Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [4440-4460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
3507ανατολικοευρωπαϊκός, ή, ό [ἀνατολικοευρωπαϊκός] α-να-το-λι-κο-ευ-ρω-πα-ϊ-κός επίθ.: που σχετίζεται με την Ανατολική Ευρώπη. Βλ. δυτικοευρωπαϊκός. [< γερμ. οsteuropäisch]
3508Ανατολικοευρωπαίος, Ανατολικοευρωπαία[Ἀνατολικοευρωπαῖος] Α-να-το-λι-κο-ευ-ρω-παί-ος επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει γεννηθεί, κατοικεί σε ή κατάγεται από χώρα της Ανατολικής Ευρώπης: (ως επίθ.) ~ος: μετανάστης/συγγραφέας. Βλ. Δυτικοευρωπαίος. [< γερμ. Osteuropäer]
3509ανατολικομεσημβρινός, ή, ό [ἀνατολικομεσημβρινός] α-να-το-λι-κο-με-σημ-βρι-νός επίθ.: νοτιοανατολικός: ~ό: διαμέρισμα/οικόπεδο (: για δήλωση της πλεονεκτικής τους θέσης, βλ. ηλιόλουστος). [< μεσν. ανατολικομεσημβρινός]
3510ανατολικός, ή, ό [ἀνατολικός] α-να-το-λι-κός επίθ. 1. που βρίσκεται στην, (προ)έρχεται από την ή έχει κατεύθυνση προς την Ανατολή: ~ός: άνεμος (= απηλιώτης). ~ή: πτέρυγα. ~ό: δωμάτιο/ημισφαίριο/(ΙΣΤ.) Μέτωπο. ~ές: περιοχές. ~ά: παράλια/προάστια/σύνορα. Βλ. νοτιο~. ΑΝΤ. δυτικός (1) 2. που αναφέρεται στην (Εγγύς και Μέση) Ανατολή: ~ός: πολιτισμός. ~ή: θρησκεία (βλ. βουδισμός, μωαμεθανισμός)/κουζίνα/μουσική/σκέψη/φιλοσοφία. ~οί: λαοί. Πβ. ανατολίτικος, οριεντάλ. Βλ. ασιατικός.|| (ως ουσ.) ~οί και Δυτικοί. 3. (παλαιότ.) που σχετίζεται με τα κράτη που ανήκαν στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας: ~ός: συνασπισμός. ~ές: χώρες. ● Ουσ.: ανατολικά (τα): το ανατολικό τμήμα: Βροχές/συννεφιά στα ~ της χώρας. Από τα δυτικά προς τα ~ (= από δυσμάς προς ανατολάς). ● επίρρ.: ανατολικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: στα ανατολικά: ~ του νησιού/της πόλης. Βρίσκεται/κατευθύνεται ~. Ο νομός συνορεύει ~ με ... ● ΣΥΜΠΛ.: ανατολικές σπουδές: σύνολο επιστημονικών κλάδων με αντικείμενο τη μελέτη των πολιτισμών της Ανατολής. [< γαλλ. études orientales] , Ανατολική Εκκλησία: η Ορθόδοξη Εκκλησία: Σχίσμα Ανατολικής-Δυτικής ~ας., Ανατολική Ευρώπη (παλαιότ.): ΠΟΛΙΤ. οι ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονταν στη σφαίρα επιρροής της πρώην Σοβιετικής Ένωσης., ανατολικό (ζήτημα) & Μεσανατολικό ζήτημα: (μτφ.-προφ.) κάθε θέμα που λαμβάνει αδικαιολόγητα μεγάλες διαστάσεις: Δεν χρειάζεται να το κάνουμε ~ ~, θα βρεθεί κάποια λύση. [< γαλλ. Question Orientale] [< 1: μτγν. ἀνατολικός 2,3: γαλλ. oriental, αγγλ. eastern]
3511ανατολιστής[ἀνατολιστής] α-να-το-λι-στής ουσ. (αρσ.): επιστήμονας που μελετά τη γλώσσα και τον πολιτισμό των λαών της Ανατολής. [< γαλλ. orientaliste]
3512Ανατολίτης[Ἀνατολίτης] Α-να-το-λί-της ουσ. (αρσ.) , Ανατολίτισσα (η): πρόσωπο που 1. {κυρ. στο αρσ.} (μτφ.-συνήθ. μειωτ.) έχει ανατολίτικη νοοτροπία. 2. κατάγεται από την ή κατοικεί στην Ανατολή (Εγγύς ή Μέση). Πβ. Μεσ~. Βλ. -ίτης1. [< μεσν. Aνατολίτης]
3513ανατολίτικος, η, ο [ἀνατολίτικος] α-να-το-λί-τι-κος επίθ. (προφ.): που σχετίζεται με την (Εγγύς ή Μέση) Ανατολή ή που, σύμφωνα με τη δυτική οπτική γωνία, ταιριάζει στον τρόπο ζωής των Ανατολιτών: ~η: κουζίνα/νοοτροπία. ~ο: παζάρι/φαγητό. ~οι: χοροί (βλ. χορός της κοιλιάς). ~α: γλυκά (βλ. γλυκά ταψιού). Πβ. οριεντάλ. Βλ. λεβαντίνικος, -ίτικος. [< γαλλ. oriental]
