| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43974 | ραμαζάνι | ρα-μα-ζά-νι ουσ. (ουδ.) (συνήθ. με κεφαλ. Ρ): ΘΡΗΣΚ. ο ένατος μήνας του ισλαμικού ημερολογίου, κατά τον οποίο οι πιστοί τηρούν αυστηρούς κανόνες νηστείας, εγκράτειας και προσευχής από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου· η αντίστοιχη γιορτή και νηστεία. [< τουρκ. Ramazān] | |
| 43975 | ραμί | ρα-μί ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χαρτοπαίγνιο που παίζεται με μια τράπουλα και έναν τζόκερ, στο οποίο οι παίκτες προσπαθούν να φτιάξουν συνδυασμούς φύλλων, όπως στο πόκερ, απλώνοντάς τα όμως στο τραπέζι. Βλ. κουμκάν, μπιρίμπα, πόκα, φλος. [< γαλλ. rami, 1937] | |
| 43976 | ράμμα | [ῥάμμα] ράμ-μα ουσ. (ουδ.) 1. ΙΑΤΡ. {συνηθέστ. στον πληθ.} ειδικό νήμα που χρησιμοποιείται στη χειρουργική για τη συνένωση δύο ιστικών επιφανειών και το ράψιμο τραύματος: απορροφήσιμο ~. ~ατα πάνω από το φρύδι/στο γόνατο. Πήγε να του αφαιρέσουν/βγάλουν/κόψουν τα ~ατα. 2. λεπτό σχοινάκι για αλφάδιασμα. 3. (σπάν.) γερή κλωστή για ραφή. ● ΦΡ.: έχω ράμματα για τη γούνα (κάποιου) βλ. γούνα [< 1, 3: αρχ. ῥάμμα] | |
| 43977 | ράμνος | ρά-μνος ουσ. (αρσ.): ΒΟΤ. μικρό δέντρο ή αγκαθωτός θάμνος (επιστ. ονομασ. Rhamnus alaternus) των εύκρατων περιοχών του Β. Ημισφαιρίου με λευκά άνθη, πριονωτά, ωοειδή φύλλα και στρογγυλούς σαρκώδεις καρπούς, το οποίο έχει καθαρτικές ιδιότητες. Βλ. ιπποφαές. [< μτγν. ῥάμνος] | |
| 43978 | ραμολιμέντο | ρα-μο-λι-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) & ραμολί (λαϊκό-μειωτ.): ηλικιωμένος που βρίσκεται σε άθλια σωματική ή/και πνευματική κατάσταση. Πβ. γερο-ξεκούτης, -ξούρας, ξεμωραμένος, σάψαλο, χούφταλο. [< ιταλ. rammollimento, γαλλ. ramolli] | |
| 43979 | ραμολίρω | ρα-μο-λί-ρω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (λαϊκό-μειωτ.): πάσχω από γεροντική άνοια, ξεμωραίνομαι: Έχει ~ει το χούφταλο. [< ιταλ. rammollire, γαλλ. (se) ramollir] | |
| 43980 | ράμπα | ρά-μπα ουσ. (θηλ.) 1. επικλινής επιφάνεια που ενώνει δύο οριζόντια επίπεδα διαφορετικού ύψους: φορητή ~. ~ αποβίβασης/απογείωσης/προσγείωσης. ~ πεζοδρομίου. Υπόγειο με ~.|| (για ΑΜΕΑ) Ανυψωτική ~. ~ πρόσβασης. Πεζογέφυρα με ~ ανόδου/καθόδου. Βλ. κυλιόμενες σκάλες/κλίμακες. 2. κεκλιμένο συνήθ. επίπεδο σε συνεργείο αυτοκινήτων για την ανύψωση οχήματος, προκειμένου να ελεγχθεί ή/και να επισκευαστεί. 3. σειρά από φώτα στο προσκήνιο θεάτρου. [< γαλλ. rampe] | |
