| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43845 | ράγκταϊμ | ρά-γκτα-ϊμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγκτάιμ: ΜΟΥΣ. πρώιμο είδος τζαζ μουσικής, κυρ. για σόλο πιάνο, με χαρακτηριστικό συγκοπτόμενο ήχο. Βλ. φοξ-τροτ. [< αμερικ. ragtime, γαλλ. ~, 1913] | |
| 43846 | ραγοειδής | , ής, ές ρα-γο-ει-δής επίθ.: που έχει σχήμα ράγας, ρώγας. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ραγοειδής χιτώνας: ΑΝΑΤ. αγγειώδης χιτώνας του ματιού που αποτελείται από την ίριδα, το ακτινωτό ή κυκλικό σώμα και τον χοριοειδή χιτώνα. [< μτγν. ῥαγοειδής χιτών, γαλλ. uvée] [< μτγν. ῥαγοειδής] | |
| 43847 | ραγοειδίτιδα | ρα-γο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα: οπίσθια ~ (= χοριοειδίτιδα). Πβ. ιριδοκυκλίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. uvéite] | |
| 43848 | ραγού | βλ. ραγκού | |
| 43849 | ράγουλο | βλ. ράουλο | |
| 43850 | ράδα | ρά-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ευρύ αγκυροβόλιο με άνοιγμα προς τη θάλασσα. Πβ. αραξοβόλι, προλιμένας. [< μεσν. ράδα < ιταλ. rada] | |
| 43851 | ραδερφόρντιο | ρα-δερ-φόρ-ντι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Rf, Ζ 104) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. rutherfordium, 1969, νεοζηλανδικό ανθρ. Ernest Rutherford] | |
| 43852 | ραδιαισθησία | ρα-δι-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): η ικανότητα που θεωρείται ότι έχει κάποιος να εντοπίζει άυλα ή υλικά σώματα ή συνήθ. υπόγειες πηγές, με βάση την ακτινοβολία που εκπέμπουν. Βλ. ραβδοσκοπία. [< γαλλ. radiesthésie, 1930, αγγλ. radiesthesia, 1935] | |
| 43853 | ραδιενέργεια | ρα-δι-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. εκπομπή σωματιδίων ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας κατά τη διάσπαση ασταθών ατομικών πυρήνων: τεχνητή/υψηλή/φυσική ~. Η ~ του περιβάλλοντος. Έκθεση σε/μόλυνση από ~. Ανώτατο όριο/μετρητής ~ας. Το ουράνιο εκπέμπει ~. Βλ. κιουρί, μπεκερέλ, πυρηνική σύντηξη, πυρηνική σχάση. [< γαλλ. radioactivité, 1896, αγγλ. radioactivity, 1899] | |
| 43854 | ραδιενεργός | , ή/ός, ό ρα-δι-ε-νερ-γός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που εκπέμπει, περιέχει ραδιενέργεια ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή/ός: δράση/μόλυνση. ~ό: ισότοπο (= ραδιοϊσότοπο)/ορυκτό/υλικό. ~ές: πηγές. ~ά: μόρια (βλ. αυτοραδιογραφία). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα: ρυπογόνες ουσίες που προκύπτουν από πυρηνική έκρηξη. [< αγγλ. radioactive fallout, 1952] , ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα: πολύ επικίνδυνα αναλωθέντα καύσιμα ή υλικά που προέρχονται κυρ. από σταθμούς πυρηνικής ενέργειας. [< αγγλ. radioactive waste, 1947] , ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο: του οποίου όλα τα ισότοπα είναι ραδιενεργά: τεχνητά/φυσικά ~ά ~α. Βλ. θόριο, μεντελέβιο, ουράνιο, πολώνιο, προμήθειο, ράδιο. ΣΥΝ. ραδιοστοιχείο [< γαλλ. élément radioactif] , ραδιενεργός ρύπανση: μόλυνση του περιβάλλοντος από ραδιενεργά απόβλητα. [< αγγλ. radioactive pollution, 1977] , ραδιενεργό μέταλλο βλ. μέταλλο, ραδιενεργό νέφος βλ. νέφος, ραδιενεργός ακτινοβολία βλ. ακτινοβολία [< γαλλ. radioactif, 1896, αγγλ. radioactive, 1898] | |