3514ανατομείο[ἀνατομεῖο] α-να-το-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ίδρυμα ή αίθουσα όπου γίνεται ανατομική εξέταση πτωμάτων για ιατροδικαστική ή επιστημονική έρευνα. Πβ. νεκροτομείο. [< γερμ. Anatomie(saal)]
3515ανατομή[ἀνατομή] α-να-το-μή ουσ. (θηλ.) 1. (επιστ.) δημιουργία τομών και διανοίξεων σε ιστούς νεκρού σώματος για επιστημονική ή ιατροδικαστική έρευνα: ~ του ανθρώπινου σώματος. ~ σε ζώα. Βλ. νεκρο-τομία, -ψία, -τομή. 2. (σπάν.-μτφ.) ανατομία: Συγγραφικό έργο που αποτελεί ~ της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας. [< αρχ. ἀνατομή]
3516ανατομία[ἀνατομία] α-να-το-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΑΝΑΤ. (συχνά με κεφαλ. το αρχικό Α) επιστημονικός κλάδος που μελετά τη δομή και τη μορφολογία των έμβιων οργανισμών και το αντίστοιχο πανεπιστημιακό μάθημα· ειδικότ. η πρακτική της ανατομής και συνεκδ. η δομή οργάνου ή οργανισμού που μελετήθηκε ανατομικά: γενική/ειδική/κλινική/λειτουργική/μακροσκοπική/μικροσκοπική (βλ. ιστολογία)/συγκριτική/χειρουργική ~. Άτλαντας/μάθημα/στοιχεία ~ας. Φυσιολογία και ~. Βλ. νευρο~, παθολογο~, σπλαγχνο~.|| ~ πτωμάτων. Βλ. -τομή.|| ~ δερματικού ιστού/εγκεφάλου/ζώων/καρδιάς/φυτών. Απεικονιστική ανατομία του ανθρώπου. 2. (μτφ.) διεισδυτική και λεπτομερής ανάλυση, εξέταση: ~ της ψυχής του δράστη. Πβ. έρευνα.|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) Καλλιτεχνική ~ (: μελέτη της εξωτερικής μορφής του σώματος με στόχο την απόδοσή του στη ζωγραφική ή τη γλυπτική). ΣΥΝ. ανατομή (2) ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφική ανατομία: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που μελετά τις σχέσεις και συνδέσεις μεταξύ των οργάνων. [< γαλλ. anatomie topographique, αγγλ. topographic anatomy] , παθολογική ανατομική βλ. ανατομικός [< μτγν. ἀνατομία, γαλλ. anatomie, αγγλ. anatomy]
3517ανατομικός, ή, ό [ἀνατομικός] α-να-το-μι-κός επίθ. 1. ΑΝΑΤ. που σχετίζεται με την ανατομία: ~ή: ανωμαλία/δομή/εξέταση/μελέτη/περιγραφή. ~ές: λεπτομέρειες. ~ά: χαρακτηριστικά.|| (μτφ.) Τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης στο ~ό τραπέζι. 2. που είναι κατασκευασμένος σύμφωνα με την ανατομία του σκελετικού συστήματος, ώστε να προλαμβάνει ή να θεραπεύει ορθοπαιδικά προβλήματα: ~ός: σχεδιασμός. ~ή: λαβή. ~ό: στρώμα (πβ. ορθοπαιδικός). ~ά: παπούτσια. Σακίδιο με ~ή πλάτη. ● Ουσ.: ανατομική (η): (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Α) ανατομία: λειτουργική/περιγραφική/χειρουργική ~. ● επίρρ.: ανατομικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: παθολογική ανατομική & παθολογική ανατομία: ΙΑΤΡ. παθολογοανατομία. [< 1: μτγν. ἀνατομικός 2: αγγλ. anatomical, γαλλ. anatomique]
3518ανατόμος[ἀνατόμος] α-να-τό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. (μτφ.) ερευνητής, μελετητής: βαθύς/οξυδερκής ~ της κοινωνίας/της ανθρώπινης συμπεριφοράς/φύσης/ψυχής. Πβ. αναλυτής. 2. ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. γιατρός με ειδικότητα στην ανατομία. Βλ. παθολογο~, -τόμος. [< 1: γαλλ. anatomiste 2: γερμ. Anatom]
3519ανατοποθέτηση[ἀνατοποθέτηση] α-να-το-πο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): επανατοποθέτηση.
