Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44520-44540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43965ρακόμελορα-κό-με-λο ουσ. (ουδ.): ζεστή ρακή με μέλι και κανέλα: σφηνάκι ~. Πάμε για ~α; Βλ. -μελο.
43966ρακοπότηρορα-κο-πό-τη-ρο ουσ. (ουδ.): μικρό ποτήρι κυρ. για ρακή και συνεκδ. η αντίστοιχη ποσότητα: (σε συνταγές) ένα ~ κονιάκ.
43967ρακόρρα-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. μικρό βιδωτό εξάρτημα για τη σύνδεση ή σύσφιξη σωλήνων: αυτόματο/πλαστικό/υδραυλικό ~. ~ αέρος/βρύσης/υψηλής πιέσεως. Πβ. μπιμπίκι, παξιμάδι. ΣΥΝ. ενδέτης 2. ΚΙΝΗΜ. τεχνική ομαλής μετάβασης από το ένα πλάνο στο άλλο σε μια ταινία, με την οποία δίνεται η αίσθηση της οπτικής και ηχητικής συνέχειας. Βλ. μοντάζ. [< γαλλ. raccord]
43968ράκος[ῥάκος] ρά-κος ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση εξάντλησης ή/και ψυχικής κατάπτωσης: σωματικό/ψυχικό ~. Γύρισα σπίτι σκέτο ~ (= κουρέλι) από την κούραση/ταλαιπωρία. Πβ. ερείπιο, πτώμα.|| Έγινα/νιώθω (ένα) ~ (από τη στεναχώρια). Πβ. λιώμα. 2. (λόγ.) σχισμένο ύφασμα ή ρούχο. Πβ. κουρέλι. [< 2: αρχ. ῥάκος]
43969ρακοσυλλέκτηςρα-κο-συλ-λέ-κτης ουσ. (αρσ.) , ρακοσυλλέκτρια (η): πρόσωπο που μαζεύει παλιά αντικείμενα από τα σκουπίδια και τα πουλά, για να ζήσει: άστεγος ~. Πβ. κλοσάρ. Βλ. -συλλέκτης. [< γαλλ. chiffonnier]
43970ρακούνρα-κούν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. παμφάγο νυκτόβιο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Procyon lotor) με γκριζόμαυρο τρίχωμα, μακριά φουντωτή ουρά με άσπρες και μαύρες ρίγες και χαρακτηριστικό σκούρο χρώμα γύρω από τα μάτια· κυρ. συνεκδ. η γούνα του. Βλ. βιζόν, μινκ, ρενάρ. [< αμερικ. ra(c)coon]
43971ράλιρά-λι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. αυτοκινητιστικός αγώνας μεγάλων συνήθ. αποστάσεων που γίνεται σε ειδική διαδρομή δημοσίων κυρ. δρόμων: ~ Ακρόπολις/Σπριντ. Οδηγός/παγκόσμιο πρωτάθλημα ~. Βλ. ντράγκστερ, υπερειδική.|| Ιστιοπλοϊκό ~ (: που διαρκεί πολλές μέρες και περιλαμβάνει θαλάσσιες διαδρομές με ενδιάμεσες στάσεις σε νησιά). ~ Αιγαίου/Ιονίου. Πβ ρεγκάτα. 2. (μτφ.) γρήγορη και αξιοσημείωτη, συνήθ. οικονομική, αύξηση: τραπεζικό ~. ~ στο χρηματιστήριο. Το ~ (ανοδικό) των μετοχών/του πετρελαίου/των τιμών. Πβ. άλμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ράλι-αντίκα: αγώνας αυτοκινήτων παλιάς τεχνολογίας. ● ΦΡ.: κάνει ράλι (μτφ.) 1. σημειώνει αλματώδη αύξηση: Το χρηματιστήριο/ο χρυσός ~ ~. Οι τιμές του πετρελαίου ~ουν ~. 2. (για οδηγό ή αυτοκίνητο) κινείται με πολύ μεγάλη ταχύτητα. [< 1: γαλλ. rallye, 1911, αγγλ. rally(e), 1932 2: αγγλ. rally, 1930]
43972ραλίσταςρα-λί-στας ουσ. (αρσ.): οδηγός αυτοκινήτου που συμμετέχει σε ράλι και κατ' επέκτ. αυτός που οδηγεί με μεγάλη ταχύτητα. Βλ. -ίστας. [< αγγλ. rallyist, 1961]
43973ραμβλ. RAM
43974ραμαζάνιρα-μα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ρ): ΘΡΗΣΚ. ο ένατος μήνας του ισλαμικού ημερολογίου, κατά τον οποίο οι πιστοί τηρούν αυστηρούς κανόνες νηστείας, εγκράτειας και προσευχής από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου· η αντίστοιχη γιορτή και νηστεία. [< τουρκ. Ramazān]
