| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44015 | ράπερ | ρά-περ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} & (σπάν.-αργκό) ραπάς (ο): μουσικός της ραπ· αυτός που ακούει μουσική ραπ και ακολουθεί ανάλογο στιλ ντυσίματος και συμπεριφοράς. [< αμερικ. rapper, 1979] | |
| 44016 | ραπιδογράφος | ρα-πι-δο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & ραπιτογράφος & (σπάν.) ραπιντογράφος: είδος πένας για σχέδιο. Βλ. -γράφος. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Rapidograph, πβ. ιταλ. ~, 1981] | |
| 44017 | ραπίζω | [ῥαπίζω] ρα-πί-ζω ρ. (μτβ.) {ράπι-ζε, -σε, ραπίζ-οντας} (λόγ.) 1. χαστουκίζω. ΣΥΝ. σκαμπιλίζω 2. (μτφ.) δίνω δυνατό χτύπημα, καταφέρω πλήγμα: ~σαν την αξιοπρέπειά του. [< 1: αρχ. ῥαπίζω] | |
| 44018 | ράπισμα | ρά-πι-σμα ουσ. (ουδ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) δυνατό πλήγμα, προσβολή: γερό/ηθικό/ηχηρό/ισχυρό ~. (ως παραθετικό σύνθ.) Απόφαση-~ για/κατά ... (πβ. βόμβα, καταπέλτης). Δέχομαι ~. Επεισόδια που αποτελούν ~ για την κοινωνία. Πβ. γροθιά, σφαλιάρα. ΣΥΝ. κόλαφος 2. χαστούκι. Πβ. μπάτσος, ξανάστροφη, σκαμπίλι, φούσκος.|| (μτφ., για καιρικά φαινόμενα) Το ~ του ανέμου/της βροχής. [< μτγν. ῥάπισμα] | |
| 44019 | ραπόρτο | ρα-πόρ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-προφ.): μήνυμα, αναφορά: Περιμένω ~. Τους έστειλε ~.|| Δεν δίνει ~ (: λογαριασμό, λόγο) σε κανένα! [< ιταλ. rapporto] | |
| 44020 | ράπτης | βλ. ράφτης | |
| 44021 | ραπτικά | βλ. ραφτικά | |
| 44022 | ραπτική | ρα-πτι-κή ουσ. (θηλ.): η τέχνη της δημιουργίας ενδυμάτων: ατελιέ/εργαστήριο ~ής. Είδη ~ής (και πλεξίματος). Κοπτική-~. Βλ. μοδιστρική, υφαντουργία. ● ΣΥΜΠΛ.: υψηλή ραπτική & (σπάν.) υψηλή μόδα : οι μεγάλοι σχεδιαστές ή οι διάσημοι οίκοι μόδας και η παραγωγή τους: βιομηχανία/επιδείξεις/κολεξιόν/μετρ ~ής ~ής. [< γαλλ. haute couture, αγγλ. ~ ~, 1908, high fashion] [< μτγν. ῥαπτική] | |
| 44023 | ραπτικός | , ή, ό ρα-πτι-κός επίθ. & (σπάν.) ραφτικός: που σχετίζεται με τον ράφτη ή το ράψιμο κυρ. ενδυμάτων: ~ή: μηχανή (= ραπτομηχανή). ~ά: εργαλεία. [< μτγν. ῥαπτικός] | |
| 44024 | ραπτομηχανή | ρα-πτο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): μηχανή ραψίματος υφασμάτων, ενδυμάτων ή δερμάτων: επαγγελματική/ηλεκτρική/οικιακή/ποδοκίνητη/χειροκίνητη ~. Φορητή ~ ταξιδίου/χειρός. Βλ. γαζώνω, κοπτοράπτης, -μηχανή, τιγκέλι. ΣΥΝ. γαζωτική μηχανή [< γαλλ. machine à coudre] | |
| 44025 | ραπτός | , ή, ό βλ. ραφτός | |
| 44026 | ρασιοναλισμός | ρα-σιο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. ορθολογισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ιρασιοναλισμός | |
| 44027 | ρασιοναλιστής | ρα-σιο-να-λι-στής ουσ. (αρσ.): ορθολογιστής. | |
| 44028 | ρασιοναλιστικός | , ή, ό ρα-σιο-να-λι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. ορθολογιστικός. | |
| 44029 | ράσο | ρά-σο ουσ. (ουδ.) 1. φαρδύ, μαύρο ρούχο ιερωμένων και μοναχών που φτάνει ως τους αστραγάλους: καλογερίστικο ~. Βλ. άμφια. 2. (συνεκδ.) ο κλήρος· η ιερατική ή μοναστική ιδιότητα: Τιμά το ~ του.|| Φόρεσε/πέταξε τα ~α (= έγινε/έπαψε να είναι παπάς ή καλόγερος). Πβ. σχήμα. Βλ. αποσχηματισμός. ● ΦΡ.: τα ράσα δεν κάνουν τον παπά (παροιμ.): τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, τα αξιώματα δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική αξία κάποιου. Πβ. ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του βλ. παπάς, χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι βλ. καλόγερος [< μεσν. ράσον < λατ. rasum ‘(για μάλλινα ρούχα) με ξυρισμένο πέλος’] | |
| 44030 | ρασοφόρος | ρα-σο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): άνδρας που φορά ράσο, ιερωμένος ή καλόγερος: λαϊκοί και ~οι. Πβ. κληρικός, παπάς.|| (ως επίθ.) ~ μοναχός. Βλ. -φόρος. [< μεσν. ρασοφόρος ΄δόκιμος μοναχός΄] | |
| 44031 | ράσπα | ρά-σπα ουσ. (θηλ.): είδος λίμας για τη διαμόρφωση και το φινίρισμα ξύλινων συνήθ. υλικών: μεταλλική ~. Πβ. ξυλοφάγος. [< ιταλ. raspa] | |
| 44032 | ράστα | ρά-στα επίθ. {άκλ.}: που σχετίζεται με τις συνήθειες, τα χαρακτηριστικά των οπαδών του ρασταφαριανισμού: μαλλιά (βλ. πλεξούδες, τζίβα)/μουσικός ~. Βλ. ρέγκε. ● Ουσ.: ράστα (ο/η) (προφ.): οπαδός του ρασταφαριανισμού. [< αγγλ. Rasta(farian), 1955, γαλλ. rasta(fari), 1976] | |
| 44033 | ρασταφαριανισμός | ρα-στα-φα-ρια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικό και πολιτικό κίνημα των μαύρων της Τζαμάικα, που χαρακτηρίζεται από την πίστη στην ανωτερότητα της μαύρης φυλής, υποστηρίζει τον επαναπατρισμό της στην Αφρική, προωθεί την τελετουργική χρήση μαριχουάνας και οι οπαδοί του είναι ειρηνιστές και ακούν ρέγκε μουσική. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. Rastafarianism, 1938]] | |
| 44034 | ράστερ | ρά-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΥΠΟΓΡ. πλέγμα παράπλευρων κουκκίδων με διάφορα σχήματα και μεγέθη, σε ελεύθερη διάταξη, για την απόδοση τονικών διαβαθμίσεων του γκρι, κατά την εκτύπωση διαφόρων σχημάτων. 2. ΦΩΤΟΓΡ. βιομηχανοποιημένο ημιδιαφανές φύλλο χαρτιού ή φιλμ με εκτύπωση τέτοιων πλεγμάτων. [< γερμ. Raster, αγγλ. raster, 1934] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