3520ανατοποθετώ[ἀνατοποθετῶ] α-να-το-πο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {ανατοποθετ-είς ..., -ώντας | ανατοποθέτ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} ΣΥΝ. επανατοποθετώ. 1. τοποθετώ ξανά: Οι κίονες ~ούνται στις αρχικές τους θέσεις. 2. (μτφ.) αναπροσαρμόζω τη στάση μου απέναντι σε κάτι: Το ερώτημα ~ήθηκε στο σωστό πλαίσιο. [< γαλλ. replacer]
3521ανατρεπόμενος, η, ο [ἀνατρεπόμενος] α-να-τρε-πό-με-νος επίθ.: που έχει δυνατότητα κλίσης, ώστε να αδειάζει το περιεχόμενό του: ~ος: κάδος. ~η: πλατφόρμα. ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπόμενο όχημα/φορτηγό & φορτηγό με ανατρεπόμενη καρότσα & (προφ.) ανατρεπόμενο: που η καρότσα του ανυψώνεται και αποκτά κλίση προς τα κάτω, δεξιά ή αριστερά για άδειασμα του φορτίου της. [< αγγλ. dump truck, 1924] ● βλ. ανατρέπω [< μτγν. ἀνατρεπόμενος]
3522ανατρεπτικός, ή, ό [ἀνατρεπτικός] α-να-τρε-πτι-κός επίθ.: που επιφέρει ανατροπή: ~ή: θέση/θεωρία/ιδέα/σκέψη/συζήτηση. Λόγος ~ κατεστημένων νοοτροπιών. Το αποτέλεσμα υπήρξε ~ό.|| ~ός: καλλιτέχνης (: απρόβλεπτος, πρωτοπόρος). ~ή: κωμωδία/τέχνη. ~ό: φινάλε/χιούμορ. Πβ. αντισυμβατικός, ρηξικέλευθος, ριζοσπαστικός.|| ~ή: δράση. ~ό: κίνημα. ~ά: συνθήματα. Πβ. επαναστατικός. Βλ. αντιεξουσιαστικός.|| (ΝΟΜ.-επίσ.) Απόφαση ~ή (= ακυρωτική, αναιρετική) της προηγούμενης. ● επίρρ.: ανατρεπτικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπτική προθεσμία: ΝΟΜ. εντός της οποίας θα πρέπει να γίνει κάποια ενέργεια, διαφορετικά, μετά την πάροδό της, χαρακτηρίζεται άκυρη και ανενεργή: Η ένσταση ασκείται μέσα σε ~ ~ ... ημερών. [< αρχ. ἀνατρεπτικός, γαλλ. subversif]
3523ανατρέπω[ἀνατρέπω] α-να-τρέ-πω ρ. (μτβ.) {ανέτρε-ψα (σπάν.) ανάτρε-ψα, ανατράπ-ηκε (λόγ. ανετράπη, μτχ. ανατραπείς, -είσα, -έν, ανατρεπ-όμενος), ανατραπ-εί, ανατρέπ-οντας} (λόγ.) 1. (μτφ.) συντελώ (με αιφνιδιαστικό τρόπο), ώστε να πάψει να ισχύει κάτι: Μελέτη που ~ει τα έως τώρα δεδομένα. Η κακοκαιρία ~ψε (= ματαίωσε, χάλασε) τα σχέδιά τους. Κατάφερε να ~ψει (= να ανασκευάσει, αντικρούσει, καταρρίψει) τις κατηγορίες σε βάρος του. ~ηκαν (= μεταβλήθηκαν άρδην) οι ισορροπίες/οι κυρίαρχες αντιλήψεις/τα προγνωστικά. Δεν μπορεί να ~εί η απόφαση (= να ακυρωθεί, αναιρεθεί, καταργηθεί)/το αρνητικό κλίμα (= να αναστραφεί, αντιστραφεί). Πβ. φέρνω/έρχονται τα πάνω κάτω. 2. αναποδογυρίζω: Το αυτοκίνητο ~ηκε (= ντελαπάρισε, τούμπαρε). Η βάρκα κινδύνευσε να ~εί (= μπατάρει) λόγω της θαλασσοταραχής. 