Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44440-44460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43885ραδιοηλεκτρολόγοςρα-δι-ο-η-λε-κτρο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ειδικός στον ραδιοηλεκτρισμό. [< γαλλ. radioélectricien, 1931]
43886ραδιοθάλαμοςρα-δι-ο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αίθουσα με κατάλληλο εξοπλισμό και ακουστική για ηχογράφηση ή μετάδοση ραδιοφωνικού προγράμματος: ~ σταθμού. Πβ. στούντιο. [< γαλλ. studio, 1908]
43887ραδιοθεραπείαρα-δι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπεία. Βλ. βραχυθεραπεία, -θεραπεία.
43888ραδιοθεραπευτικήρα-δι-ο-θε-ρα-πευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπευτική.
43889ραδιοϊσοτοπικός, ή, ό ρα-δι-ο-ϊ-σο-το-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με ραδιοϊσότοπα ή γίνεται με αυτά: ~ή: αγγειογραφία/απεικόνιση (μυοκαρδίου)/τομογραφία (εγκεφάλου). ~ές: θεραπείες. Βλ. ακτινολογικός. [< αγγλ. radioisotopic, 1956, γαλλ. radioisotopique]
43890ραδιοϊσότοπορα-δι-ο-ϊ-σό-το-πο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. ασταθές ισότοπο χημικού στοιχείου που, όταν διασπάται, εκπέμπει ραδιενέργεια: τεχνητά/φυσικά ~α. Θεραπεία/χρονολόγηση (ιστών) με ~α. [< αγγλ. radioisotope, 1938, γαλλ. radio-isotope, 1947, γερμ. Radioisotop]
43891ραδιοκασετόφωνορα-δι-ο-κα-σε-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με ραδιόφωνο και κασετόφωνο: ~ αυτοκινήτου. Βλ. ραδιοενισχυτής. ΣΥΝ. ραδιομαγνητόφωνο [< αγγλ. radio cassette recorder]
43892ραδιοκύματαρα-δι-ο-κύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {ραδιοκυμ-άτων}: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα για τη μετάδοση τηλεπικοινωνιακών, ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σημάτων: δέκτης ~ων. ~ που εκπέμπονται από κινητά/ραδιοπομπούς/ραντάρ. Βλ. ερτζιανά, ραδιενέργεια, ραδιο-ακτινοβολία, -επικοινωνία, -ζεύξη. [< αγγλ. radio waves, 1915]
43893ραδιοκυματικός, ή, ό ρα-δι-ο-κυ-μα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με ραδιοκύματα ή λειτουργεί με αυτά: ~ή: τηλεπισκόπηση.
43894ραδιολογίαρα-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ακτινολογία. Βλ. ραδιο-γραφία, -θεραπεία, -σκόπηση, τηλε~. 2. ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες των ραδιενεργών σωμάτων καθώς και τις εφαρμογές της ραδιενέργειας στην επιστήμη, την ιατρική και τη βιομηχανία. Βλ. -λογία. [< γερμ. Radiologie, γαλλ. radiologie, 1904, αγγλ. radiology, 1900]
43895ραδιολογικός, ή, ό ρα-δι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραδιολογία: ~ός: κίνδυνος. ~ή: ρύπανση. ~ό: ατύχημα. ~ά: όπλα/υλικά.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση. [< γερμ. radiologisch, γαλλ. radiologique, 1904, αγγλ. radiological, 1909]
43896ραδιολόγοςρα-δι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ή τεχνικός ειδικευμένος στη ραδιολογία: ακτινολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. radiologue, 1932, αγγλ. radiologist, 1906]
43897ραδιόλυσηρα-δι-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διάσπαση χημικής ένωσης εξαιτίας της δράσης ιονίζουσας ακτινοβολίας: παλμική ~. ~ του νερού. [< αγγλ. radiolysis, 1948, γαλλ. radiolyse, 1968, γερμ. Radiolyse]
43898ραδιομαγνητόφωνορα-δι-ο-μα-γνη-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ραδιοκασετόφωνο.
43899ραδιομαραθώνιοςρα-δι-ο-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) & ραδιοφωνικός μαραθώνιος: έκτακτη ραδιοφωνική εκπομπή μεγάλης διάρκειας κατά την οποία ο παρουσιαστής και οι τηλεφωνητές δέχονται προσφορές από τους ακροατές, με σκοπό κυρ. τη συγκέντρωση χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. τηλεμαραθώνιος. [< αμερικ. radiothon, 1964 < radiomarathon]
43900ραδιομετρίαρα-δι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανίχνευση και ιδ. τη μέτρηση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Βλ. ακτινομετρία, -μετρία. [< αγγλ. radiometry, γαλλ. radiométrie]
43901ραδιομετρικός, ή, ό ρα-δι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη ραδιομετρία ή το ραδιόμετρο: ~ή: ανάλυση/διόρθωση (εικόνας). [< αγγλ. radiometric, γαλλ. radiométrique]
43902ραδιόμετρορα-δι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται στη ραδιομετρία: ~ μικροκυμάτων. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. radiometer, γαλλ. radiomètre]
43903ραδιοναυτιλίαρα-δι-ο-ναυ-τι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σύνολο τεχνικών που χρησιμοποιούνται στην (αερο)ναυσιπλοΐα για τον προσδιορισμό της θέσης κυρ. πλοίων: δορυφορική ~. Βλ. ραδιο-πλοήγηση, -πυξίδα, ραντάρ. [< γαλλ. navigation radioélectrique, radionavigation, 1932]
43904ραδιοναυτίλοςρα-δι-ο-ναυ-τί-λος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας με κύρια καθήκοντα την καταγραφή της απόστασης που διανύθηκε από αεροσκάφος και τον προσδιορισμό της διαδρομής που πρέπει να ακολουθηθεί. [< γαλλ. radionavigant, 1931]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.