| 43855 | ραδίκι | ρα-δί-κι ουσ. (ουδ.) {ραδικ-ιού, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. είδος αυτοφυών κυρ. χόρτων που τρώγονται βρασμένα: άγρια (= αγριοράδικα)/ιταλικά/κόκκινα/πικρά (= πικροράδικα, πικραλίδες) ~ια. ~ια του βουνού/σαλάτα. ~ της θάλασσας (= σταμναγκάθι). Βλ. αντίδι, κιχώριο, ταραξάκο. ● ΦΡ.: άι-κιου ραδικιού βλ. άι-κιου, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα [< μεσν. ραδίκι < ιταλ. radicchio] | |
| 43856 | ραδιο- & ραδιό- | & ραδι- α' συνθετικό επιστημονικών όρων που αναφέρονται 1. στo ράδιο, τη ραδιενέργεια: ραδιο-ϊσότοπο.|| Ραδιο-χρονολόγηση/~χημεία. 2. στα ηλεκτρομαγνητικά κύματα: ραδιο-πομπός/~συχνότητα. 3. (ειδικότ.) στο ραδιόφωνο ή τη ραδιοφωνία: ραδιο-κασετόφωνο.|| Ραδιο-σταθμός/~πειρατεία. | |
| 43857 | ράδιο1 | ρά-δι-ο ουσ. (ουδ.): ραδιόφωνο. ● Υποκ.: ραδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ράδιο-αρβύλα (προφ.): αναξιόπιστη, ανυπόστατη φήμη: Η είδηση/ιστορία είναι ~ ~. Πβ. κουτσομπολιό. | |
| 43858 | ράδιο2 | ρά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ραδίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό μέταλλο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. Ra, Ζ 88) που ανήκει στην ομάδα των αλκαλικών γαιών του περιοδικού συστήματος. [< γαλλ. radium, 1898, αγγλ. ~, 1899] | |
| 43859 | ραδιοακτινοβολία | ρα-δι-ο-α-κτι-νο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ακτινοβολία που εκπέμπεται από τα ραδιοκύματα. Βλ. -βολία. | |
| 43860 | ραδιοαστρονομία | ρα-δι-ο-α-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά τα ραδιοκύματα που φτάνουν στη Γη από το Διάστημα. Βλ. κβάζαρ. [< αγγλ. radio astronomy, 1948, γαλλ. radioastronomie, 1953] | |
| 43861 | ραδιοαστρονόμος | ρα-δι-ο-α-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη ραδιοαστρονομία. [< αγγλ. radio astronomer, 1952] | |
| 43862 | ραδιοβιολογία | ρα-δι-ο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. κλάδος της βιολογίας που μελετά την επίδραση της ακτινοβολίας και της ραδιενέργειας στους ζωντανούς ιστούς και οργανισμούς. Βλ. ραδιοευαισθησία. ΣΥΝ. ακτινοβιολογία [< αγγλ. radiobiology, 1919, γαλλ. radiobiologie, 1905] | |
| 43863 | ραδιοβιολογικός | , ή, ό ρα-δι-ο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη ραδιοβιολογία. [< αγγλ. radiobiologic(al), 1929, γαλλ. radiobiologique] | |
| 43864 | ραδιοβολίδα | ρα-δι-ο-βο-λί-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΕΤΕΩΡ. συσκευή εξοπλισμένη με όργανα μέτρησης ατμοσφαιρικών στοιχείων (θερμοκρασίας, πίεσης και υγρασίας) και ειδικό ραδιοπομπό, η οποία μεταφερόταν με αερόστατο στην ατμόσφαιρα, για να στέλνει μετεωρολογικά δεδομένα στη Γη. [< γαλλ. radiosonde, 1935] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