| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43894 | ραδιολογία | ρα-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. ακτινολογία. Βλ. ραδιο-γραφία, -θεραπεία, -σκόπηση, τηλε~. 2. ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες των ραδιενεργών σωμάτων καθώς και τις εφαρμογές της ραδιενέργειας στην επιστήμη, την ιατρική και τη βιομηχανία. Βλ. -λογία. [< γερμ. Radiologie, γαλλ. radiologie, 1904, αγγλ. radiology, 1900] | |
| 43895 | ραδιολογικός | , ή, ό ρα-δι-ο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραδιολογία: ~ός: κίνδυνος. ~ή: ρύπανση. ~ό: ατύχημα. ~ά: όπλα/υλικά.|| (ΙΑΤΡ.) ~ή: εξέταση. [< γερμ. radiologisch, γαλλ. radiologique, 1904, αγγλ. radiological, 1909] | |
| 43896 | ραδιολόγος | ρα-δι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ή τεχνικός ειδικευμένος στη ραδιολογία: ακτινολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. radiologue, 1932, αγγλ. radiologist, 1906] | |
| 43897 | ραδιόλυση | ρα-δι-ό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διάσπαση χημικής ένωσης εξαιτίας της δράσης ιονίζουσας ακτινοβολίας: παλμική ~. ~ του νερού. [< αγγλ. radiolysis, 1948, γαλλ. radiolyse, 1968, γερμ. Radiolyse] | |
| 43898 | ραδιομαγνητόφωνο | ρα-δι-ο-μα-γνη-τό-φω-νο ουσ. (ουδ.) (κυρ. παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. ραδιοκασετόφωνο. | |
| 43899 | ραδιομαραθώνιος | ρα-δι-ο-μα-ρα-θώ-νι-ος ουσ. (αρσ.) & ραδιοφωνικός μαραθώνιος: έκτακτη ραδιοφωνική εκπομπή μεγάλης διάρκειας κατά την οποία ο παρουσιαστής και οι τηλεφωνητές δέχονται προσφορές από τους ακροατές, με σκοπό κυρ. τη συγκέντρωση χρημάτων για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Βλ. τηλεμαραθώνιος. [< αμερικ. radiothon, 1964 < radiomarathon] | |
| 43900 | ραδιομετρία | ρα-δι-ο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με την ανίχνευση και ιδ. τη μέτρηση της ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Βλ. ακτινομετρία, -μετρία. [< αγγλ. radiometry, γαλλ. radiométrie] | |
| 43901 | ραδιομετρικός | , ή, ό ρα-δι-ο-με-τρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τη ραδιομετρία ή το ραδιόμετρο: ~ή: ανάλυση/διόρθωση (εικόνας). [< αγγλ. radiometric, γαλλ. radiométrique] | |
| 43902 | ραδιόμετρο | ρα-δι-ό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που χρησιμοποιείται στη ραδιομετρία: ~ μικροκυμάτων. Βλ. -μετρο. [< αγγλ. radiometer, γαλλ. radiomètre] | |
| 43903 | ραδιοναυτιλία | ρα-δι-ο-ναυ-τι-λί-α ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. σύνολο τεχνικών που χρησιμοποιούνται στην (αερο)ναυσιπλοΐα για τον προσδιορισμό της θέσης κυρ. πλοίων: δορυφορική ~. Βλ. ραδιο-πλοήγηση, -πυξίδα, ραντάρ. [< γαλλ. navigation radioélectrique, radionavigation, 1932] | |
| 43904 | ραδιοναυτίλος | ρα-δι-ο-ναυ-τί-λος ουσ. (αρσ.): ΣΤΡΑΤ. αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας με κύρια καθήκοντα την καταγραφή της απόστασης που διανύθηκε από αεροσκάφος και τον προσδιορισμό της διαδρομής που πρέπει να ακολουθηθεί. [< γαλλ. radionavigant, 1931] | |
| 43905 | ραδιονουκλίδιο | ρα-δι-ο-νου-κλί-δι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & ραδιονουκλεΐδιο: ΦΥΣ. ΠΥΡ. ραδιενεργό νουκλίδιο: τεχνητά/φυσικά ~α. Βλ. ραδιοφάρμακο. [< αγγλ. radionuclide, 1947, γαλλ. radionucléide, 1958] | |
| 43906 | ραδιοξυπνητήρι | ρα-δι-ο-ξυ-πνη-τή-ρι ουσ. (ουδ.) & ράδιο-ξυπνητήρι: ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονική συσκευή που ενσωματώνει λειτουργία ραδιοφώνου και αφύπνισης. [< γαλλ. radio-réveil, 1968] | |
| 43907 | ραδιοπειρατεία | ρα-δι-ο-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): κατοχή ή/και λειτουργία ραδιοφωνικού σταθμού χωρίς άδεια από την αρμόδια δημόσια Αρχή. Βλ. τηλεπειρατεία. | |
| 43908 | ραδιοπειρατής | ρα-δι-ο-πει-ρα-τής ουσ. (αρσ.): άτομο που κάνει ραδιοπειρατεία. [< αγγλ. radio pirate, 1933] | |
| 43909 | ραδιοπηγή | ρα-δι-ο-πη-γή ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. ουράνιο σώμα που εκπέμπει ραδιοκύματα: παλλόμενη ~ (= πάλσαρ). Βλ. κβάζαρ, ραδιογαλαξίας. [< αγγλ. radio source, 1950] | |
| 43910 | ραδιοπλοήγηση | ρα-δι-ο-πλο-ή-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. σύνολο τεχνικών πλοήγησης πλοίων, αεροπλάνων, διαστημόπλοιων με ραδιοηλεκτρικά σήματα: δορυφορική ~. Βλ. δορυφορικές τηλεπικοινωνίες, ραδιοναυτιλία. [< γαλλ. radioguidage, 1941, αγγλ. radio navigation] | |
| 43911 | ραδιοπομπός | ρα-δι-ο-πο-μπός ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΠ. εγκατάσταση ή συσκευή εκπομπής σημάτων και μηνυμάτων μέσω ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων. Πβ. ασύρματος, πομπός. Βλ. ραδιο-δέκτης, -επικοινωνία. [< αγγλ. radio transmitter, 1914] | |
| 43912 | ραδιοπυξίδα | ρα-δι-ο-πυ-ξί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ραδιογωνιόμετρο που χρησιμοποιείται στη ραδιοναυτιλία. Βλ. ραδιοφάρος. [< αγγλ. radio compass, 1912] | |
| 43913 | ραδιοσήμα | [ῥαδιοσῆμα] ρα-δι-ο-σή-μα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. σύνολο ραδιοκυμάτων που μεταδίδονται ή εκπέμπονται από οποιονδήποτε πομπό. [< αγγλ. radio signal, 1923] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