3. ενεργώ συνήθ. βίαια, ώστε να αφαιρεθεί η εξουσία από κάποιον: Προσπάθησαν να ~ψουν την κυβέρνηση (πβ. ρίχνω)/το πολίτευμα (= να το καταλύσουν). ~έν: καθεστώς. (για πρόσ.) Ο ηγέτης ~ηκε (= (εξ)έπεσε, καθαιρέθηκε). ~είς: Πρόεδρος. 4. (σε αθλητικό αγώνα) ρίχνω κάτω τον αντίπαλό μου: Ο παίκτης ~ηκε μέσα στη μικρή περιοχή (βλ. πέναλτι). ● ΦΡ.: ανατρέπω το σκηνικό (μτφ.): αλλάζω εντελώς την κατάσταση: Με την πρωτοβουλία του ~ψε ~. Το σκηνικό ~ηκε πλήρως στο δεύτερο ημίχρονο. ● βλ. ανατρεπόμενος [< αρχ. ἀνατρέπω ‘αναποδογυρίζω, τα κάνω άνω κάτω’, γαλλ. renverser]
3524ανατρέφω[ἀνατρέφω] α-να-τρέ-φω ρ. (μτβ.) {ανάθρε-ψα (λόγ.) ανέθρε-ψα, αναθρέ-ψει, ανατρά-φηκα (λόγ. ανετράφη, μτχ. ανατραφ-είς -είσα, -έν), αναθρεμμένος, ανατρέφ-οντας} & αναθρέφω 1. μεριμνώ για ή αναλαμβάνω τη διατροφή, την ανάπτυξη και την αγωγή κάποιου· τον μεγαλώνω: ~φηκε με τις φροντίδες της γιαγιάς του/σ' ένα οικογενειακό περιβάλλον γεμάτο αγάπη. Τον ~ψαν με κόπους (= ανέστησαν). Ζώα που έχουν ~φεί στην αιχμαλωσία. 2. διαπαιδαγωγώ: Βιβλίο που ~ψε γενιές και γενιές. ~φηκε με τις αρχές του ... Άνθρωπος αναθρεμμένος με την κλασική παιδεία. Πβ. γαλουχώ, μορφώνω. Βλ. κακο-, καλο-αναθρεμμένος. [< αρχ. ἀνατρέφω, μεσν. αναθρέφω]
3525ανατρέχω[ἀνατρέχω] α-να-τρέ-χω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανέτρε-ξα, ανατρέ-ξει, ανατρέχ-οντας} (+ σε, απαιτ. λεξιλόγ.) 1. καταφεύγω σε κείμενο ή άλλη πηγή, αναζητώντας στοιχεία: Για τους σκοπούς της έρευνας χρειάστηκε να ~ξει σε αρχεία/στη βιβλιογραφία/στο διαδίκτυο/σε λεξικά. Πβ. αναδιφώ, ερευνώ, συμβουλεύομαι, ψάχνω. 2. στρέφω τη σκέψη μου σε κάτι, κυρ. σε περασμένα γεγονότα, κάνω αναδρομή: ~ει στις απαρχές της θεωρίας ... Μην ~εις στο παρελθόν. Πβ. αναθυμάμαι, ανακαλώ, αναπολώ, επανέρχομαι. [< μτγν. ἀνατρέχω]
3526ανατρέψιμος, η, ο [ἀνατρέψιμος] α-να-τρέ-ψι-μος επίθ. (λόγ.): που μπορεί εύκολα να ανατραπεί: (μη) ~η: απόφαση/βλάβη/ισορροπία. ~α: αποτελέσματα/επιχειρήματα. Δύσκολα/εύκολα ~ο κλίμα. Πβ. αναστρέψιμος

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.