Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44420-44440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43865ραδιοβόλισηρα-δι-ο-βό-λι-ση ουσ. (θηλ.) & ραδιοβόληση (παλαιότ.): ΜΕΤΕΩΡ. μέτρηση ατμοσφαιρικών και μετεωρολογικών παραμέτρων με ραδιοβολίδα. [< γαλλ. radiosondage, 1942]
43866ραδιογαλαξίαςρα-δι-ο-γα-λα-ξί-ας ουσ. (αρσ.): ΑΣΤΡΟΝ. γαλαξίας που εκπέμπει ραδιοκύματα, ισχυρή ραδιοπηγή. Πβ. κβάζαρ. [< αγγλ. radio galaxy, 1959, γαλλ. radiogalaxie, 1971]
43867ραδιογράφημαρα-δι-ο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. απεικόνιση που προκύπτει από τη ραδιογραφία. Βλ. ακτινογραφία, -γράφημα. [< γαλλ. radiographie, αγγλ. radiograph, radiogram]
43868ραδιογραφίαρα-δι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) & ραδιογράφηση: ΤΕΧΝΟΛ. μέθοδος απεικόνισης της εσωτερικής δομής σώματος με τη χρήση ακτίνων Χ: βιομηχανική/ψηφιακή ~. Πβ. ραδιοσκόπηση. Βλ. αυτο~, -γραφία. [< γαλλ. radiographie, αγγλ. radiography]
43869ραδιογραφικός, ή, ό ρα-δι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη ραδιογραφία. [< γαλλ. radiographique, αγγλ. radiographic]
43870ραδιογωνιόμετρορα-δι-ο-γω-νι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή για τον προσδιορισμό της κατεύθυνσης εκπομπής ραδιοκυμάτων. Πβ. ραδιοπυξίδα. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. radiogoniomètre, 1899, αγγλ. radiogoniometer, 1908]
43871ραδιοδέκτηςρα-δι-ο-δέ-κτης ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που δέχεται σήματα και μηνύματα μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Βλ. ραδιο-επικοινωνία, -πομπός. [< αγγλ. radio receiver]
43872ραδιοεκπομπήρα-δι-ο-εκ-πο-μπή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. εκπομπή ραδιοκυμάτων. 2. (προφ.) ραδιοφωνική εκπομπή.
43873ραδιοενισχυτήςρα-δι-ο-ε-νι-σχυ-τής ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με ενισχυτή και ραδιόφωνο: πολυκάναλος/στερεοφωνικός ~. Ηχοσύστημα με ~ή. Βλ. ραδιοκασετόφωνο.
43874ραδιοεντοπισμόςρα-δι-ο-ε-ντο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική προσδιορισμού της θέσης και πορείας πλοίου ή αεροσκάφους με ραντάρ. Βλ. ραδιο-ναυτιλία, -πλοήγηση. [< αγγλ. radiolocation, 1941, γαλλ. radiolocalisation, 1947]
43875ραδιοεντοπιστήςρα-δι-ο-ε-ντο-πι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ραντάρ. 2. ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, χειριστής ραντάρ: ηλεκτρονικός-~.
43876ραδιοεπικοινωνίαρα-δι-ο-ε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.): εκπομπή ή/και λήψη σημάτων μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: ασύρματη/διαστημική/δορυφορική/ψηφιακή ~. Υπηρεσίες ~ας. Βλ. ερτζιανά, ραδιο-δέκτης, -πομπός. [< γαλλ. radiocommunication, 1922]
43877ραδιοερασιτέχνηςρα-δι-ο-ε-ρα-σι-τέ-χνης ουσ. (αρσ.): άτομο που έχει επίσημη άδεια για κατοχή, εγκατάσταση και λειτουργία ερασιτεχνικού σταθμού ασυρμάτου. [< γαλλ. radioamateur, 1963]
43878ραδιοερασιτεχνικός, ή, ό ρα-δι-ο-ε-ρα-σι-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ραδιοερασιτέχνη ή τον ραδιοερασιτεχνισμό.
43879ραδιοερασιτεχνισμόςρα-δι-ο-ε-ρα-σι-τε-χνι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενασχόληση του ραδιοερασιτέχνη. Βλ. -ισμός.
43880ραδιοευαισθησίαρα-δι-ο-ευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. ευαισθησία ζωντανών ιστών στις ακτίνες Χ ή σε άλλες μορφές ιονίζουσας ακτινοβολίας. Βλ. ραδιοβιολογία. [< γαλλ. radiosensibilité]
43881ραδιοζεύξηρα-δι-ο-ζεύ-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνδεση δύο σημείων μέσω ραδιοκυμάτων για τη μετάδοση σήματος: ασύρματη/μικροκυματική/τηλεοπτική ~. ~εις και δορυφορικές επικοινωνίες. [< αγγλ. radio link, 1928]
43882ραδιοηλεκτρικός, ή, ό ρα-δι-ο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον ραδιοηλεκτρισμό: ~ό: φάσμα. ~ά: δίκτυα/κύματα (= ερτζιανά)/σήματα. [< γαλλ. radioélectrique, 1913]
43883ραδιοηλεκτρισμόςρα-δι-ο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις εφαρμογές των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στην τηλεπικοινωνία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. radioélectricité, 1922]
43884ραδιοηλεκτρολογίαρα-δι-ο-η-λε-κτρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. τεχνική μετάδοσης ακουστικών ή οπτικών σημάτων με ηλεκτρομαγνητικά κύματα· ο σχετικός επιστημονικός κλάδος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.