| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44003 | ραντίτσιο | ρα-ντί-τσι-ο ουσ. (ουδ.) & ραντίσιο: ΒΟΤ. μικρό κόκκινο λάχανο ιταλικής προέλευσης: σαλάτα με ~. [< ιταλ. radicchio] | |
| 44004 | ράντσερ | ρά-ντσερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ιδιοκτήτης ράντσου ή/και απασχολούμενος σε αυτό. [< αμερικ. rancher] | |
| 44005 | ράντσο | ρά-ντσο ουσ. (ουδ.) & ράντζο: (στην Αμερική και την Αυστραλία) μεγάλο αγρόκτημα: ~ εκτροφής αγελάδων/αλόγων. Πβ. φάρμα. [< αμερικ. ranch] | |
| 44006 | ράνω | ρά-νω ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: κάνω, ράνω (προφ.-επιτατ.): Δουλεύω, τρέχω, ~ ~, δεν ξεκουράζομαι καθόλου. | |
| 44007 | ραουλιέρα | ρα-ου-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μηχάνημα που δίνει ορισμένο σχήμα σε μεταλλικές ράβδους ή πλάκες. Βλ. -ιέρα. | |
| 44008 | ράουλο | ρά-ου-λο ουσ. (ουδ.) & ράγουλο: ΤΕΧΝΟΛ. μικρό κυλινδρικό αντικείμενο που περιστρέφεται πάνω σε άξονα και χρησιμοποιείται συνήθ. για να κινεί κάτι: ~ κύλισης/στήριξης. ~α άγκυρας. [< ιταλ. raggiuolo, γαλλ. rouleau] | |
| 44009 | ραουλόδρομος | ρα-ου-λό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. σε εργοστάσια) κινούμενος ιμάντας μεταφοράς με ράουλο: ~ φόρτωσης και εκφόρτωσης. Βλ. -δρομος. ΣΥΝ. ταινιόδρομος | |
| 44010 | ραπ | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής αφροαμερικανικής προέλευσης που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη ρυθμική απαγγελία αυτοσχέδιων ομοιοκατάληκτων στίχων με ανατρεπτικό ή αντισυμβατικό περιεχόμενο: (ως επίθ.) ~ συγκρότημα/τραγουδιστής. Πβ. χιπ χοπ. Βλ. αρ εν μπι, μπρέικντανς. [< αμερικ. rap, 1979, γαλλ. ~, 1982] | |
| 44011 | ραπάνι | ρα-πά-νι ουσ. (ουδ.) & ρεπάνι: ΒΟΤ. λαχανικό της οικογένειας των σταυρανθών (επιστ. ονομασ. Raphanus sativus), με σαρκώδη, τραγανή, εδώδιμη ρίζα. Κυρ. ● Υποκ.: ραπανάκι & ρεπανάκι (το) [< μεσν. ραπάνι(ον), ρεπάνι(ο)ν] | |
| 44012 | ραπανίδα | βλ. ραφανίδα | |
| 44013 | ραπανοσέλινο | ρα-πα-νο-σέ-λι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σέλινου (επιστ. ονομασ. Apium graveolens rapaceum) με εδώδιμη αρωματική ρίζα. | |
| 44014 | ραπέλ | ρα-πέλ {άκλ.}: ΑΘΛ. καταρρίχηση. ΑΝΤ. αναρρίχηση (1) [< γαλλ. rappel, 1913] | |
| 44015 | ράπερ | ρά-περ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.-αργκό) ραπάς (ο): μουσικός της ραπ· αυτός που ακούει μουσική ραπ και ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς. [< αμερικ. rapper, 1979] | |
| 44016 | ραπιδογράφος | ρα-πι-δο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & ραπιτογράφος & (σπάν.) ραπιντογράφος: είδος πένας για σχέδιο. Βλ. -γράφος. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Rapidograph, πβ. ιταλ. ~, 1981] | |
| 44017 | ραπίζω | [ῥαπίζω] ρα-πί-ζω ρ. (μτβ.) {ράπι-ζε, -σε, ραπίζ-οντας} (λόγ.) 1. χαστουκίζω. ΣΥΝ. σκαμπιλίζω 2. (μτφ.) δίνω δυνατό χτύπημα, καταφέρω πλήγμα: ~σαν την αξιοπρέπειά του. [< 1: αρχ. ῥαπίζω] | |
| 44018 | ράπισμα | ρά-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δυνατό πλήγμα, προσβολή: γερό/ηθικό/ηχηρό/ισχυρό ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-~ για/κατά ... (πβ. βόμβα, καταπέλτης). Δέχομαι ~. Επεισόδια που αποτελούν ~ για την κοινωνία. Πβ. γροθιά, σφαλιάρα. ΣΥΝ. κόλαφος 2. χαστούκι. Πβ. μπάτσος, ξανάστροφη, σκαμπίλι, φούσκος.|| (μτφ., για καιρικά φαινόμενα) Το ~ του ανέμου/της βροχής. [< μτγν. ῥάπισμα] | |
| 44019 | ραπόρτο | ρα-πόρ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-προφ.): μήνυμα, αναφορά: Περιμένω ~. Τους έστειλε ~.|| Δεν δίνει ~ (: λογαριασμό, λόγο) σε κανένα! [< ιταλ. rapporto] | |
| 44020 | ράπτης | βλ. ράφτης | |
| 44021 | ραπτικά | βλ. ραφτικά | |
| 44022 | ραπτική | ρα-πτι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της δημιουργίας ενδυμάτων: ατελιέ/εργαστήριο ~ής. Είδη ~ής (και πλεξίματος). Κοπτική-~. Βλ. μοδιστρική, υφαντουργία. ● ΣΥΜΠΛ.: υψηλή ραπτική & (σπάν.) υψηλή μόδα : οι μεγάλοι σχεδιαστές ή οι διάσημοι οίκοι μόδας και η παραγωγή τους: βιομηχανία/επιδείξεις/κολεξιόν/μετρ ~ής ~ής. [< γαλλ. haute couture, αγγλ. ~ ~, 1908, high fashion] [< μτγν. ῥαπτική] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