43975ραμίρα-μί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαρτοπαίγνιο που παίζεται με μια τράπουλα και έναν τζόκερ, στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν να φτιάξουν συνδυασμούς φύλλων, όπως στο πόκερ, απλώνοντάς τα όμως στο τραπέζι. Βλ. κουμκάν, μπιρίμπα, πόκα, φλος. [< γαλλ. rami, 1937]
43976ράμμα[ῥάμμα] ράμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} ειδικό νήμα που χρησιμοποιείται στη χειρουργική για τη συνένωση δύο ιστικών επιφανειών και το ράψιμο τραύματος: απορροφήσιμο ~. ~ατα πάνω από το φρύδι/στο γόνατο. Πήγε να του αφαιρέσουν/βγάλουν/κόψουν τα ~ατα. 2. λεπτό σχοινάκι για αλφάδιασμα. 3. (σπάν.) γερή κλωστή για ραφή. ● ΦΡ.: έχω ράμματα για τη γούνα (κάποιου) βλ. γούνα [< 1, 3: αρχ. ῥάμμα]
43977ράμνοςρά-μνος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. μικρό δέντρο ή αγκαθωτός θάμνος (επιστ. ονομασ. Rhamnus alaternus) των εύκρατων περιοχών του Β. Ημισφαιρίου με λευκά άνθη, πριονωτά, ωοειδή φύλλα και στρογγυλούς σαρκώδεις καρπούς, το οποίο έχει καθαρτικές ιδιότητες. Βλ. ιπποφαές. [< μτγν. ῥάμνος]
43978ραμολιμέντορα-μο-λι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) & ραμολί (λαϊκό-μειωτ.): ηλικιωμένος που βρίσκεται σε άθλια σωματική ή/και πνευματική κατάσταση. Πβ. γερο-ξεκούτης, -ξούρας, ξεμωραμένος, σάψαλο, χούφταλο. [< ιταλ. rammollimento, γαλλ. ramolli]
43979ραμολίρωρα-μο-λί-ρω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λαϊκό-μειωτ.): πάσχω από γεροντική άνοια, ξεμωραίνομαι: Έχει ~ει το χούφταλο. [< ιταλ. rammollire, γαλλ. (se) ramollir]
43980ράμπαρά-μπα ουσ. (θηλ.) 1. επικλινής επιφάνεια που ενώνει δύο οριζόντια επίπεδα διαφορετικού ύψους: φορητή ~. ~ αποβίβασης/απογείωσης/προσγείωσης. ~ πεζοδρομίου. Υπόγειο με ~.|| (για ΑΜΕΑ) Ανυψωτική ~. ~ πρόσβασης. Πεζογέφυρα με ~ ανόδου/καθόδου. Βλ. κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες. 2. κεκλιμένο συνήθ. επίπεδο σε συνεργείο αυτοκινήτων για την ανύψωση οχήματος, προκειμένου να ελεγχθεί ή/και να επισκευαστεί. 3. σειρά από φώτα στο προσκήνιο θεάτρου. [< γαλλ. rampe]
43981ράμπορά-μπο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.) 1. (μειωτ.) ένοπλος με βάναυση συμπεριφορά. 2. (μτφ.) ειδικός ελεγκτής δημόσιας υπηρεσίας, συνήθ. εφοριακός. Πβ. κομάντο. 3. (σπάν.-μτφ.) δυναμικός και ριψοκίνδυνος παίκτης ομαδικού αθλήματος. [< αμερικ. Rambo, 1982, ιταλ. ~, 1985]
43982ραμποτέρα-μπο-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τρόπος σύνδεσης σανίδων που έχουν εγκοπές στη μια τους πλευρά και προεξοχές στην άλλη, ώστε να θηλυκώνουν μεταξύ τους· συνεκδ. κατασκευές που έχουν γίνει με τέτοιες σανίδες: ~ οροφής.|| (ως επίθ.) Δάπεδο/επένδυση ~. [< γαλλ. raboté]
43983ραμποτέζαρα-μπο-τέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ξυλουργικό μηχάνημα για την κατασκευή ραμποτέ σανίδων. [< γαλλ. raboteuse]
43984ραμφίζειραμ-φί-ζει ρ. (μτβ.) (λόγ.): (κυρ. για πουλί) χτυπά ή τρώει με το ράμφος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.