| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43945 | ραδιοχημικός | , ή, ό ρα-δι-ο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη ραδιοχημεία: ~ή: καθαρότητα. [< αγγλ. radiochemical, 1915, γαλλ. radiochimique, γερμ. radiochemische] | |
| 43946 | ραδιοχρονολόγηση | ρα-δι-ο-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χρονολόγηση υλικού με βάση τον ρυθμό διάσπασης ραδιοϊσότοπων που περιέχονται σε αυτό: ~ αρχαιολογικού δείγματος/οργανικών καταλοίπων/πετρωμάτων. Βλ. γεωχρονολόγηση, χρονολόγηση με άνθρακα-14. [< αγγλ. radiometric dating, 1968, radiochronology, γαλλ. radiochronologie] | |
| 43947 | ραδόνιο | ρα-δό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ραδον-ίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό ευγενές αέριο (σύμβ. Rn, Ζ 86) που εκπέμπεται από το έδαφος κατά τη διάσπαση του ραδίου. [< γερμ. Radon, 1918, γαλλ. radon, 1923 < radium] | |
| 43948 | ΡΑΕ | (η): Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Βλ. ΔΕΣΜΗΕ. | |
| 43949 | ραζακί | βλ. ροζακί | |
| 43950 | ραθυμία | [ῥᾳθυμία] ρα-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ράθυμου: πνευματική ~. Πβ. απραξία, τεμπελιά, οκνηρία. Βλ. φυγοπονία. ΣΥΝ. νωθρότητα, νωχέλεια, ραστώνη [< αρχ. ῥᾳθυμία] | |
| 43951 | ράθυμος | , η, ο [ῥᾴθυμος] ρά-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μαλθακότητα, απροθυμία για εργασία· κατ' επέκτ. που γίνεται με αργό ρυθμό: ~ος: υπάλληλος. ~η: διάθεση. Πβ. οκνηρός, τεμπέλης.|| ~ο: βήμα. ΑΝΤ. ζωηρός. ΣΥΝ. νωθρός, νωχελικός ● επίρρ.: ράθυμα [< αρχ. ῥᾴθυμος] | |
| 43952 | ραιβοποδία | ραι-βο-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραμόρφωση κατά την οποία τα γόνατα κλίνουν προς τα έξω και τα πέλματα στηρίζονται μόνο στο εξωτερικό πλάγιο μέρος τους. ΑΝΤ. βλαισοποδία | |
| 43953 | ραιβός | , ή, ό [ῥαιβός] ραι-βός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για μέλος του σώματος) που κλίνει προς τα μέσα, καμπύλος: ~ή: κνήμη. ~ό: γόνατο/ισχίο/μετατάρσιο. ~ά: άκρα. Πβ. κεκαμμένος, στραβός, στρεβλός. ΑΝΤ. βλαισός [< αρχ. ῥαιβός] | |
| 43954 | ραΐζω | βλ. ραγίζω | |
| 43955 | ραίνω | [ῥαίνω] ραί-νω ρ. (μτβ.) {έρρανα, ράνω, ραίν-οντας} (λόγ.): ραντίζω με κάτι· ρίχνω κυρ. λουλούδια σε κάποιον: Ο ιερέας ~ει με αγιασμό τους πιστούς.|| Τους ~ουν με άνθη/ροδοπέταλα. [< αρχ. ῥαίνω] | |
| 43956 | ράισμα | βλ. ράγισμα | |
| 43957 | ραιτορομανικά | ραι-το-ρο-μα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΛΩΣΣ. ρομανικές γλώσσες που ομιλούνται στην Ελβετία και σε μικρό τμήμα της Βόρειας Ιταλίας: (ως επίθ.) ~ή: γλώσσα. Βλ. ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες. [< γερμ. rättoromanisch] | |
| 43958 | ράιχ | ρά-ιχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. επωνυμία του γερμανικού κράτους. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το Τρίτο Ράιχ: το ναζιστικό γερμανικό κράτος κατά την περίοδο 1933–1945. [< γερμ. Drittes Reich] | |
| 43959 | ρακάδικο | ρα-κά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί όπου σερβίρονται κυρ. ρακή και μεζέδες: παραδοσιακό ~. Πβ. μεζεδοπωλείο, ουζερί. Βλ. -άδικο. | |
| 43960 | ρακένδυτος | , η, ο ρα-κέν-δυ-τος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που φορά παλιά και φθαρμένα ρούχα: ~ος: ζητιάνος. Πβ. κουρελής. [< πβ. μτγν. ῥακενδύτης] | |
| 43961 | ρακέτα | ρα-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. όργανο που αποτελείται από λαβή και ωοειδή επιφάνεια, συνήθ. ξύλινη ή από πλέγμα χορδών, με το οποίο χτυπούν το μπαλάκι σε διάφορα παιχνίδια: ~ του μπάντμιντον/πινγκ πονγκ/σκουός/τένις. 2. ο οριοθετημένος χώρος κάτω από την μπασκέτα σε γήπεδο καλαθοσφαίρισης: η κορυφή της ~ας. Πάσα/φάουλ μέσα στη ~. Βλ. -έτα. ● ρακέτες (οι): παιχνίδι που παίζεται από δύο συνήθ. παίκτες, στο οποίο ο ένας στέλνει το μπαλάκι στον άλλον, χτυπώντας το με ρακέτα και προσπαθώντας να μην πέσει στο έδαφος: ~ θαλάσσης/παραλίας. Πβ. ξυλορακέτα. ● Υποκ.: ρακετούλα (η) [< ιταλ. racchetta, γαλλ. raquette] | |
| 43962 | ρακή | ρα-κή ουσ. (θηλ.) & ρακί (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τσίπουρο που παράγεται στην Κρήτη και σε άλλα νησιά: ζεστή/ψημένη ~. ~ με μεζέ. Πβ. ζιβανία, τσικουδιά. Βλ. ρακόμελο. ● Υποκ.: ρακάκι (το) [< μεσν. ρακί, ρακάκι < τουρκ. rakι] | |
| 43963 | ρακλέτ | ρα-κλέτ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λιπαρό μαλακό τυρί από αγελαδινό γάλα που σερβίρεται και τρώγεται λιωμένο και συνεκδ. το μικρό σκεύος στο οποίο αυτό σερβίρεται και λιώνει. Βλ. καμαμπέρ, φοντί. [< γαλλ. raclette] | |
| 43964 | ρακλέτα | ρα-κλέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. καθαριστήρας με μακρόστενη λαβή και μαλακή λάμα, συνήθ. από καουτσούκ: ~ δαπέδου/τζαμιών. 2. το σκεύος στο οποίο σερβίρεται και λιώνει το τυρί ρακλέτ. Βλ. φοντί. [< γαλλ. raclette] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