| 43981 | ράμπο | ρά-μπο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.) 1. (μειωτ.) ένοπλος με βάναυση συμπεριφορά. 2. (μτφ.) ειδικός ελεγκτής δημόσιας υπηρεσίας, συνήθ. εφοριακός. Πβ. κομάντο. 3. (σπάν.-μτφ.) δυναμικός και ριψοκίνδυνος παίκτης ομαδικού αθλήματος. [< αμερικ. Rambo, 1982, ιταλ. ~, 1985] | |
| 43982 | ραμποτέ | ρα-μπο-τέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τρόπος σύνδεσης σανίδων που έχουν εγκοπές στη μια τους πλευρά και προεξοχές στην άλλη, ώστε να θηλυκώνουν μεταξύ τους· συνεκδ. κατασκευές που έχουν γίνει με τέτοιες σανίδες: ~ οροφής.|| (ως επίθ.) Δάπεδο/επένδυση ~. [< γαλλ. raboté] | |
| 43983 | ραμποτέζα | ρα-μπο-τέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ξυλουργικό μηχάνημα για την κατασκευή ραμποτέ σανίδων. [< γαλλ. raboteuse] | |
| 43984 | ραμφίζει | ραμ-φί-ζει ρ. (μτβ.) (λόγ.): (κυρ. για πουλί) χτυπά ή τρώει με το ράμφος. | |
| 43985 | ράμφισμα | ράμ-φι-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.): τσίμπημα με το ράμφος. | |
| 43986 | ραμφοειδής | , ής, ές ραμ-φο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που έχει σχήμα ράμφους. Βλ. -ειδής. | |
| 43987 | ράμφος | [ῥάμφος] ράμ-φος ουσ. (ουδ.) 1. προεξέχον κεράτινο τμήμα του στόματος κυρ. πουλιών, που αποτελείται από δύο σιαγόνες χωρίς δόντια: γαμψό/κοντό/μακρύ/μυτερό ~. ~ αετού/παπαγάλου/πάπιας. Πβ. μύτη. 2. (μτφ.) καθετί ραμφοειδές: φλάουτο με ~ (βλ. επιστόμιο). [< 1: αρχ. ῥάμφος] | |
| 43988 | ραν εντ γκαν | ουσ. (ουδ.): ΑΘΛ. (κυρ. στο μπάσκετ) γρήγορο και ελεύθερο επιθετικό παιχνίδι. [< αμερικ. run-and-gun, 1960] | |
| 43989 | ράνερ | ρά-νερ ουσ. (ουδ.): μακρόστενο, κυρ. διακοσμητικό, τραπεζομάντιλο. Βλ. καρέ, τραβέρσα. [< αμερικ. runner] | |
| 43990 | ρανίδα | [ῥανίδα] ρα-νί-δα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματος βλ. αίμα [< αρχ. ῥανίς ‘σταγόνα’] | |
| 43991 | ράνκινγκ | ράν-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (για αθλητές ή ομάδες) σειρά κατάταξης σε αξιολογικό πίνακα: το ετήσιο ~ της ΟΥΕΦΑ. Έχει την τέταρτη θέση στο παγκόσμιο ~. Πβ. βαθμολογία. [< αγγλ. ranking] | |
| 43992 | ραντ | ραντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της απορροφηθείσας δόσης ιονίζουσας ακτινοβολίας (σύμβ. rd). Βλ. ρεμ. [< αγγλ. rad, περ. 1953 < r(adiation) a(bsorbed) d(ose), γαλλ. ~, 1953] | |
| 43994 | ράντα2 | ρά-ντα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. σταθερό ποσό που καταβάλλεται ή εισπράττεται περιοδικά σε ίσα χρονικά διαστήματα: ληξιπρόθεσμη ~. Αξία ~ας. ~ες ζωής (π.χ. συνταξιοδοτικά προγράμματα). [< γαλλ. rente] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