Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44400-44420]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43834ραγδαίος, α, ο [ῥαγδαῖος] ρα-γδαί-ος επίθ. (λόγ.) 1. (μτφ.) που γίνεται ξαφνικά και γρήγορα: ~α: επιδείνωση του καιρού/της υγείας του. ~ες: αλλαγές/εξελίξεις. ~α: άνοδος/πτώση των τιμών. Τα δεδομένα αλλάζουν με ~ους ρυθμούς. Πβ. αλματώδης, καλπάζων, ταχύς. 2. που εκδηλώνεται με μεγάλη δύναμη και ένταση: ~α: νεροποντή. ~ες: βροχοπτώσεις. ΣΥΝ. σφοδρός ● επίρρ.: ραγδαία & -ως: ΑΝΤ. βραδέως [< αρχ. ῥαγδαῖος ‘σφοδρός, βίαιος, ορμητικός’]
43835ραγδαιότηταρα-γδαι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ΜΕΤΕΩΡ. το ύψος της βροχής (σε χιλιοστά) που πέφτει σε ορισμένο χρονικό διάστημα (συνήθ. ανά ώρα): βροχή με έντονη/μεγάλη ~. Μέγιστη ~ ανά λεπτό. Αύξηση της ~ας των βροχοπτώσεων. Βλ. ένταση. [< μτγν. ῥαγδαιότης 'ορμητικότητα']
43836ραγιαδισμόςρα-για-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): δουλοπρεπής νοοτροπία, στάση που χαρακτηρίζεται από υποταγή. Πβ. δουλικότητα, δουλοφροσύνη, εθελοδουλία, υποτέλεια. Βλ. -ισμός.
43837ραγιάςρα-γιάς ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. ο χριστιανός κυρ. υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την Τουρκοκρατία. Βλ. σκλάβος. 2. (μτφ.-μειωτ.) δούλος. Πβ. γραικύλος, οσφυοκάμπτης, υπηρέτης, υπόδουλος. [< τουρκ. raya]
43838ραγίζωρα-γί-ζω ρ. (αμτβ.) {ράγι-σε, ραγί-σει, -σμένος, ραγίζ-οντας, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} & (σπάν.-λαϊκό) ραΐζω 1. δημιουργώ, προξενώ ή υφίσταμαι ρωγμή: Ο καθρέφτης/το μάρμαρο/το τζάμι ~σε. Εξαιτίας του σεισμού, ~σε το ταβάνι/ο τοίχος. Το παρμπρίζ του αυτοκινήτου ~σε από τη σύγκρουση/το χαλάζι. ~σμένη: τζαμαρία. ~σμένο: ποτήρι.|| Ευτυχώς το κόκαλο δεν έσπασε, απλά ~σε. ~σα το πόδι/χέρι μου. 2. (μτφ.) δέχομαι πλήγμα, κλονίζομαι: Η μεταξύ μας σχέση/φιλία ~σε ύστερα από μια παρεξήγηση.|| Η φωνή της ~σε (= έσπασε) από τη συγκίνηση. ● ΦΡ.: ραγίζω την καρδιά κάποιου/ραγίζει η καρδιά μου: (μτφ.) πληγώνω· στεναχωριέμαι πολύ, θλίβομαι: Όταν τον εγκατέλειψε, του ~σε την καρδιά.|| ~ει (= σφίγγεται) ~ να σε βλέπω σε αυτήν την κατάσταση., αν/άμα/όταν ραγίσει/σπάσει το γυαλί (δεν ξανακολλάει) βλ. γυαλί, ράγισαν και οι πέτρες βλ. πέτρα [< μεσν. ραγίζω < αρχ. ῥήγνυμι]
43839ράγισμαρά-γι-σμα ουσ. (ουδ.) & (λαϊκό) ράισμα: το αποτέλεσμα του ραγίζω: ~ στο παρμπρίζ/της οθόνης. Πβ. ραγισματιά, ρωγμή, σχισμή.|| ~ στα πλευρά (βλ. ρωγμώδες κάταγμα). Βλ. σπάσιμο. ● Υποκ.: ραγισματάκι (το)
43840ραγισματιάρα-γι-σμα-τιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): μικρή ρωγμή: ~ στο έδαφος/στον τοίχο. Πβ. ράγισμα, σχισμή.
