Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44440-44460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43874ραδιοεντοπισμόςρα-δι-ο-ε-ντο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. τεχνική προσδιορισμού της θέσης και πορείας πλοίου ή αεροσκάφους με ραντάρ. Βλ. ραδιο-ναυτιλία, -πλοήγηση. [< αγγλ. radiolocation, 1941, γαλλ. radiolocalisation, 1947]
43875ραδιοεντοπιστήςρα-δι-ο-ε-ντο-πι-στής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ραντάρ. 2. ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, χειριστής ραντάρ: ηλεκτρονικός-~.
43876ραδιοεπικοινωνίαρα-δι-ο-ε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.): εκπομπή ή/και λήψη σημάτων μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: ασύρματη/διαστημική/δορυφορική/ψηφιακή ~. Υπηρεσίες ~ας. Βλ. ερτζιανά, ραδιο-δέκτης, -πομπός. [< γαλλ. radiocommunication, 1922]
43877ραδιοερασιτέχνηςρα-δι-ο-ε-ρα-σι-τέ-χνης ουσ. (αρσ.): άτομο που έχει επίσημη άδεια για κατοχή, εγκατάσταση και λειτουργία ερασιτεχνικού σταθμού ασυρμάτου. [< γαλλ. radioamateur, 1963]
43878ραδιοερασιτεχνικός, ή, ό ρα-δι-ο-ε-ρα-σι-τε-χνι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ραδιοερασιτέχνη ή τον ραδιοερασιτεχνισμό.
43879ραδιοερασιτεχνισμόςρα-δι-ο-ε-ρα-σι-τε-χνι-σμός ουσ. (αρσ.): η ενασχόληση του ραδιοερασιτέχνη. Βλ. -ισμός.
43880ραδιοευαισθησίαρα-δι-ο-ευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. ευαισθησία ζωντανών ιστών στις ακτίνες Χ ή σε άλλες μορφές ιονίζουσας ακτινοβολίας. Βλ. ραδιοβιολογία. [< γαλλ. radiosensibilité]
43881ραδιοζεύξηρα-δι-ο-ζεύ-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνδεση δύο σημείων μέσω ραδιοκυμάτων για τη μετάδοση σήματος: ασύρματη/μικροκυματική/τηλεοπτική ~. ~εις και δορυφορικές επικοινωνίες. [< αγγλ. radio link, 1928]
43882ραδιοηλεκτρικός, ή, ό ρα-δι-ο-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον ραδιοηλεκτρισμό: ~ό: φάσμα. ~ά: δίκτυα/κύματα (= ερτζιανά)/σήματα. [< γαλλ. radioélectrique, 1913]
43883ραδιοηλεκτρισμόςρα-δι-ο-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις εφαρμογές των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στην τηλεπικοινωνία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. radioélectricité, 1922]
43884ραδιοηλεκτρολογίαρα-δι-ο-η-λε-κτρο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. τεχνική μετάδοσης ακουστικών ή οπτικών σημάτων με ηλεκτρομαγνητικά κύματα· ο σχετικός επιστημονικός κλάδος.
43885ραδιοηλεκτρολόγοςρα-δι-ο-η-λε-κτρο-λό-γος ουσ. (αρσ.): ειδικός στον ραδιοηλεκτρισμό. [< γαλλ. radioélectricien, 1931]
43886ραδιοθάλαμοςρα-δι-ο-θά-λα-μος ουσ. (αρσ.) (επίσ.): αίθουσα με κατάλληλο εξοπλισμό και ακουστική για ηχογράφηση ή μετάδοση ραδιοφωνικού προγράμματος: ~ σταθμού. Πβ. στούντιο. [< γαλλ. studio, 1908]
43887ραδιοθεραπείαρα-δι-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπεία. Βλ. βραχυθεραπεία, -θεραπεία.
43888ραδιοθεραπευτικήρα-δι-ο-θε-ρα-πευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ακτινοθεραπευτική.
43889ραδιοϊσοτοπικός, ή, ό ρα-δι-ο-ϊ-σο-το-πι-κός επίθ.: ΦΥΣ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με ραδιοϊσότοπα ή γίνεται με αυτά: ~ή: αγγειογραφία/απεικόνιση (μυοκαρδίου)/τομογραφία (εγκεφάλου). ~ές: θεραπείες. Βλ. ακτινολογικός. [< αγγλ. radioisotopic, 1956, γαλλ. radioisotopique]
43890ραδιοϊσότοπορα-δι-ο-ϊ-σό-το-πο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΦΥΣ.-ΧΗΜ. ασταθές ισότοπο χημικού στοιχείου που, όταν διασπάται, εκπέμπει ραδιενέργεια: τεχνητά/φυσικά ~α. Θεραπεία/χρονολόγηση (ιστών) με ~α. [< αγγλ. radioisotope, 1938, γαλλ. radio-isotope, 1947, γερμ. Radioisotop]
43891ραδιοκασετόφωνορα-δι-ο-κα-σε-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με ραδιόφωνο και κασετόφωνο: ~ αυτοκινήτου. Βλ. ραδιοενισχυτής. ΣΥΝ. ραδιομαγνητόφωνο [< αγγλ. radio cassette recorder]
43892ραδιοκύματαρα-δι-ο-κύ-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {ραδιοκυμ-άτων}: ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητικά κύματα για τη μετάδοση τηλεπικοινωνιακών, ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών σημάτων: δέκτης ~ων. ~ που εκπέμπονται από κινητά/ραδιοπομπούς/ραντάρ. Βλ. ερτζιανά, ραδιενέργεια, ραδιο-ακτινοβολία, -επικοινωνία, -ζεύξη. [< αγγλ. radio waves, 1915]
43893ραδιοκυματικός, ή, ό ρα-δι-ο-κυ-μα-τι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με ραδιοκύματα ή λειτουργεί με αυτά: ~ή: τηλεπισκόπηση.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.