Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [44540-44560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
43985ράμφισμαράμ-φι-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τσίμπημα με το ράμφος.
43986ραμφοειδής, ής, ές ραμ-φο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα ράμφους. Βλ. -ειδής.
43987ράμφος[ῥάμφος] ράμ-φος ουσ. (ουδ.) 1. προεξέχον κεράτινο τμήμα του στόματος κυρ. πουλιών, που αποτελείται από δύο σιαγόνες χωρίς δόντια: γαμψό/κοντό/μακρύ/μυτερό ~. ~ αετού/παπαγάλου/πάπιας. Πβ. μύτη. 2. (μτφ.) καθετί ραμφοειδές: φλάουτο με ~ (βλ. επιστόμιο). [< 1: αρχ. ῥάμφος]
43988ραν εντ γκανουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ) γρήγορο και ελεύθερο επιθετικό παιχνίδι. [< αμερικ. run-and-gun, 1960]
43989ράνερρά-νερ ουσ. (ουδ.): μακρόστενο, κυρ. διακοσμητικό, τραπεζομάντιλο. Βλ. καρέ, τραβέρσα. [< αμερικ. runner]
43990ρανίδα[ῥανίδα] ρα-νί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος βλ. αίμα [< αρχ. ῥανίς ‘σταγόνα’]
43991ράνκινγκράν-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (για αθλητές ή ομάδες) σειρά κατάταξης σε αξιολογικό πίνακα: το ετήσιο ~ της ΟΥΕΦΑ. Έχει την τέταρτη θέση στο παγκόσμιο ~. Πβ. βαθμολογία. [< αγγλ. ranking]
43992ραντραντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της απορροφηθείσας δόσης ιονίζουσας ακτινοβολίας (σύμβ. rd). Βλ. ρεμ. [< αγγλ. rad, περ. 1953 < r(adiation) a(bsorbed) d(ose), γαλλ. ~, 1953]
43994ράντα2ρά-ντα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. σταθερό ποσό που καταβάλλεται ή εισπράττεται περιοδικά σε ίσα χρονικά διαστήματα: ληξιπρόθεσμη ~. Αξία ~ας. ~ες ζωής (π.χ. συνταξιοδοτικά προγράμματα). [< γαλλ. rente]
43995ράντα3ρά-ντα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): τιράντα. ● Υποκ.: ραντάκι (το) [< τιράντα, όπου η αρχική συλλαβή θεωρήθηκε οριστικό άρθρο (τη)]
43996ραντάρρα-ντάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα ή συσκευή για τον εντοπισμό της θέσης και τον προσδιορισμό της κατεύθυνσης ή/και της απόστασης αντικειμένου, μέσω της ανάκλασης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στην επιφάνειά του: δορυφορικό/ιπτάμενο/μετεωρολογικό/στρατιωτικό ~. Η οθόνη του ~. Εχθρικά ~. ~ αεροδρομίου/αεροσκάφους/ανίχνευσης/ναυτιλίας. ~ (ελέγχου) ταχύτητας/Τροχαίας. Βλ. γεω~. ΣΥΝ. ραδιοεντοπιστής (1) 2. (μτφ.-προφ.) διαίσθηση: Το έπιασε το ~ μου (= το αντιλήφθηκα). Πβ. κεραίες. ● ΣΥΜΠΛ.: ραντάρ ντόπλερ: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί το φαινόμενο ντόπλερ για τη μέτρηση της ταχύτητας κινούμενου στόχου ή σωματιδίων της ατμόσφαιρας. [< 1: αμερικ. radar, 1941 < ra(dio) d(etection) a(nd) r(anging), γαλλ. ~, 1943]
