Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44480-44500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43925ραδιοτηλεγραφίαρα-δι-ο-τη-λε-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΤΗΛΕΠ. μετάδοση κωδικοποιημένων μηνυμάτων μέσω ραδιοκυμάτων, ασύρματη τηλεγραφία. Βλ. -γραφία, ραδιοεπικοινωνία. [< αγγλ. radiotelegraphy, γαλλ. radiotélégraphie, 1906]
43926ραδιοτηλεγραφικός, ή, ό ρα-δι-ο-τη-λε-γρα-φι-κός επίθ. (παλαιότ.): ΤΗΛΕΠ. που αναφέρεται στη ραδιοτηλεγραφία: ~ή: υπηρεσία. [< αγγλ. radiotelegraphic, 1902, γαλλ. radiotélégraphique]
43927ραδιοτηλεοπτικός, ή, ό ρα-δι-ο-τη-λε-ο-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση: ~ός: σταθμός. ~ή: εκπομπή/κάλυψη/μετάδοση. ~ό: δίκτυο/πρόγραμμα. ~ά: δικαιώματα. Ιδιωτικά/κρατικά ~ά μέσα. Βλ. ΕΣΡ. [< γαλλ. radiotélévisé, 1931]
43928ραδιοτηλεόρασηρα-δι-ο-τη-λε-ό-ρα-ση ουσ. (θηλ.): τηλεόραση και ραδιοφωνία μαζί: δημόσια ~. Διεθνές Κέντρο ~ης. ● ΣΥΜΠΛ.: Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ): ανεξάρτητη ελληνική Αρχή με ελεγκτικές και κυρωτικές αρμοδιότητες στον τομέα της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης. [< πβ. ιταλ. radiotelevisione, 1926]
43929ραδιοτηλεσκόπιορα-δι-ο-τη-λε-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΣΤΡΟΝ. αστρονομικό όργανο που λειτουργεί ως δέκτης ραδιοκυμάτων που εκπέμπονται από ραδιοπηγές. Βλ. ραδιο-αστρονομία, -γαλαξίας. [< αγγλ. radio telescope, 1947, γαλλ. radiotélescope, 1952]
43930ραδιοτηλεφωνίαρα-δι-ο-τη-λε-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεφωνική επικοινωνία με χρήση ραδιοτηλεφώνων· ασύρματη τηλεφωνία. [< αγγλ. radiotelephony, 1904, γαλλ. radiotéléphonie, 1906]
43931ραδιοτηλεφωνικός, ή, ό ρα-δι-ο-τη-λε-φω-νι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με τη ραδιοτηλεφωνία ή γίνεται μέσω αυτής: ~ή: κεραία/κλήση/συσκευή. [< αγγλ. radio-telephonic, 1923]
43932ραδιοτηλέφωνορα-δι-ο-τη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλέφωνο που λειτουργεί με ραδιοηλεκτρικά κύματα. [< αγγλ. radiotelephone, 1904, γαλλ. radiotéléphone, 1903]
43933ραδιουργίαρα-δι-ουρ-γί-α ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραδιουργώ: πολιτική ~. Πβ. ίντριγκα, πλεκτάνη, σκευωρία, συνωμοσία. ΣΥΝ. δολοπλοκία, μηχανορραφία [< μτγν. ῥᾳδιουργία]
43934ραδιούργος, α, ο [ῥᾳδιοῦργος] ρα-δι-ούρ-γος επίθ. (λόγ.): που ραδιουργεί, που χαρακτηρίζεται από δολιότητα: ~ο: σχέδιο. Πβ. καταχθόνιος, πανούργος.|| (ως ουσ.) Επιτήδειος ~. Πβ. σκευωρός, συνωμότης. ΣΥΝ. δολοπλόκος, μηχανορράφος [< μτγν. ῥᾳδιουργός]
43935ραδιουργώ[ῥᾳδιουργῶ] ρα-δι-ουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {ραδιουργ-εί ... | ραδιούργ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): ενεργώ με δόλιο, ύπουλο και μυστικό τρόπο εναντίον κάποιου. Πβ. συνωμοτώ. ΣΥΝ. βυσσοδομώ, δολοπλοκώ, μηχανορραφώ, σκευωρώ [< μτγν. ῥᾳδιουργῶ]
43936ραδιοφάρμακορα-δι-ο-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σκεύασμα που περιέχει ραδιονουκλίδια και χρησιμοποιείται κυρ. ως διαγνωστικό και θεραπευτικό μέσο: Το ~ χορηγείται ενδοφλεβίως/με εισπνοή/με κατάποση. Βλ. ακτινοθεραπεία, πυρηνική ιατρική, ραδιοϊσότοπο, σπινθηρογράφημα. [< γερμ. Radiopharmakon]
43937ραδιοφάροςρα-δι-ο-φά-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σταθερός πομπός που εκπέμπει χαρακτηριστικό σήμα μέσω ραδιοκυμάτων και χρησιμοποιείται στη ραδιοναυτιλία: ~ αεροδρομίου/καθολικής κατεύθυνσης. Βλ. ραδιο-γωνιόμετρο, -πυξίδα, -σταθμός. [< γαλλ. radiophare, 1911]
43938ραδιοφάσμαρα-δι-ο-φά-σμα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. πεδίο ραδιοσυχνοτήτων στο οποίο εκπέμπουν οι υπηρεσίες ραδιοεπικοινωνίας. [< αγγλ. radio spectrum, 1927]
43939ραδιοφυσικήρα-δι-ο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες και τις εφαρμογές των ραδιοκυμάτων. [< αγγλ. radiophysics, 1929]
43940ραδιοφωνατζήςρα-δι-ο-φω-να-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ραδιοφωνατζού} (προφ.-μειωτ.): παρουσιαστής ραδιοφωνικής εκπομπής.
