| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43885 | ραδιοηλεκτρολόγος | ρα-δι-ο-η-λε-κτρο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ειδικός στον ραδιοηλεκτρισμό. [< γαλλ. radioélectricien, 1931] | |
| 43886 | ραδιοθάλαμος | ρα-δι-ο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αίθουσα με κατάλληλο εξοπλισμό και ακουστική για ηχογράφηση ή μετάδοση ραδιοφωνικού προγράμματος: ~ σταθμού. Πβ. στούντιο. [< γαλλ. studio, 1908] | |
| 43887 | ραδιοθεραπεία | ρα-δι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπεία. Βλ. βραχυθεραπεία, -θεραπεία. | |
| 43888 | ραδιοθεραπευτική | ρα-δι-ο-θε-ρα-πευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπευτική. | |
| 43889 | ραδιοϊσοτοπικός | , ή, ό ρα-δι-ο-ϊ-σο-το-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με ραδιοϊσότοπα ή γίνεται με αυτά: ~ή: αγγειογραφία/απεικόνιση (μυοκαρδίου)/τομογραφία (εγκεφάλου). ~ές: θεραπείες. Βλ. ακτινολογικός. [< αγγλ. radioisotopic, 1956, γαλλ. radioisotopique] | |
| 43890 | ραδιοϊσότοπο | ρα-δι-ο-ϊ-σό-το-πο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. ασταθές ισότοπο χημικού στοιχείου που, όταν διασπάται, εκπέμπει ραδιενέργεια: τεχνητά/φυσικά ~α. Θεραπεία/χρονολόγηση (ιστών) με ~α. [< αγγλ. radioisotope, 1938, γαλλ. radio-isotope, 1947, γερμ. Radioisotop] | |
| 43891 | ραδιοκασετόφωνο | ρα-δι-ο-κα-σε-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με ραδιόφωνο και κασετόφωνο: ~ αυτοκινήτου. Βλ. ραδιοενισχυτής. ΣΥΝ. ραδιομαγνητόφωνο [< αγγλ. radio cassette recorder] | |
| 43892 | ραδιοκύματα | ρα-δι-ο-κύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {ραδιοκυμ-άτων}: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα για τη μετάδοση τηλεπικοινωνιακών, ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σημάτων: δέκτης ~ων. ~ που εκπέμπονται από κινητά/ραδιοπομπούς/ραντάρ. Βλ. ερτζιανά, ραδιενέργεια, ραδιο-ακτινοβολία, -επικοινωνία, -ζεύξη. [< αγγλ. radio waves, 1915] | |
| 43893 | ραδιοκυματικός | , ή, ό ρα-δι-ο-κυ-μα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με ραδιοκύματα ή λειτουργεί με αυτά: ~ή: τηλεπισκόπηση. | |
| 43894 | ραδιολογία | ρα-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ακτινολογία. Βλ. ραδιο-γραφία, -θεραπεία, -σκόπηση, τηλε~. 2. ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες των ραδιενεργών σωμάτων καθώς και τις εφαρμογές της ραδιενέργειας στην επιστήμη, την ιατρική και τη βιομηχανία. Βλ. -λογία. [< γερμ. Radiologie, γαλλ. radiologie, 1904, αγγλ. radiology, 1900] | |
| 43895 | ραδιολογικός | , ή, ό ρα-δι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραδιολογία: ~ός: κίνδυνος. ~ή: ρύπανση. ~ό: ατύχημα. ~ά: όπλα/υλικά.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση. [< γερμ. radiologisch, γαλλ. radiologique, 1904, αγγλ. radiological, 1909] | |
| 43896 | ραδιολόγος | ρα-δι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ή τεχνικός ειδικευμένος στη ραδιολογία: ακτινολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. radiologue, 1932, αγγλ. radiologist, 1906] | |
| 43897 | ραδιόλυση | ρα-δι-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διάσπαση χημικής ένωσης εξαιτίας της δράσης ιονίζουσας ακτινοβολίας: παλμική ~. ~ του νερού. [< αγγλ. radiolysis, 1948, γαλλ. radiolyse, 1968, γερμ. Radiolyse] | |
| 43898 | ραδιομαγνητόφωνο | ρα-δι-ο-μα-γνη-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ραδιοκασετόφωνο. | |
| 43899 | ραδιομαραθώνιος | ρα-δι-ο-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) & ραδιοφωνικός μαραθώνιος: έκτακτη ραδιοφωνική εκπομπή μεγάλης διάρκειας κατά την οποία ο παρουσιαστής και οι τηλεφωνητές δέχονται προσφορές από τους ακροατές, με σκοπό κυρ. τη συγκέντρωση χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. τηλεμαραθώνιος. [< αμερικ. radiothon, 1964 < radiomarathon] | |
| 43900 | ραδιομετρία | ρα-δι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανίχνευση και ιδ. τη μέτρηση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Βλ. ακτινομετρία, -μετρία. [< αγγλ. radiometry, γαλλ. radiométrie] | |
| 43901 | ραδιομετρικός | , ή, ό ρα-δι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη ραδιομετρία ή το ραδιόμετρο: ~ή: ανάλυση/διόρθωση (εικόνας). [< αγγλ. radiometric, γαλλ. radiométrique] | |
| 43902 | ραδιόμετρο | ρα-δι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται στη ραδιομετρία: ~ μικροκυμάτων. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. radiometer, γαλλ. radiomètre] | |
| 43903 | ραδιοναυτιλία | ρα-δι-ο-ναυ-τι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σύνολο τεχνικών που χρησιμοποιούνται στην (αερο)ναυσιπλοΐα για τον προσδιορισμό της θέσης κυρ. πλοίων: δορυφορική ~. Βλ. ραδιο-πλοήγηση, -πυξίδα, ραντάρ. [< γαλλ. navigation radioélectrique, radionavigation, 1932] | |
| 43904 | ραδιοναυτίλος | ρα-δι-ο-ναυ-τί-λος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας με κύρια καθήκοντα την καταγραφή της απόστασης που διανύθηκε από αεροσκάφος και τον προσδιορισμό της διαδρομής που πρέπει να ακολουθηθεί. [< γαλλ. radionavigant, 1931] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