Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44580-44600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44023ραπτικός, ή, ό ρα-πτι-κός επίθ. & (σπάν.) ραφτικός: που σχετίζεται με τον ράφτη ή το ράψιμο κυρ. ενδυμάτων: ~ή: μηχανή (= ραπτομηχανή). ~ά: εργαλεία. [< μτγν. ῥαπτικός]
44024ραπτομηχανήρα-πτο-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): μηχανή ραψίματος υφασμάτων, ενδυμάτων ή δερμάτων: επαγγελματική/ηλεκτρική/οικιακή/ποδοκίνητη/χειροκίνητη ~. Φορητή ~ ταξιδίου/χειρός. Βλ. γαζώνω, κοπτοράπτης, -μηχανή, τιγκέλι. ΣΥΝ. γαζωτική μηχανή [< γαλλ. machine à coudre]
44025ραπτός, ή, ό βλ. ραφτός
44026ρασιοναλισμόςρα-σιο-να-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. ορθολογισμός. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. ιρασιοναλισμός
44027ρασιοναλιστήςρα-σιο-να-λι-στής ουσ. (αρσ.): ορθολογιστής.
44028ρασιοναλιστικός, ή, ό ρα-σιο-να-λι-στι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. ορθολογιστικός.
44029ράσορά-σο ουσ. (ουδ.) 1. φαρδύ, μαύρο ρούχο ιερωμένων και μοναχών που φτάνει ως τους αστραγάλους: καλογερίστικο ~. Βλ. άμφια. 2. (συνεκδ.) ο κλήρος· η ιερατική ή μοναστική ιδιότητα: Τιμά το ~ του.|| Φόρεσε/πέταξε τα ~α (= έγινε/έπαψε να είναι παπάς ή καλόγερος). Πβ. σχήμα. Βλ. αποσχηματισμός. ● ΦΡ.: τα ράσα δεν κάνουν τον παπά (παροιμ.): τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, τα αξιώματα δεν αντιπροσωπεύουν την πραγματική αξία κάποιου. Πβ. ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός., αλλού ο παπάς (κι) αλλού τα ράσα του βλ. παπάς, χίλιοι μύριοι καλογέροι σ' ένα ράσο τυλιγμένοι βλ. καλόγερος [< μεσν. ράσον < λατ. rasum ‘(για μάλλινα ρούχα) με ξυρισμένο πέλος’]
44030ρασοφόροςρα-σο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.): άνδρας που φορά ράσο, ιερωμένος ή καλόγερος: λαϊκοί και ~οι. Πβ. κληρικός, παπάς.|| (ως επίθ.) ~ μοναχός. Βλ. -φόρος. [< μεσν. ρασοφόρος ΄δόκιμος μοναχός΄]
44031ράσπαρά-σπα ουσ. (θηλ.): είδος λίμας για τη διαμόρφωση και το φινίρισμα ξύλινων συνήθ. υλικών: μεταλλική ~. Πβ. ξυλοφάγος. [< ιταλ. raspa]
44032ράσταρά-στα επίθ. {άκλ.}: που σχετίζεται με τις συνήθειες, τα χαρακτηριστικά των οπαδών του ρασταφαριανισμού: μαλλιά (βλ. πλεξούδες, τζίβα)/μουσικός ~. Βλ. ρέγκε. ● Ουσ.: ράστα (ο/η) (προφ.): οπαδός του ρασταφαριανισμού. [< αγγλ. Rasta(farian), 1955, γαλλ. rasta(fari), 1976]
44033ρασταφαριανισμόςρα-στα-φα-ρια-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΘΡΗΣΚ. θρησκευτικό και πολιτικό κίνημα των μαύρων της Τζαμάικα, που χαρακτηρίζεται από την πίστη στην ανωτερότητα της μαύρης φυλής, υποστηρίζει τον επαναπατρισμό της στην Αφρική, προωθεί την τελετουργική χρήση μαριχουάνας και οι οπαδοί του είναι ειρηνιστές και ακούν ρέγκε μουσική. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. Rastafarianism, 1938]]
