| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 43995 | ράντα3 | ρά-ντα ουσ. (θηλ.) (σπάν.-προφ.): τιράντα. ● Υποκ.: ραντάκι (το) [< τιράντα, όπου η αρχική συλλαβή θεωρήθηκε οριστικό άρθρο (τη)] | |
| 43996 | ραντάρ | ρα-ντάρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρονικό σύστημα ή συσκευή για τον εντοπισμό της θέσης και τον προσδιορισμό της κατεύθυνσης ή/και της απόστασης αντικειμένου, μέσω της ανάκλασης ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων στην επιφάνειά του: δορυφορικό/ιπτάμενο/μετεωρολογικό/στρατιωτικό ~. Η οθόνη του ~. Εχθρικά ~. ~ αεροδρομίου/αεροσκάφους/ανίχνευσης/ναυτιλίας. ~ (ελέγχου) ταχύτητας/Τροχαίας. Βλ. γεω~. ΣΥΝ. ραδιοεντοπιστής (1) 2. (μτφ.-προφ.) διαίσθηση: Το έπιασε το ~ μου (= το αντιλήφθηκα). Πβ. κεραίες. ● ΣΥΜΠΛ.: ραντάρ ντόπλερ: ΤΕΧΝΟΛ. που χρησιμοποιεί το φαινόμενο ντόπλερ για τη μέτρηση της ταχύτητας κινούμενου στόχου ή σωματιδίων της ατμόσφαιρας. [< 1: αμερικ. radar, 1941 < ra(dio) d(etection) a(nd) r(anging), γαλλ. ~, 1943] | |
| 43997 | ραντεβού | ρα-ντε-βού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. συνάντηση ή επικοινωνία με κάποιον κατόπιν συνεννόησης: επαγγελματικό/ιατρικό (για εξέταση) ~. Ηλεκτρονικό/τηλεφωνικό (π.χ. σε υπηρεσίες, νοσοκομεία)/φυσικό ~ (: με φυσική παρουσία). ~ σε κομμωτήριο/συνεργείο. ~ (πολιτικού) με εκπροσώπους (εργαζομένων/του Τύπου). Αλλαγή/προγραμματισμός/τήρηση/υπενθύμιση ~. Ανέβαλε/ακύρωσε/ματαίωσε/ξέχασε το ~. Έκλεισε ~ με ... Άργησε/καθυστέρησε στο ~. Το ~ κανονίστηκε. (Α)συνεπής/πιστός/τυπικός στα ~ του. Ο γιατρός δέχεται (μόνο) κατόπιν/με ~. Ούτε ~ να είχαμε (: για τυχαία συνάντηση)! Για κλείσιμο ~ απευθυνθείτε στο …|| (μτφ.) Οι δύο ομάδες έδωσαν ~ στον τελικό. Καθιερωμένο/πρωινό ~ (: για τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή).|| ~ με την επιτυχία. (ΑΘΛ.) ~ με τα δίχτυα (: για δεινό σκόρερ)/με τα μετάλλια. || ~ με την ιστορία (: αποφασιστική καμπή στη ζωή συνήθ. πολιτικού ή αθλητή). 2. (ειδικότ.) ερωτική συνάντηση: κρυφό/μυστικό/παράνομο/ρομαντικό/(εμφατ.) ροζ ~. Το πρώτο ~. Βγαίνω ~. ~ στα τυφλά (: με άγνωστο πρόσωπο). Στο πρώτο τους ~ είχε πολύ άγχος. ● Υποκ.: ραντεβουδάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: Άγγλος/Εγγλέζος στο/στα ραντεβού (του) βλ. Άγγλος, Αγγλίδα [< γαλλ. rendez-vous] | |
| 43998 | ράντζο | ρά-ντζο ουσ. (ουδ.) & ράντσο & ράτζο: πρόχειρο, πτυσσόμενο κρεβάτι: στρατιωτικό ~. Δεν βρέθηκε νοσοκομειακή κλίνη και νοσηλεύεται σε ~. Πβ. κρεβάτι εκστρατείας. Βλ. ντιβάνι. [< ιταλ. rancio] | |
| 43999 | ραντιέρης | ρα-ντιέ-ρης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.) 1. δανειστής που κερδοσκοπεί από τους τόκους. Πβ. τοκογλύφος. 2. αυτός που εισπράττει ράντες. Πβ. εισοδηματίας. Βλ. -ιέρης. [< γαλλ. rentier] | |
