Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44520-44540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43954ραΐζωβλ. ραγίζω
43955ραίνω[ῥαίνω] ραί-νω ρ. (μτβ.) {έρρανα, ράνω, ραίν-οντας} (λόγ.): ραντίζω με κάτι· ρίχνω κυρ. λουλούδια σε κάποιον: Ο ιερέας ~ει με αγιασμό τους πιστούς.|| Τους ~ουν με άνθη/ροδοπέταλα. [< αρχ. ῥαίνω]
43956ράισμαβλ. ράγισμα
43957ραιτορομανικάραι-το-ρο-μα-νι-κά ουσ. (ουδ.) (τα): ΓΛΩΣΣ. ρομανικές γλώσσες που ομιλούνται στην Ελβετία και σε μικρό τμήμα της Βόρειας Ιταλίας: (ως επίθ.) ~ή: γλώσσα. Βλ. ρομανικές/λατινογενείς/νεολατινικές γλώσσες. [< γερμ. rättoromanisch]
43958ράιχρά-ιχ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΙΣΤ. επωνυμία του γερμανικού κράτους. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: το Τρίτο Ράιχ: το ναζιστικό γερμανικό κράτος κατά την περίοδο 1933–1945. [< γερμ. Drittes Reich]
43959ρακάδικορα-κά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί όπου σερβίρονται κυρ. ρακή και μεζέδες: παραδοσιακό ~. Πβ. μεζεδοπωλείο, ουζερί. Βλ. -άδικο.
43960ρακένδυτος, η, ο ρα-κέν-δυ-τος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που φορά παλιά και φθαρμένα ρούχα: ~ος: ζητιάνος. Πβ. κουρελής. [< πβ. μτγν. ῥακενδύτης]
43961ρακέταρα-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΑΘΛ. όργανο που αποτελείται από λαβή και ωοειδή επιφάνεια, συνήθ. ξύλινη ή από πλέγμα χορδών, με το οποίο χτυπούν το μπαλάκι σε διάφορα παιχνίδια: ~ του μπάντμιντον/πινγκ πονγκ/σκουός/τένις. 2. ο οριοθετημένος χώρος κάτω από την μπασκέτα σε γήπεδο καλαθοσφαίρισης: η κορυφή της ~ας. Πάσα/φάουλ μέσα στη ~. Βλ. -έτα.ρακέτες (οι): παιχνίδι που παίζεται από δύο συνήθ. παίκτες, στο οποίο ο ένας στέλνει το μπαλάκι στον άλλον, χτυπώντας το με ρακέτα και προσπαθώντας να μην πέσει στο έδαφος: ~ θαλάσσης/παραλίας. Πβ. ξυλορακέτα. ● Υποκ.: ρακετούλα (η) [< ιταλ. racchetta, γαλλ. raquette]
43962ρακήρα-κή ουσ. (θηλ.) & ρακί (το): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. τσίπουρο που παράγεται στην Κρήτη και σε άλλα νησιά: ζεστή/ψημένη ~. ~ με μεζέ. Πβ. ζιβανία, τσικουδιά. Βλ. ρακόμελο. ● Υποκ.: ρακάκι (το) [< μεσν. ρακί, ρακάκι < τουρκ. rakι]
43963ρακλέτρα-κλέτ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λιπαρό μαλακό τυρί από αγελαδινό γάλα που σερβίρεται και τρώγεται λιωμένο και συνεκδ. το μικρό σκεύος στο οποίο αυτό σερβίρεται και λιώνει. Βλ. καμαμπέρ, φοντί. [< γαλλ. raclette]
43964ρακλέταρα-κλέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. καθαριστήρας με μακρόστενη λαβή και μαλακή λάμα, συνήθ. από καουτσούκ: ~ δαπέδου/τζαμιών. 2. το σκεύος στο οποίο σερβίρεται και λιώνει το τυρί ρακλέτ. Βλ. φοντί. [< γαλλ. raclette]
43965ρακόμελορα-κό-με-λο ουσ. (ουδ.): ζεστή ρακή με μέλι και κανέλα: σφηνάκι ~. Πάμε για ~α; Βλ. -μελο.
