Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58830 εγγραφές  [4440-4460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3497ανατίθεταιβλ. αναθέτω
3498ανατίμηση[ἀνατίμηση] α-να-τί-μη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αύξηση της τιμής νομίσματος, προϊόντος ή υπηρεσίας: αιφνίδια/αλματώδης ~. Διαδοχικές/μαζικές/σταδιακές ~ήσεις. ~ του πετρελαίου/των πρώτων υλών/της συναλλαγματικής ισοτιμίας/των χαρτοφυλακίων. ~ του ευρώ έναντι του δολαρίου. Κύμα ~ήσεων. Πβ. υπερτίμηση. ΑΝΤ. υποτίμηση (1) [< γερμ. Aufwertung, γαλλ. réévaluation, 1929]
3499ανατιμητικός, ή, ό [ἀνατιμητικός] α-να-τι-μη-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την ανατίμηση: ~ή: πορεία/τάση (νομίσματος). Ακραία ~ά φαινόμενα. ● επίρρ.: ανατιμητικά
3500ανατιμολόγηση[ἀνατιμολόγηση] α-να-τι-μο-λό-γη-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. εκ νέου τιμολόγηση: ~ φαρμάκων. Αναγκαστικές ~ήσεις δανείων. Πβ. ανα-, επανα-κοστολόγηση.
3501ανατιμώ[ἀνατιμῶ] α-να-τι-μώ ρ. (μτβ.) {ανατιμ-ά ...| ανατίμ-ησε, -άται, -ήθηκε, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. κάνω ανατίμηση· ακριβαίνω: Το νόμισμα ~ήθηκε (ΑΝΤ. διολισθαίνει). Η συναλλαγματική ισοτιμία ~ήθηκε κατά ... %.|| Προϊόντα που έχουν ~ηθεί. Πβ. υπερτιμώ. ΑΝΤ. υποτιμώ (2) [< αρχ. ἀνατιμῶ, γερμ. aufwerten]
3502ανατινάζω[ἀνατινάζω] α-να-τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {ανατίνα-ξε, ανατινά-χτηκε κ. -χθηκε -γμένος, ανατινάζ-οντας} & (λόγ.) ανατινάσσω 1. καταστρέφω κάτι προκαλώντας έκρηξη: ~χθηκε αυτοκίνητο παγιδευμένο με εκρηκτικά (: εξερράγη). 2. {συνήθ. στην ενεργ. φωνή} (μτφ.) δυναμιτίζω, υπονομεύω: Με τις δηλώσεις του ~ξε τις θέσεις της παράταξης. Πβ. τορπιλίζω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα. [< αρχ. ἀνατινάσσω]
3503ανατίναξη[ἀνατίναξη] α-να-τί-να-ξη ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανατινάζω: ~ βράχου (βλ. εκβραχισμός)/γέφυρας/κτιρίου. Γόμωση, πυροδότηση, ~. Εκσκαφή με ~άξεις. Πβ. έκρηξη. [< μεσν. ανατίναξις]
3504ανατοκισμός[ἀνατοκισμός] α-να-το-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. κεφαλοποίηση των (καθυστερούμενων) τόκων: ετήσιος/περιοδικός/συνεχής/τραπεζικός ~. Πβ. πανωτόκια, σύνθετος τόκος. Βλ. εκτοκισμός, -ισμός. [< μτγν. ἀνατοκισμός, αγγλ. anatocism]
3505ανατολή[ἀνατολή] α-να-το-λή ουσ. (θηλ.) 1. ΑΣΤΡΟΝ. εμφάνιση του ήλιου στον ορίζοντα και κατ' επέκτ. κάθε ουράνιου σώματος· συνεκδ. η συγκεκριμένη ώρα: ~ των αστέρων/της σελήνης.|| Θ' ανοίξουν οι κάλπες με την ~ του ήλιου. Πβ. αυγή, ξημέρωμα, φέξιμο, χάραμα. ΑΝΤ. δύση (1), ηλιοβασίλεμα 2. (κατ' επέκτ., με κεφαλ. το αρχικό Α, συντομ. Α.) σημείο του ορίζοντα, από όπου παρατηρείται η ανατολή του Ηλίου· κατ' επέκτ. το δεξιό τμήμα σε χάρτη και το αντίστοιχο σημείο της πυξίδας απέναντι από τη δύση: Το δωμάτιο βλέπει προς την ~. Βλ. βορράς, νότος. 3. (με κεφαλ. το αρχικό Α) το ανατολικό τμήμα γεωγραφικής περιοχής (κυρ. χώρας ή ηπείρου)· οι χώρες της Ασίας: Στα βάθη της ~ής.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το σχίσμα ~ής και Δύσης (= ορθόδοξης και ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας). 4. (μτφ.) αρχή, ξεκίνημα: Στην ~ του 21ου αιώνα. Με την ~ του νέου έτους. Πβ. απαρχή, αυγή, αφετηρία.