44034ράστερ

ρά-στερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΥΠΟΓΡ. πλέγμα παράπλευρων κουκκίδων με διάφορα σχήματα και μεγέθη, σε ελεύθερη διάταξη, για την απόδοση τονικών διαβαθμίσεων του γκρι, κατά την εκτύπωση διαφόρων σχημάτων. 2. ΦΩΤΟΓΡ. βιομηχανοποιημένο ημιδιαφανές φύλλο χαρτιού ή φιλμ με εκτύπωση τέτοιων πλεγμάτων. [< γερμ. Raster, αγγλ. raster, 1934]

44035ραστώνη[ῥᾳστώνη] ρα-στώ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδράνεια, νωθρότητα: θερινή/μεσημεριάτικη/πνευματική/πολιτική ~. Πβ. απραξία, τεμπελιά. ΣΥΝ. ραθυμία [< αρχ. ῥᾳστώνη]
44036ρατάνρα-τάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ονομασία τροπικών φοινίκων και κυρ. συνεκδ. οι πλεκτικές ύλες που παράγονται από τον βλαστό τους: έπιπλα από (φυσικό) ~. Μπαμπού-~.|| (ως επίθ.) Καρέκλα ~. [< αγγλ. rat(t)an]
44037ρατατούιγρα-τα-τού-ιγ ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. γαλλικό πιάτο λαχανικών με κρεμμύδια, πιπεριές, μελιτζάνες, ντομάτες, κολοκύθια, σκόρδο και μαϊντανό που σοτάρονται σε λάδι: ~ νισουάζ. Βλ. μπριάμ, τουρλού. [< γαλλ. ratatouille]
44038ράτζοβλ. ράντζο
44039ράτσαρά-τσα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. ομάδα ζώων που συνδέονται με κοινά γενετικά χαρακτηριστικά: σπάνια ~ (αλόγου/γάτας). ~ από διασταύρωση. Είναι σκυλί ~ας/από ~ (: καθαρόαιμο). 2. (σπάν.-λαϊκό) φυλή, γενιά, γένος και κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων με παρόμοιο ήθος: ηρωική ~. Πβ. είδος, σόι. 3. (σπάν.-προφ.) πονηρός, τετραπέρατος. Πβ. μαφία, μούτρο. ● ΦΡ.: ούνα φάτσα ούνα ράτσα (προφ.): για άτομα ή λαούς που μοιάζουν φυσιογνωμικά, στον τρόπο συμπεριφοράς, στις αντιλήψεις. Βλ. το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει. [< ιταλ. una faccia una razza] [< ιταλ. razza]
44041ρατσιστήςρα-τσι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ρατσίστρια} & (προφ.) ρατσίστας: άτομο με ρατσιστικές αντιλήψεις που έχει συνήθ. ανάλογη συμπεριφορά: ακραίος ~. Πβ. φυλετιστής. Βλ. απόλυτος, δογματικός, μισαλλόδοξος, μονολιθικός, ξενόφοβος, προκατειλημμένος, φανατικός. ΑΝΤ. αντιρατσιστής [< γαλλ. raciste, 1892, ιταλ. razzista, 1907]
44042ρατσιστικός, ή, ό ρα-τσι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ρατσισμό: ~ός: εθνικισμός/νόμος/χαρακτηρισμός. ~ή: βία/επίθεση/οργάνωση/πολιτική/προπαγάνδα/συμπεριφορά. ~ό: αστείο/καθεστώς/κείμενο. ~ά: κίνητρα/σχόλια/συνθήματα. Βλ. σοβινιστ-, φαλλοκρατ-ικός. ΑΝΤ. αντιρατσιστικός ● επίρρ.: ρατσιστικά [< γαλλ. raciste, 1892, ιταλ. razzistico, 1920]
44043ραφεπίθ./ουσ. {άκλ.}: το ανοιχτό μπλε χρώμα της στολής της Πολεμικής Αεροπορίας: ~ μπερές/πουκάμισο. [< αγγλ. ακρ. R(oyal) A(ir) F(orce)]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.