43966ρακοπότηρορα-κο-πό-τη-ρο ουσ. (ουδ.): μικρό ποτήρι κυρ. για ρακή και συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα: (σε συνταγές) ένα ~ κονιάκ.
43967ρακόρρα-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μικρό βιδωτό εξάρτημα για τη σύνδεση ή σύσφιξη σωλήνων: αυτόματο/πλαστικό/υδραυλικό ~. ~ αέρος/βρύσης/υψηλής πιέσεως. Πβ. μπιμπίκι, παξιμάδι. ΣΥΝ. ενδέτης 2. ΚΙΝΗΜ. τεχνική ομαλής μετάβασης από το ένα πλάνο στο άλλο σε μια ταινία, με την οποία δίνεται η αίσθηση της οπτικής και ηχητικής συνέχειας. Βλ. μοντάζ. [< γαλλ. raccord]
43968ράκος[ῥάκος] ρά-κος ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση εξάντλησης ή/και ψυχικής κατάπτωσης: σωματικό/ψυχικό ~. Γύρισα σπίτι σκέτο ~ (= κουρέλι) από την κούραση/ταλαιπωρία. Πβ. ερείπιο, πτώμα.|| Έγινα/νιώθω (ένα) ~ (από τη στεναχώρια). Πβ. λιώμα. 2. (λόγ.) σχισμένο ύφασμα ή ρούχο. Πβ. κουρέλι. [< 2: αρχ. ῥάκος]
43969ρακοσυλλέκτηςρα-κο-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.) , ρακοσυλλέκτρια (η): πρόσωπο που μαζεύει παλιά αντικείμενα από τα σκουπίδια και τα πουλά, για να ζήσει: άστεγος ~. Πβ. κλοσάρ. Βλ. -συλλέκτης. [< γαλλ. chiffonnier]
43970ρακούνρα-κούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. παμφάγο νυκτόβιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Procyon lotor) με γκριζόμαυρο τρίχωμα, μακριά φουντωτή ουρά με άσπρες και μαύρες ρίγες και χαρακτηριστικό σκούρο χρώμα γύρω από τα μάτια· κυρ. συνεκδ. η γούνα του. Βλ. βιζόν, μινκ, ρενάρ. [< αμερικ. ra(c)coon]
43971ράλιρά-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αυτοκινητιστικός αγώνας μεγάλων συνήθ. αποστάσεων που γίνεται σε ειδική διαδρομή δημοσίων κυρ. δρόμων: ~ Ακρόπολις/Σπριντ. Οδηγός/παγκόσμιο πρωτάθλημα ~. Βλ. ντράγκστερ, υπερειδική.|| Ιστιοπλοϊκό ~ (: που διαρκεί πολλές μέρες και περιλαμβάνει θαλάσσιες διαδρομές με ενδιάμεσες στάσεις σε νησιά). ~ Αιγαίου/Ιονίου. Πβ ρεγκάτα. 2. (μτφ.) γρήγορη και αξιοσημείωτη, συνήθ. οικονομική, αύξηση: τραπεζικό ~. ~ στο χρηματιστήριο. Το ~ (ανοδικό) των μετοχών/του πετρελαίου/των τιμών. Πβ. άλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ράλι-αντίκα: αγώνας αυτοκινήτων παλιάς τεχνολογίας. ● ΦΡ.: κάνει ράλι (μτφ.) 1. σημειώνει αλματώδη αύξηση: Το χρηματιστήριο/ο χρυσός ~ ~. Οι τιμές του πετρελαίου ~ουν ~. 2. (για οδηγό ή αυτοκίνητο) κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα. [< 1: γαλλ. rallye, 1911, αγγλ. rally(e), 1932 2: αγγλ. rally, 1930]
43972ραλίσταςρα-λί-στας ουσ. (αρσ.): οδηγός αυτοκινήτου που συμμετέχει σε ράλι και κατ' επέκτ. αυτός που οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα. Βλ. -ίστας. [< αγγλ. rallyist, 1961]
43973ραμβλ. RAM

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.