Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44420-44440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43854ραδιενεργός, ή/ός, ό ρα-δι-ε-νερ-γός επίθ.: ΦΥΣ. ΠΥΡ. που εκπέμπει, περιέχει ραδιενέργεια ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή/ός: δράση/μόλυνση. ~ό: ισότοπο (= ραδιοϊσότοπο)/ορυκτό/υλικό. ~ές: πηγές. ~ά: μόρια (βλ. αυτοραδιογραφία). ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιενεργά κατάλοιπα: ρυπογόνες ουσίες που προκύπτουν από πυρηνική έκρηξη. [< αγγλ. radioactive fallout, 1952] , ραδιενεργά/πυρηνικά απόβλητα: πολύ επικίνδυνα αναλωθέντα καύσιμα ή υλικά που προέρχονται κυρ. από σταθμούς πυρηνικής ενέργειας. [< αγγλ. radioactive waste, 1947] , ραδιενεργό (χημικό) στοιχείο: του οποίου όλα τα ισότοπα είναι ραδιενεργά: τεχνητά/φυσικά ~ά ~α. Βλ. θόριο, μεντελέβιο, ουράνιο, πολώνιο, προμήθειο, ράδιο. ΣΥΝ. ραδιοστοιχείο [< γαλλ. élément radioactif] , ραδιενεργός ρύπανση: μόλυνση του περιβάλλοντος από ραδιενεργά απόβλητα. [< αγγλ. radioactive pollution, 1977] , ραδιενεργό μέταλλο βλ. μέταλλο, ραδιενεργό νέφος βλ. νέφος, ραδιενεργός ακτινοβολία βλ. ακτινοβολία [< γαλλ. radioactif, 1896, αγγλ. radioactive, 1898]
43855ραδίκιρα-δί-κι ουσ. (ουδ.) {ραδικ-ιού, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΟΤ. είδος αυτοφυών κυρ. χόρτων που τρώγονται βρασμένα: άγρια (= αγριοράδικα)/ιταλικά/κόκκινα/πικρά (= πικροράδικα, πικραλίδες) ~ια. ~ια του βουνού/σαλάτα. ~ της θάλασσας (= σταμναγκάθι). Βλ. αντίδι, κιχώριο, ταραξάκο. ● ΦΡ.: άι-κιου ραδικιού βλ. άι-κιου, βλέπει/κοιτάζει τα ραδίκια/τα κυπαρίσσια ανάποδα βλ. ανάποδα [< μεσν. ραδίκι < ιταλ. radicchio]
43856ραδιο- & ραδιό-& ραδι- α' συνθετικό επιστημονικών όρων που αναφέρονται 1. στo ράδιο, τη ραδιενέργεια: ραδιο-ϊσότοπο.|| Ραδιο-χρονολόγηση/~χημεία. 2. στα ηλεκτρομαγνητικά κύματα: ραδιο-πομπός/~συχνότητα. 3. (ειδικότ.) στο ραδιόφωνο ή τη ραδιοφωνία: ραδιο-κασετόφωνο.|| Ραδιο-σταθμός/~πειρατεία.
43857ράδιο1ρά-δι-ο ουσ. (ουδ.): ραδιόφωνο. ● Υποκ.: ραδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ράδιο-αρβύλα (προφ.): αναξιόπιστη, ανυπόστατη φήμη: Η είδηση/ιστορία είναι ~ ~. Πβ. κουτσομπολιό.
43858ράδιο2ρά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {ραδίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό μέταλλο αργυρόλευκου χρώματος (σύμβ. Ra, Ζ 88) που ανήκει στην ομάδα των αλκαλικών γαιών του περιοδικού συστήματος. [< γαλλ. radium, 1898, αγγλ. ~, 1899]
43859ραδιοακτινοβολίαρα-δι-ο-α-κτι-νο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ακτινοβολία που εκπέμπεται από τα ραδιοκύματα. Βλ. -βολία.
