Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44600-44620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44044ραφανίδα[ῥαφανίδα] ρα-φα-νί-δα ουσ. (θηλ.) & ραπανίδα: ΒΟΤ. αγριόχορτο (επιστ. ονομασ. Raphanus raphanistrum) συγγενικό με το ραπάνι. [< αρχ. ῥαφανίς]
44045ραφείο[ῥαφεῖο] ρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ραπτικής και επιδιόρθωσης ενδυμάτων. Πβ. μοδιστράδικο. ΣΥΝ. ραφτάδικο [< μεσν. ραφείον]
44046ραφή[ῥαφή] ρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. γραμμή στην οποία συνδέονται κομμάτια από ύφασμα, δέρμα ή άλλο υλικό, τα οποία έχουν ραφτεί: εξωτερική/χειροποίητη ~. Ξηλώθηκε η ~ του παπουτσιού. Μπλούζα χωρίς ~ές στα μανίκια.|| (κατ' επέκτ.) Χαλύβδινοι σωλήνες χωρίς ~. 2. (σπάν.) ράψιμο· ραπτική: βελόνες/κλωστές/μηχανήματα ~ής. 3. ΙΑΤΡ. συνένωση δύο επιφανειών με ράμματα, ύστερα από τραύμα ή χειρουργική τομή. Πβ. συρ~. 4. ΑΝΑΤ. σημείο ένωσης των οστών του κρανίου για τον σχηματισμό του κρανιακού θόλου: οβελιαία/στεφανιαία ~. [< αρχ. ῥαφή]
44047ράφιρά-φι ουσ. (ουδ.): σανίδα από ξύλο ή μέταλλο που στερεώνεται οριζόντια σε τοίχο ή έπιπλο για την τοποθέτηση αντικειμένων πάνω σε αυτή: ~ βιβλιοθήκης/ντουλάπας. Κάτω/μεσαίο/πάνω ~. Ηχεία ~ιού. ~ια αποθήκης/γραφείου. Γωνιακά/κινητά ~ια.||(για προϊόντα που είναι διαθέσιμα στην αγορά:) Βρίσκεται στα ~ια των βιβλιοπωλείων/ δισκοπωλείων/καταστημάτων. ● ΦΡ.: από το πάνω ράφι (αθλητική αργκό): για αγορά παίκτη, κυρ. ποδοσφαιριστή, μπασκετμπολίστα, ή πρόσληψη τεχνικού εγνωσμένης αξίας: μεταγραφές ~ ~. (για ομάδα:) Ψωνίζει ~ ~., βάζω στο ράφι: δεν προχωρώ στη διεκπεραίωση ενός έργου, αναβάλλω κάτι: Η επιτροπή είχε βάλει ~ την απόφαση/τη μεταρρύθμιση/την υπογραφή της συμφωνίας., μένω στο ράφι: (συνήθ. για γυναίκα) μένω ανύπαντρη., μπαίνει/μένει στο ράφι: για κάτι που δεν πραγματοποιείται, δεν γίνονται ενέργειες για την προώθησή του: Το νομοσχέδιο έμεινε/μπήκε ~. Πβ. μπαίνει στο αρχείο. [< τουρκ. raf]
44048ραφιέραρα-φιέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο με ράφια. Βλ. ντουλάπα, σιφον-, συρταρ-ιέρα.
