από την ίριδα, το ακτινωτό ή κυκλικό σώμα και τον χοριοειδή χιτώνα. [< μτγν. ῥαγοειδής χιτών, γαλλ. uvée] [< μτγν. ῥαγοειδής]
43847ραγοειδίτιδαρα-γο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα: οπίσθια ~ (= χοριοειδίτιδα). Πβ. ιριδοκυκλίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. uvéite]
43848ραγούβλ. ραγκού
43849ράγουλοβλ. ράουλο
43850ράδαρά-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ευρύ αγκυροβόλιο με άνοιγμα προς τη θάλασσα. Πβ. αραξοβόλι, προλιμένας. [< μεσν. ράδα < ιταλ. rada]
43851ραδερφόρντιορα-δερ-φόρ-ντι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Rf, Ζ 104) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. rutherfordium, 1969, νεοζηλανδικό ανθρ. Ernest Rutherford]
43852ραδιαισθησίαρα-δι-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): η ικανότητα που θεωρείται ότι έχει κάποιος να εντοπίζει άυλα ή υλικά σώματα ή συνήθ. υπόγειες πηγές, με βάση την ακτινοβολία που εκπέμπουν. Βλ. ραβδοσκοπία. [< γαλλ. radiesthésie, 1930, αγγλ. radiesthesia, 1935]
43853ραδιενέργειαρα-δι-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. εκπομπή σωματιδίων ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας κατά τη διάσπαση ασταθών ατομικών πυρήνων: τεχνητή/υψηλή/φυσική ~. Η ~ του περιβάλλοντος. Έκθεση σε/μόλυνση από ~. Ανώτατο όριο/μετρητής ~ας. Το ουράνιο εκπέμπει ~. Βλ. κιουρί, μπεκερέλ, πυρηνική σύντηξη, πυρηνική σχάση. [< γαλλ. radioactivité, 1896, αγγλ. radioactivity, 1899]
43854ραδιενεργός, ή/ός, ό ρα-δι-ε-νερ-γός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που εκπέμπει, περιέχει ραδιενέργεια ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή/ός: δράση/μόλυνση. ~ό: ισότοπο (= ραδιοϊσότοπο)/ορυκτό/υλικό. ~ές: πηγές. ~ά: μόρια (βλ. αυτοραδιογραφία). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα: ρυπογόνες ουσίες που προκύπτουν από πυρηνική έκρηξη. [< αγγλ. radioactive fallout, 1952] , ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα: πολύ επικίνδυνα αναλωθέντα καύσιμα ή υλικά που προέρχονται κυρ. από σταθμούς πυρηνικής ενέργειας. [< αγγλ. radioactive waste, 1947] , ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο: του οποίου όλα τα ισότοπα είναι ραδιενεργά: τεχνητά/φυσικά ~ά ~α. Βλ. θόριο, μεντελέβιο, ουράνιο, πολώνιο, προμήθειο, ράδιο. ΣΥΝ. ραδιοστοιχείο [< γαλλ. élément radioactif] , ραδιενεργός ρύπανση: μόλυνση του περιβάλλοντος από ραδιενεργά απόβλητα. [< αγγλ. radioactive pollution, 1977] , ραδιενεργό μέταλλο βλ. μέταλλο, ραδιενεργό νέφος βλ. νέφος, ραδιενεργός ακτινοβολία βλ. ακτινοβολία [< γαλλ. radioactif, 1896, αγγλ. radioactive, 1898]
43855ραδίκιρα-δί-κι ουσ. (ουδ.) {ραδικ-ιού, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. είδος αυτοφυών κυρ. χόρτων που τρώγονται βρασμένα: άγρια (= αγριοράδικα)/ιταλικά/κόκκινα/πικρά (= πικροράδικα, πικραλίδες) ~ια. ~ια του βουνού/σαλάτα. ~ της θάλασσας (= σταμναγκάθι). Βλ. αντίδι, κιχώριο, ταραξάκο. ● ΦΡ.: άι-κιου ραδικιού βλ. άι-κιου, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα [< μεσν. ραδίκι < ιταλ. radicchio]
43856ραδιο- & ραδιό-& ραδι- α' συνθετικό επιστημονικών όρων που αναφέρονται 1. στo ράδιο, τη ραδιενέργεια: ραδιο-ϊσότοπο.|| Ραδιο-χρονολόγηση/~χημεία. 2. στα ηλεκτρομαγνητικά κύματα: ραδιο-πομπός/~συχνότητα. 3. (ειδικότ.) στο ραδιόφωνο ή τη ραδιοφωνία: ραδιο-κασετόφωνο.|| Ραδιο-σταθμός/~πειρατεία.
43857ράδιο1ρά-δι-ο ουσ. (ουδ.): ραδιόφωνο. ● Υποκ.: ραδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ράδιο-αρβύλα (προφ.): αναξιόπιστη, ανυπόστατη φήμη: Η είδηση/ιστορία είναι ~ ~. Πβ. κουτσομπολιό.
43858ράδιο2ρά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ραδίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό μέταλλο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. Ra, Ζ 88) που ανήκει στην ομάδα των αλκαλικών γαιών του περιοδικού συστήματος. [< γαλλ. radium, 1898, αγγλ. ~, 1899]
43859ραδιοακτινοβολίαρα-δι-ο-α-κτι-νο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ακτινοβολία που εκπέμπεται από τα ραδιοκύματα. Βλ. -βολία.
43860ραδιοαστρονομίαρα-δι-ο-α-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά τα ραδιοκύματα που φτάνουν στη Γη από το Διάστημα. Βλ. κβάζαρ. [< αγγλ. radio astronomy, 1948, γαλλ. radioastronomie, 1953]
43861ραδιοαστρονόμοςρα-δι-ο-α-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη ραδιοαστρονομία. [< αγγλ. radio astronomer, 1952]
43862ραδιοβιολογίαρα-δι-ο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. κλάδος της βιολογίας που μελετά την επίδραση της ακτινοβολίας και της ραδιενέργειας στους ζωντανούς ιστούς και οργανισμούς. Βλ. ραδιοευαισθησία. ΣΥΝ. ακτινοβιολογία [< αγγλ. radiobiology, 1919, γαλλ. radiobiologie, 1905]
43863ραδιοβιολογικός, ή, ό ρα-δι-ο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη ραδιοβιολογία. [< αγγλ. radiobiologic(al), 1929, γαλλ. radiobiologique]
43864ραδιοβολίδαρα-δι-ο-βο-λί-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΕΤΕΩΡ. συσκευή εξοπλισμένη με όργανα μέτρησης ατμοσφαιρικών στοιχείων (θερμοκρασίας, πίεσης και υγρασίας) και ειδικό ραδιοπομπό, η οποία μεταφερόταν με αερόστατο στην ατμόσφαιρα, για να στέλνει μετεωρολογικά δεδομένα στη Γη. [< γαλλ. radiosonde, 1935]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.