Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44500-44520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43934ραδιούργος, α, ο [ῥᾳδιοῦργος] ρα-δι-ούρ-γος επίθ. (λόγ.): που ραδιουργεί, που χαρακτηρίζεται από δολιότητα: ~ο: σχέδιο. Πβ. καταχθόνιος, πανούργος.|| (ως ουσ.) Επιτήδειος ~. Πβ. σκευωρός, συνωμότης. ΣΥΝ. δολοπλόκος, μηχανορράφος [< μτγν. ῥᾳδιουργός]
43935ραδιουργώ[ῥᾳδιουργῶ] ρα-δι-ουρ-γώ ρ. (αμτβ.) {ραδιουργ-εί ... | ραδιούργ-ησε, -ήσει, -ώντας} (λόγ.): ενεργώ με δόλιο, ύπουλο και μυστικό τρόπο εναντίον κάποιου. Πβ. συνωμοτώ. ΣΥΝ. βυσσοδομώ, δολοπλοκώ, μηχανορραφώ, σκευωρώ [< μτγν. ῥᾳδιουργῶ]
43936ραδιοφάρμακορα-δι-ο-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. σκεύασμα που περιέχει ραδιονουκλίδια και χρησιμοποιείται κυρ. ως διαγνωστικό και θεραπευτικό μέσο: Το ~ χορηγείται ενδοφλεβίως/με εισπνοή/με κατάποση. Βλ. ακτινοθεραπεία, πυρηνική ιατρική, ραδιοϊσότοπο, σπινθηρογράφημα. [< γερμ. Radiopharmakon]
43937ραδιοφάροςρα-δι-ο-φά-ρος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. σταθερός πομπός που εκπέμπει χαρακτηριστικό σήμα μέσω ραδιοκυμάτων και χρησιμοποιείται στη ραδιοναυτιλία: ~ αεροδρομίου/καθολικής κατεύθυνσης. Βλ. ραδιο-γωνιόμετρο, -πυξίδα, -σταθμός. [< γαλλ. radiophare, 1911]
43938ραδιοφάσμαρα-δι-ο-φά-σμα ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. πεδίο ραδιοσυχνοτήτων στο οποίο εκπέμπουν οι υπηρεσίες ραδιοεπικοινωνίας. [< αγγλ. radio spectrum, 1927]
43939ραδιοφυσικήρα-δι-ο-φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. κλάδος που μελετά τις ιδιότητες και τις εφαρμογές των ραδιοκυμάτων. [< αγγλ. radiophysics, 1929]
43940ραδιοφωνατζήςρα-δι-ο-φω-να-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ραδιοφωνατζού} (προφ.-μειωτ.): παρουσιαστής ραδιοφωνικής εκπομπής.
43941ραδιοφωνίαρα-δι-ο-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΜΜΕ η τεχνική οργάνωση καθώς και η υπηρεσία παραγωγής ραδιοφωνικών εκπομπών: δημοτική/δορυφορική/ερασιτεχνική (βλ. ραδιο-ερασιτεχνισμός, -πειρατεία)/κρατική/ψηφιακή ~. ~ και τηλεόραση (= ραδιοτηλεόραση). Πβ. ερτζιανά, ραδιόφωνο. Βλ. -φωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερη ραδιοφωνία/τηλεόραση: η ιδιωτική, σε αντιδιαστολή με την κρατική. [< γαλλ. radiophonie, 1880, radiodiffusion, 1925, ιταλ. radiofonia, 1925]
43942ραδιοφωνικός, ή, ό ρα-δι-ο-φω-νι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη ραδιοφωνία ή το ραδιόφωνο, που μεταδίδεται μέσω αυτού: ~ός: δέκτης/πομπός. ~ή: συχνότητα.|| ~ός/~ή: παραγωγός. ~ά: κανάλια.|| ~ή: διαφήμιση/εκπομπή/συνέντευξη. ~ό: πρόγραμμα. ~ά: μηνύματα/σποτ. Βλ. τηλεοπτικός, τηλεπικοινωνιακός, -φωνικός. ● επίρρ.: ραδιοφωνικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ραδιοφωνικός σταθμός βλ. σταθμός [< γαλλ. radiophonique]