43860ραδιοαστρονομίαρα-δι-ο-α-στρο-νο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. κλάδος που μελετά τα ραδιοκύματα που φτάνουν στη Γη από το Διάστημα. Βλ. κβάζαρ. [< αγγλ. radio astronomy, 1948, γαλλ. radioastronomie, 1953]
43861ραδιοαστρονόμοςρα-δι-ο-α-στρο-νό-μος ουσ. (αρσ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη ραδιοαστρονομία. [< αγγλ. radio astronomer, 1952]
43862ραδιοβιολογίαρα-δι-ο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. κλάδος της βιολογίας που μελετά την επίδραση της ακτινοβολίας και της ραδιενέργειας στους ζωντανούς ιστούς και οργανισμούς. Βλ. ραδιοευαισθησία. ΣΥΝ. ακτινοβιολογία [< αγγλ. radiobiology, 1919, γαλλ. radiobiologie, 1905]
43863ραδιοβιολογικός, ή, ό ρα-δι-ο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.-ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη ραδιοβιολογία. [< αγγλ. radiobiologic(al), 1929, γαλλ. radiobiologique]
43864ραδιοβολίδαρα-δι-ο-βο-λί-δα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΜΕΤΕΩΡ. συσκευή εξοπλισμένη με όργανα μέτρησης ατμοσφαιρικών στοιχείων (θερμοκρασίας, πίεσης και υγρασίας) και ειδικό ραδιοπομπό, η οποία μεταφερόταν με αερόστατο στην ατμόσφαιρα, για να στέλνει μετεωρολογικά δεδομένα στη Γη. [< γαλλ. radiosonde, 1935]
43865ραδιοβόλισηρα-δι-ο-βό-λι-ση ουσ. (θηλ.) & ραδιοβόληση (παλαιότ.): ΜΕΤΕΩΡ. μέτρηση ατμοσφαιρικών και μετεωρολογικών παραμέτρων με ραδιοβολίδα. [< γαλλ. radiosondage, 1942]
43866ραδιογαλαξίαςρα-δι-ο-γα-λα-ξί-ας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. γαλαξίας που εκπέμπει ραδιοκύματα, ισχυρή ραδιοπηγή. Πβ. κβάζαρ. [< αγγλ. radio galaxy, 1959, γαλλ. radiogalaxie, 1971]
43867ραδιογράφημαρα-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. απεικόνιση που προκύπτει από τη ραδιογραφία. Βλ. ακτινογραφία, -γράφημα. [< γαλλ. radiographie, αγγλ. radiograph, radiogram]
43868ραδιογραφίαρα-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & ραδιογράφηση: ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος απεικόνισης της εσωτερικής δομής σώματος με τη χρήση ακτίνων Χ: βιομηχανική/ψηφιακή ~. Πβ. ραδιοσκόπηση. Βλ. αυτο~, -γραφία. [< γαλλ. radiographie, αγγλ. radiography]
43869ραδιογραφικός, ή, ό ρα-δι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη ραδιογραφία. [< γαλλ. radiographique, αγγλ. radiographic]
43870ραδιογωνιόμετρορα-δι-ο-γω-νι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για τον προσδιορισμό της κατεύθυνσης εκπομπής ραδιοκυμάτων. Πβ. ραδιοπυξίδα. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. radiogoniomètre, 1899, αγγλ. radiogoniometer, 1908]
43871ραδιοδέκτηςρα-δι-ο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που δέχεται σήματα και μηνύματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Βλ. ραδιο-επικοινωνία, -πομπός. [< αγγλ. radio receiver]
43872ραδιοεκπομπήρα-δι-ο-εκ-πο-μπή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. εκπομπή ραδιοκυμάτων. 2. (προφ.) ραδιοφωνική εκπομπή.
43873ραδιοενισχυτήςρα-δι-ο-ε-νι-σχυ-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με ενισχυτή και ραδιόφωνο: πολυκάναλος/στερεοφωνικός ~. Ηχοσύστημα με ~ή. Βλ. ραδιοκασετόφωνο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.