44049ραφινάρισμαρα-φι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραφινάρω. Πβ. διήθηση, διύλιση, φιλτράρισμα.|| Πβ. εκλέπτυνση, εξευγενισμός. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. raffinage]
44050ραφιναρισμένος, η, ο ρα-φι-να-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει ραφιναριστεί: (για ουσία) ~η: ζάχαρη. ~ο: αλεύρι/ελαιόλαδο. ~α: δημητριακά. Πβ. ραφινέ.|| (μτφ.) ~η: συμπεριφορά. Πβ. εκλεπτυσμένος, ραφινάτος, φίνος. ● επίρρ.: ραφιναρισμένα
44051ραφινάρωρα-φι-νά-ρω ρ. (μτβ.) {ραφινάρ-ισα, -εται, -ίστηκε} 1. καθαρίζω ουσία από προσμείξεις, ακαθαρσίες, διυλίζω, φιλτράρω. Πβ. διηθώ. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι κάτι, ώστε να γίνει πιο κομψό και εκλεπτυσμένο: Ο σκηνοθέτης τον βοήθησε να ~ει το στιλ και την ερμηνεία του. Πβ. εξευγενίζω. [< ιταλ. raffinare, γαλλ. raffiner]
44052ραφινάτος, η, ο [ραφινᾶτος] ρα-φι-νά-τος επίθ.: που έχει λεπτούς τρόπους, εκλεπτυσμένη συμπεριφορά. Πβ. εξευγενισ-, ραφιναρισ-μένος. Βλ. -άτος. [< ιταλ. raffinato]
44053ραφινέρα-φι-νέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ραφιναριστεί, φιλτραριστεί. Πβ. ραφιναρισμένος. [< γαλλ. raffiné]
44054ραφιόλιαρα-φιό-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (διαλεκτ.) 1. ΖΑΧΑΡ. σκαλτσούνια με χιώτικη μαστίχα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητά πιτάκια με γέμιση μυζήθρας. Βλ. ραβιόλια. [< ιταλ. ravioli (dolci)]
44055ραφτάδικορα-φτά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ραφείο. Πβ. μοδιστράδικο. Βλ. -άδικο.
44056ράφτηςρά-φτης ουσ. (αρσ.) {θηλ. ράφτρα} & (επίσ.) ράπτης {θηλ. ράπτρια}: επαγγελματίας που ράβει και επιδιορθώνει ενδύματα. [< μεσν. ράφτης, μτγν. ῥάπτης]
44057ραφτικάρα-φτι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) & ραπτικά 1. η πληρωμή του ράφτη ή της μοδίστρας για το ράψιμο ή την επιδιόρθωση ενδύματος. 2. είδη ραπτικής: σετ ταξιδιού με ~.
44058ραφτικός, ή, ό: : βλ. ραπτικός
44059ράφτινγκρά-φτινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αθλητική ομαδική δραστηριότητα κατά την οποία γίνεται κατάβαση ορμητικού ποταμού με φουσκωτή βάρκα που κινείται με κουπιά. Πβ. κωπηλασία. [< αγγλ. rafting, γαλλ. ~, 1985]
44060ραφτός, ή, ό [ῥαφτός] ρα-φτός επίθ. & ραπτός: που είναι ενωμένος με ραφή, ραμμένος: ~ή: τρέσα. ● Ουσ.: ραφτό (το): μικρό κομμάτι υφάσματος με το όνομα και το σήμα μουσικού συγκροτήματος ή μοτοσικλέτας, που ράβεται πάνω σε ρούχα: ~ σε τζιν μπουφάν. [< αρχ. ῥαπτός]
44066ραχάτ-λουκούμρα-χάτ λου-κούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. σκληρό λουκούμι από μούστο, με επικάλυψη ζάχαρης άχνης ή σουσαμιού. Βλ. σουτζούκι. [< τουρκ. rahat lokum]
44061ραχατεύωρα-χα-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} (λαϊκό): περνώ τον καιρό μου νωχελικά, χωρίς να κάνω τίποτα. Πβ. τεμπελιάζω, χουζουρεύω.
44062ραχάτιρα-χά-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κατάσταση απραξίας, νωχελικότητας: με το ~ μου (πβ. με την ησυχία του, με το πάσο μου/σου/του ...). Πβ. αραλίκι, ξάπλα, ρέκλα, τεμπελιά. ΣΥΝ. ραχατλίκι, χουζούρι [< τουρκ. rahat]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.