|| (ΙΑΤΡ.) ~ δοντιού. ● ΣΥΜΠΛ.: Άπω Ανατολή: οι χώρες της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ασίας (Ανατολική Ρωσία, Ιαπωνία, οι χώρες της Ινδοκίνας, Ινδονησία, Κίνα, Κορέα, Φιλιππίνες). [< γαλλ. Extrême-Orient] , η Εγγύς Ανατολή: (κυρ. στην ΑΡΧΑΙΟΛ., ΙΣΤ., ΓΕΩΓΡ.) η Μέση Ανατολή. [< γαλλ. Proche-Orient] , Μέση Ανατολή: τα μέρη που εκτείνονται μεταξύ ΝΔ Ασίας και ΒΑ Αφρικής (Ιορδανία, Ιράκ, Ιράν, Ισραήλ, Λίβανος, Παλαιστίνη, Σαουδική Αραβία, Συρία). [< γαλλ. Moyen-Orient] ● ΦΡ.: εξ Ανατολών (λόγ.): από ανατολικά: ~ ~ απειλή/γείτονες. ~ ~ προς δυσμάς., η καθ' ημάς Ανατολή (λόγ.): οι περιοχές της Ασίας όπου άκμασε ο ελληνισμός, κυρ. η Μικρά Ασία: η ορθόδοξη καθ' ~., προς ανατολάς (λόγ.): προς τα ανατολικά: επέκταση/πορεία ~ ~. Από δυσμάς ~ ~. [< 1,2: αρχ. ἀνατολή 3: γαλλ. Orient, Est 4: κατά τη σημ. 2 του ανατέλλει]
3506ανατολίζων, ουσα, ον [ἀνατολίζων] α-να-το-λί-ζων επίθ. 1. ΑΡΧΑΙΟΛ. που σχετίζεται με την ανατολίζουσα περίοδο: ~ων: ρυθμός. ~ουσα: κεραμική. ~οντα: θέματα. 2. (λόγ.) που έχει επηρεαστεί από τον πολιτισμό της (Εγγύς ή/και Μέσης) Ανατολής, που μιμείται κάτι ανατολικό: ~ουσα: μελωδία. ~οντα: στοιχεία. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολίζουσα περίοδος: ΑΡΧΑΙΟΛ. το χρονικό διάστημα (730/720 - 630 π.Χ.) κατά το οποίο παρατηρείται επίδραση της ανατολικής και αιγυπτιακής τέχνης στην αντίστοιχη αρχαία ελληνική, μέσα από τον δανεισμό ζωικών και φυτικών μορφών: γεωμετρική και ~ ~.
3507ανατολικοευρωπαϊκός, ή, ό [ἀνατολικοευρωπαϊκός] α-να-το-λι-κο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ανατολική Ευρώπη. Βλ. δυτικοευρωπαϊκός. [< γερμ. οsteuropäisch]
3508Ανατολικοευρωπαίος, Ανατολικοευρωπαία[Ἀνατολικοευρωπαῖος] Α-να-το-λι-κο-ευ-ρω-παί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί, κατοικεί σε ή κατάγεται από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης: (ως επίθ.) ~ος: μετανάστης/συγγραφέας. Βλ. Δυτικοευρωπαίος. [< γερμ. Osteuropäer]
3509ανατολικομεσημβρινός, ή, ό [ἀνατολικομεσημβρινός] α-να-το-λι-κο-με-σημ-βρι-νός επίθ.: νοτιοανατολικός: ~ό: διαμέρισμα/οικόπεδο (: για δήλωση της πλεονεκτικής τους θέσης, βλ. ηλιόλουστος). [< μεσν. ανατολικομεσημβρινός]
3510ανατολικός, ή, ό [ἀνατολικός] α-να-το-λι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται στην, (προ)έρχεται από την ή έχει κατεύθυνση προς την Ανατολή: ~ός: άνεμος (= απηλιώτης). ~ή: πτέρυγα. ~ό: δωμάτιο/ημισφαίριο/(ΙΣΤ.) Μέτωπο. ~ές: περιοχές. ~ά: παράλια/προάστια/σύνορα. Βλ. νοτιο~. ΑΝΤ. δυτικός (1) 2. που αναφέρεται στην (Εγγύς και Μέση) Ανατολή: ~ός: πολιτισμός. ~ή: θρησκεία (βλ. βουδισμός, μωαμεθανισμός)/κουζίνα/μουσική/σκέψη/φιλοσοφία. ~οί: λαοί. Πβ. ανατολίτικος, οριεντάλ. Βλ. ασιατικός.|| (ως ουσ.) ~οί και Δυτικοί. 3. (παλαιότ.) που σχετίζεται με τα κράτη που ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας: ~ός: συνασπισμός. ~ές: χώρες. ● Ουσ.: ανατολικά (τα): το ανατολικό τμήμα: Βροχές/συννεφιά στα ~ της χώρας. Από τα δυτικά προς τα ~ (= από δυσμάς προς ανατολάς). ● επίρρ.: ανατολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στα ανατολικά: ~ του νησιού/της πόλης. Βρίσκεται/κατευθύνεται ~. Ο νομός συνορεύει ~ με ... ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολικές σπουδές: σύνολο επιστημονικών κλάδων με αντικείμενο τη μελέτη των πολιτισμών της Ανατολής. [< γαλλ. études orientales] , Ανατολική Εκκλησία: η Ορθόδοξη Εκκλησία: Σχίσμα Ανατολικής-Δυτικής ~ας., Ανατολική Ευρώπη (παλαιότ.): ΠΟΛΙΤ. οι ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής της πρώην Σοβιετικής Ένωσης., ανατολικό (ζήτημα) & Μεσανατολικό ζήτημα: (μτφ.-προφ.) κάθε θέμα που λαμβάνει αδικαιολόγητα μεγάλες διαστάσεις: Δεν χρειάζεται να το κάνουμε ~ ~, θα βρεθεί κάποια λύση. [< γαλλ. Question Orientale] [< 1: μτγν. ἀνατολικός 2,3: γαλλ. oriental, αγγλ. eastern]
3511ανατολιστής[ἀνατολιστής] α-να-το-λι-στής ουσ. (αρσ.): επιστήμονας που μελετά τη γλώσσα και τον πολιτισμό των λαών της Ανατολής. [< γαλλ. orientaliste]
3512Ανατολίτης[Ἀνατολίτης] Α-να-το-λί-της ουσ. (αρσ.) , Ανατολίτισσα (η): πρόσωπο που 1. {κυρ. στο αρσ.} (μτφ.-συνήθ. μειωτ.) έχει ανατολίτικη νοοτροπία. 2. κατάγεται από την ή κατοικεί στην Ανατολή (Εγγύς ή Μέση). Πβ. Μεσ~. Βλ. -ίτης1. [< μεσν. Aνατολίτης]
3513ανατολίτικος, η, ο [ἀνατολίτικος] α-να-το-λί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με την (Εγγύς ή Μέση) Ανατολή ή που, σύμφωνα με τη δυτική οπτική γωνία, ταιριάζει στον τρόπο ζωής των Ανατολιτών: ~η: κουζίνα/νοοτροπία. ~ο: παζάρι/φαγητό. ~οι: χοροί (βλ. χορός της κοιλιάς). ~α: γλυκά (βλ. γλυκά ταψιού). Πβ. οριεντάλ. Βλ. λεβαντίνικος, -ίτικος. [< γαλλ. oriental]
3514ανατομείο[ἀνατομεῖο] α-να-το-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ίδρυμα ή αίθουσα όπου γίνεται ανατομική εξέταση πτωμάτων για ιατροδικαστική ή επιστημονική έρευνα. Πβ. νεκροτομείο. [< γερμ. Anatomie(saal)]
3515ανατομή[ἀνατομή] α-να-το-μή ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) δημιουργία τομών και διανοίξεων σε ιστούς νεκρού σώματος για επιστημονική ή ιατροδικαστική έρευνα: ~ του ανθρώπινου σώματος. ~ σε ζώα. Βλ. νεκρο-τομία, -ψία, -τομή. 2. (σπάν.-μτφ.) ανατομία: Συγγραφικό έργο που αποτελεί ~ της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. [< αρχ. ἀνατομή]
3516ανατομία[ἀνατομία] α-να-το-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) επιστημονικός κλάδος που μελετά τη δομή και τη μορφολογία των έμβιων οργανισμών και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα· ειδικότ. η πρακτική της ανατομής και συνεκδ. η δομή οργάνου ή οργανισμού που μελετήθηκε ανατομικά: γενική/ειδική/κλινική/λειτουργική/μακροσκοπική/μικροσκοπική (βλ. ιστολογία)/συγκριτική/χειρουργική ~. Άτλαντας/μάθημα/στοιχεία ~ας. Φυσιολογία και ~. Βλ. νευρο~, παθολογο~, σπλαγχνο~.|| ~ πτωμάτων. Βλ. -τομή.|| ~ δερματικού ιστού/εγκεφάλου/ζώων/καρδιάς/φυτών. Απεικονιστική ανατομία του ανθρώπου. 2. (μτφ.) διεισδυτική και λεπτομερής ανάλυση, εξέταση: ~ της ψυχής του δράστη. Πβ. έρευνα.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Καλλιτεχνική ~ (: μελέτη της εξωτερικής μορφής του σώματος με στόχο την απόδοσή του στη ζωγραφική ή τη γλυπτική). ΣΥΝ. ανατομή (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφική ανατομία: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που μελετά τις σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ των οργάνων. [< γαλλ. anatomie topographique, αγγλ. topographic anatomy] , παθολογική ανατομική βλ. ανατομικός [< μτγν. ἀνατομία, γαλλ. anatomie, αγγλ. anatomy]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.