43997ραντεβούρα-ντε-βού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. συνάντηση ή επικοινωνία με κάποιον κατόπιν συνεννόησης: επαγγελματικό/ιατρικό (για εξέταση) ~. Ηλεκτρονικό/τηλεφωνικό (π.χ. σε υπηρεσίες, νοσοκομεία)/φυσικό ~ (: με φυσική παρουσία). ~ σε κομμωτήριο/συνεργείο. ~ (πολιτικού) με εκπροσώπους (εργαζομένων/του Τύπου). Αλλαγή/προγραμματισμός/τήρηση/υπενθύμιση ~. Ανέβαλε/ακύρωσε/ματαίωσε/ξέχασε το ~. Έκλεισε ~ με ... Άργησε/καθυστέρησε στο ~. Το ~ κανονίστηκε. (Α)συνεπής/πιστός/τυπικός στα ~ του. Ο γιατρός δέχεται (μόνο) κατόπιν/με ~. Ούτε ~ να είχαμε (: για τυχαία συνάντηση)! Για κλείσιμο ~ απευθυνθείτε στο …|| (μτφ.) Οι δύο ομάδες έδωσαν ~ στον τελικό. Καθιερωμένο/πρωινό ~ (: για τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή).|| ~ με την επιτυχία. (ΑΘΛ.) ~ με τα δίχτυα (: για δεινό σκόρερ)/με τα μετάλλια. || ~ με την ιστορία (: αποφασιστική καμπή στη ζωή συνήθ. πολιτικού ή αθλητή). 2. (ειδικότ.) ερωτική συνάντηση: κρυφό/μυστικό/παράνομο/ρομαντικό/(εμφατ.) ροζ ~. Το πρώτο ~. Βγαίνω ~. ~ στα τυφλά (: με άγνωστο πρόσωπο). Στο πρώτο τους ~ είχε πολύ άγχος. ● Υποκ.: ραντεβουδάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: Άγγλος/Εγγλέζος στο/στα ραντεβού (του) βλ. Άγγλος, Αγγλίδα [< γαλλ. rendez-vous]
43998ράντζορά-ντζο ουσ. (ουδ.) & ράντσο & ράτζο: πρόχειρο, πτυσσόμενο κρεβάτι: στρατιωτικό ~. Δεν βρέθηκε νοσοκομειακή κλίνη και νοσηλεύεται σε ~. Πβ. κρεβάτι εκστρατείας. Βλ. ντιβάνι. [< ιταλ. rancio]
43999ραντιέρηςρα-ντιέ-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.) 1. δανειστής που κερδοσκοπεί από τους τόκους. Πβ. τοκογλύφος. 2. αυτός που εισπράττει ράντες. Πβ. εισοδηματίας. Βλ. -ιέρης. [< γαλλ. rentier]
44000ραντίζωρα-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {ράντι-σα, ραντί-στηκε, -στεί, -σμένος, ραντίζ-οντας}: περιβρέχω με σταγόνες υγρού: ~ουμε τα φύλλα/φυτά με νερό (βλ. ποτίζω). Ο παπάς τον ~σε με αγιασμό (πβ. ραίνω). Φρούτα που έχουν ~στεί με φυτοφάρμακα (πβ. ψεκάζω). [< μτγν. ῥαντίζω]
44001ράντισμαρά-ντι-σμα ουσ. (ουδ.) & ραντισμός (ο): η ενέργεια του ραντίζω: βιολογικά/παράνομα ~ατα. ~ με χημικά. Πβ. ψεκασμός. [< μτγν. ῥάντισμα]
44002ραντιστήριρα-ντι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): δοχείο με διάτρητο πώμα για ράντισμα ή πότισμα φυτών. Πβ. ποτιστήρι. Βλ. -τήρι. [< μτγν. ῥαντιστήριον]
44003ραντίτσιορα-ντί-τσι-ο ουσ. (ουδ.) & ραντίσιο: ΒΟΤ. μικρό κόκκινο λάχανο ιταλικής προέλευσης: σαλάτα με ~. [< ιταλ. radicchio]
44004ράντσερρά-ντσερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ιδιοκτήτης ράντσου ή/και απασχολούμενος σε αυτό. [< αμερικ. rancher]
44005ράντσορά-ντσο ουσ. (ουδ.) & ράντζο: (στην Αμερική και την Αυστραλία) μεγάλο αγρόκτημα: ~ εκτροφής αγελάδων/αλόγων. Πβ. φάρμα. [< αμερικ. ranch]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.