43941ραδιοφωνίαρα-δι-ο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΜΕ η τεχνική οργάνωση καθώς και η υπηρεσία παραγωγής ραδιοφωνικών εκπομπών: δημοτική/δορυφορική/ερασιτεχνική (βλ. ραδιο-ερασιτεχνισμός, -πειρατεία)/κρατική/ψηφιακή ~. ~ και τηλεόραση (= ραδιοτηλεόραση). Πβ. ερτζιανά, ραδιόφωνο. Βλ. -φωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη ραδιοφωνία/τηλεόραση: η ιδιωτική, σε αντιδιαστολή με την κρατική. [< γαλλ. radiophonie, 1880, radiodiffusion, 1925, ιταλ. radiofonia, 1925]
43942ραδιοφωνικός, ή, ό ρα-δι-ο-φω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραδιοφωνία ή το ραδιόφωνο, που μεταδίδεται μέσω αυτού: ~ός: δέκτης/πομπός. ~ή: συχνότητα.|| ~ός/~ή: παραγωγός. ~ά: κανάλια.|| ~ή: διαφήμιση/εκπομπή/συνέντευξη. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: μηνύματα/σποτ. Βλ. τηλεοπτικός, τηλεπικοινωνιακός, -φωνικός. ● επίρρ.: ραδιοφωνικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιοφωνικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ. radiophonique]
43943ραδιόφωνορα-δι-ό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} 1. ΜΜΕ ραδιοφωνία· κάθε ραδιοφωνικός σταθμός ή το σύνολο των ραδιοσταθμών και ειδικότ. το πρόγραμμα που μεταδίδεται από αυτούς: (δια)δικτυακό/ιντερνετικό/τοπικό/ψηφιακό ~. Κάνω ~ (: είμαι ραδιοφωνικός παραγωγός).|| Αθλητικό/αξιόπιστο/μουσικό/ποιοτικό/πολιτιστικό ~. Το θέατρο στο ~ (βλ. ραδιοσκηνοθεσία). ~ ενημέρωσης/ψυχαγωγίας. Ακροαματικότητα/εκφωνητής/συχνότητα ~ου. Βγαίνω/έχω εκπομπή/μιλώ στο ~.|| Στην ιστοσελίδα μας ακούτε ζωντανά ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή λήψης ραδιοκυμάτων και μετάδοσης ραδιοφωνικών εκπομπών: ενσωματωμένο/φορητό (πβ. τρανζίστορ) ~. ~ αυτοκινήτου/μπαταρίας/ρεύματος. Διακόπτης/κεραία ~ώνου. Ανεβάζω/χαμηλώνω το ~ (: την έντασή του). Ανοίγω/κλείνω το ~. Ακούω ~. Το ~ παίζει στη διαπασών/στο τέρμα. Κινητό με ~. ~-ξυπνητήρι (= ραδιοξυπνητήρι). Αποκοιμήθηκα με ανοιχτό (το) ~. ΣΥΝ. ράδιο1, ραδιοφωνικός δέκτης. ● Υποκ.: ραδιοφωνάκι (το): στη σημ. 2. [< γαλλ. radio, 1922, αγγλ. radiophone, 1919]
43944ραδιοχημείαρα-δι-ο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ρ): ΧΗΜ. κλάδος της χημείας που μελετά τα ραδιενεργά στοιχεία. [< αγγλ. radiochemistry, 1904, γαλλ. radiochimie, 1905, γερμ. Radiochemie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.