| 44000 | ραντίζω | ρα-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {ράντι-σα, ραντί-στηκε, -στεί, -σμένος, ραντίζ-οντας}: περιβρέχω με σταγόνες υγρού: ~ουμε τα φύλλα/φυτά με νερό (βλ. ποτίζω). Ο παπάς τον ~σε με αγιασμό (πβ. ραίνω). Φρούτα που έχουν ~στεί με φυτοφάρμακα (πβ. ψεκάζω). [< μτγν. ῥαντίζω] | |
| 44001 | ράντισμα | ρά-ντι-σμα ουσ. (ουδ.) & ραντισμός (ο): η ενέργεια του ραντίζω: βιολογικά/παράνομα ~ατα. ~ με χημικά. Πβ. ψεκασμός. [< μτγν. ῥάντισμα] | |
| 44002 | ραντιστήρι | ρα-ντι-στή-ρι ουσ. (ουδ.): δοχείο με διάτρητο πώμα για ράντισμα ή πότισμα φυτών. Πβ. ποτιστήρι. Βλ. -τήρι. [< μτγν. ῥαντιστήριον] | |
| 44003 | ραντίτσιο | ρα-ντί-τσι-ο ουσ. (ουδ.) & ραντίσιο: ΒΟΤ. μικρό κόκκινο λάχανο ιταλικής προέλευσης: σαλάτα με ~. [< ιταλ. radicchio] | |
| 44004 | ράντσερ | ρά-ντσερ ουσ. (αρσ.) {άκλ.}: ιδιοκτήτης ράντσου ή/και απασχολούμενος σε αυτό. [< αμερικ. rancher] | |
| 44005 | ράντσο | ρά-ντσο ουσ. (ουδ.) & ράντζο: (στην Αμερική και την Αυστραλία) μεγάλο αγρόκτημα: ~ εκτροφής αγελάδων/αλόγων. Πβ. φάρμα. [< αμερικ. ranch] | |
| 44006 | ράνω | ρά-νω ρ.: μόνο στη ● ΦΡ.: κάνω, ράνω (προφ.-επιτατ.): Δουλεύω, τρέχω, ~ ~, δεν ξεκουράζομαι καθόλου. | |
| 44007 | ραουλιέρα | ρα-ου-λιέ-ρα ουσ. (θηλ.): μηχάνημα που δίνει ορισμένο σχήμα σε μεταλλικές ράβδους ή πλάκες. Βλ. -ιέρα. | |
| 44008 | ράουλο | ρά-ου-λο ουσ. (ουδ.) & ράγουλο: ΤΕΧΝΟΛ. μικρό κυλινδρικό αντικείμενο που περιστρέφεται πάνω σε άξονα και χρησιμοποιείται συνήθ. για να κινεί κάτι: ~ κύλισης/στήριξης. ~α άγκυρας. [< ιταλ. raggiuolo, γαλλ. rouleau] | |
| 44009 | ραουλόδρομος | ρα-ου-λό-δρο-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. (συνήθ. σε εργοστάσια) κινούμενος ιμάντας μεταφοράς με ράουλο: ~ φόρτωσης και εκφόρτωσης. Βλ. -δρομος. ΣΥΝ. ταινιόδρομος | |
| 44010 | ραπ | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. είδος μουσικής αφροαμερικανικής προέλευσης που έχει ως κύριο χαρακτηριστικό τη ρυθμική απαγγελία αυτοσχέδιων ομοιοκατάληκτων στίχων με ανατρεπτικό ή αντισυμβατικό περιεχόμενο: (ως επίθ.) ~ συγκρότημα/τραγουδιστής. Πβ. χιπ χοπ. Βλ. αρ εν μπι, μπρέικντανς. [< αμερικ. rap, 1979, γαλλ. ~, 1982] | |
| 44011 | ραπάνι | ρα-πά-νι ουσ. (ουδ.) & ρεπάνι: ΒΟΤ. λαχανικό της οικογένειας των σταυρανθών (επιστ. ονομασ. Raphanus sativus), με σαρκώδη, τραγανή, εδώδιμη ρίζα. Κυρ. ● Υποκ.: ραπανάκι & ρεπανάκι (το) [< μεσν. ραπάνι(ον), ρεπάνι(ο)ν] | |
| 44012 | ραπανίδα | βλ. ραφανίδα | |
| 44013 | ραπανοσέλινο | ρα-πα-νο-σέ-λι-νο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία σέλινου (επιστ. ονομασ. Apium graveolens rapaceum) με εδώδιμη αρωματική ρίζα. | |
| 44014 | ραπέλ | ρα-πέλ {άκλ.}: ΑΘΛ. καταρρίχηση. ΑΝΤ. αναρρίχηση (1) [< γαλλ. rappel, 1913] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