43841ράγκαρά-γκα ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. παραδοσιακό μελωδικό σχήμα της ινδικής μουσικής. [< αγγλ. raga]
43842ραγκλάνβλ. ρεγκλάν
43843ράγκμπιρά-γκμπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό παιχνίδι που διεξάγεται μεταξύ δύο ομάδων, συνήθ. δεκαπέντε παικτών, οι οποίοι έχουν ως στόχο να στείλουν μια οβάλ μπάλα με τα χέρια ή τα πόδια πίσω από τη γραμμή του αντίπαλου τέρματος ή πάνω από το οριζόντιο δοκάρι: ~ με αμαξίδιο (: παραολυμπιακό άθλημα). Βλ. ποδόσφαιρο, χάντμπολ. [< αγγλ. rugby, 1864, γαλλ. ~, 1888]
43844ραγκούρα-γκού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγού: ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό κατσαρόλας με κομμάτια κρέατος ή/και λαχανικών, που μαγειρεύεται με πολλά καρυκεύματα και πηχτή σάλτσα: αρνί/μοσχάρι/πατάτες ~ (με μανιτάρια/μπάμιες). Βλ. εντράδα, φρικασέ. [< γαλλ. ragoût]
43845ράγκταϊμρά-γκτα-ϊμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγκτάιμ: ΜΟΥΣ. πρώιμο είδος τζαζ μουσικής, κυρ. για σόλο πιάνο, με χαρακτηριστικό συγκοπτόμενο ήχο. Βλ. φοξ-τροτ. [< αμερικ. ragtime, γαλλ. ~, 1913]
43846ραγοειδής, ής, ές ρα-γο-ει-δής επίθ.: που έχει σχήμα ράγας, ρώγας. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: ραγοειδής χιτώνας: ΑΝΑΤ. αγγειώδης χιτώνας του ματιού που αποτελείται από την ίριδα, το ακτινωτό ή κυκλικό σώμα και τον χοριοειδή χιτώνα. [< μτγν. ῥαγοειδής χιτών, γαλλ. uvée] [< μτγν. ῥαγοειδής]
43847ραγοειδίτιδαρα-γο-ει-δί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα: οπίσθια ~ (= χοριοειδίτιδα). Πβ. ιριδοκυκλίτιδα. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. uvéite]
43848ραγούβλ. ραγκού
43849ράγουλοβλ. ράουλο
43850ράδαρά-δα ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. ευρύ αγκυροβόλιο με άνοιγμα προς τη θάλασσα. Πβ. αραξοβόλι, προλιμένας. [< μεσν. ράδα < ιταλ. rada]
43851ραδερφόρντιορα-δερ-φόρ-ντι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Rf, Ζ 104) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. rutherfordium, 1969, νεοζηλανδικό ανθρ. Ernest Rutherford]
43852ραδιαισθησίαρα-δι-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): η ικανότητα που θεωρείται ότι έχει κάποιος να εντοπίζει άυλα ή υλικά σώματα ή συνήθ. υπόγειες πηγές, με βάση την ακτινοβολία που εκπέμπουν. Βλ. ραβδοσκοπία. [< γαλλ. radiesthésie, 1930, αγγλ. radiesthesia, 1935]
43853ραδιενέργειαρα-δι-ε-νέρ-γει-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ΠΥΡ. εκπομπή σωματιδίων ή ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας κατά τη διάσπαση ασταθών ατομικών πυρήνων: τεχνητή/υψηλή/φυσική ~. Η ~ του περιβάλλοντος. Έκθεση σε/μόλυνση από ~. Ανώτατο όριο/μετρητής ~ας. Το ουράνιο εκπέμπει ~. Βλ. κιουρί, μπεκερέλ, πυρηνική σύντηξη, πυρηνική σχάση. [< γαλλ. radioactivité, 1896, αγγλ. radioactivity, 1899]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.