43943ραδιόφωνορα-δι-ό-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ώνου} 1. ΜΜΕ ραδιοφωνία· κάθε ραδιοφωνικός σταθμός ή το σύνολο των ραδιοσταθμών και ειδικότ. το πρόγραμμα που μεταδίδεται από αυτούς: (δια)δικτυακό/ιντερνετικό/τοπικό/ψηφιακό ~. Κάνω ~ (: είμαι ραδιοφωνικός παραγωγός).|| Αθλητικό/αξιόπιστο/μουσικό/ποιοτικό/πολιτιστικό ~. Το θέατρο στο ~ (βλ. ραδιοσκηνοθεσία). ~ ενημέρωσης/ψυχαγωγίας. Ακροαματικότητα/εκφωνητής/συχνότητα ~ου. Βγαίνω/έχω εκπομπή/μιλώ στο ~.|| Στην ιστοσελίδα μας ακούτε ζωντανά ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή λήψης ραδιοκυμάτων και μετάδοσης ραδιοφωνικών εκπομπών: ενσωματωμένο/φορητό (πβ. τρανζίστορ) ~. ~ αυτοκινήτου/μπαταρίας/ρεύματος. Διακόπτης/κεραία ~ώνου. Ανεβάζω/χαμηλώνω το ~ (: την έντασή του). Ανοίγω/κλείνω το ~. Ακούω ~. Το ~ παίζει στη διαπασών/στο τέρμα. Κινητό με ~. ~-ξυπνητήρι (= ραδιοξυπνητήρι). Αποκοιμήθηκα με ανοιχτό (το) ~. ΣΥΝ. ράδιο1, ραδιοφωνικός δέκτης. ● Υποκ.: ραδιοφωνάκι (το): στη σημ. 2. [< γαλλ. radio, 1922, αγγλ. radiophone, 1919]
43944ραδιοχημείαρα-δι-ο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Ρ): ΧΗΜ. κλάδος της χημείας που μελετά τα ραδιενεργά στοιχεία. [< αγγλ. radiochemistry, 1904, γαλλ. radiochimie, 1905, γερμ. Radiochemie]
43945ραδιοχημικός, ή, ό ρα-δι-ο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη ραδιοχημεία: ~ή: καθαρότητα. [< αγγλ. radiochemical, 1915, γαλλ. radiochimique, γερμ. radiochemische]
43946ραδιοχρονολόγησηρα-δι-ο-χρο-νο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): χρονολόγηση υλικού με βάση τον ρυθμό διάσπασης ραδιοϊσότοπων που περιέχονται σε αυτό: ~ αρχαιολογικού δείγματος/οργανικών καταλοίπων/πετρωμάτων. Βλ. γεωχρονολόγηση, χρονολόγηση με άνθρακα-14. [< αγγλ. radiometric dating, 1968, radiochronology, γαλλ. radiochronologie]
43947ραδόνιορα-δό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {ραδον-ίου}: ΧΗΜ. ραδιενεργό ευγενές αέριο (σύμβ. Rn, Ζ 86) που εκπέμπεται από το έδαφος κατά τη διάσπαση του ραδίου. [< γερμ. Radon, 1918, γαλλ. radon, 1923 < radium]
43948ΡΑΕ(η): Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας. Βλ. ΔΕΣΜΗΕ.
43949ραζακίβλ. ροζακί
43950ραθυμία[ῥᾳθυμία] ρα-θυ-μί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ράθυμου: πνευματική ~. Πβ. απραξία, τεμπελιά, οκνηρία. Βλ. φυγοπονία. ΣΥΝ. νωθρότητα, νωχέλεια, ραστώνη [< αρχ. ῥᾳθυμία]
43951ράθυμος, η, ο [ῥᾴθυμος] ρά-θυ-μος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από μαλθακότητα, απροθυμία για εργασία· κατ' επέκτ. που γίνεται με αργό ρυθμό: ~ος: υπάλληλος. ~η: διάθεση. Πβ. οκνηρός, τεμπέλης.|| ~ο: βήμα. ΑΝΤ. ζωηρός. ΣΥΝ. νωθρός, νωχελικός ● επίρρ.: ράθυμα [< αρχ. ῥᾴθυμος]
43952ραιβοποδίαραι-βο-πο-δί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παραμόρφωση κατά την οποία τα γόνατα κλίνουν προς τα έξω και τα πέλματα στηρίζονται μόνο στο εξωτερικό πλάγιο μέρος τους. ΑΝΤ. βλαισοποδία
43953ραιβός, ή, ό [ῥαιβός] ραι-βός επίθ.: ΙΑΤΡ. (για μέλος του σώματος) που κλίνει προς τα μέσα, καμπύλος: ~ή: κνήμη. ~ό: γόνατο/ισχίο/μετατάρσιο. ~ά: άκρα. Πβ. κεκαμμένος, στραβός, στρεβλός. ΑΝΤ. βλαισός [< αρχ. ῥαιβός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.