Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44600-44620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44035ραστώνη[ῥᾳστώνη] ρα-στώ-νη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αδράνεια, νωθρότητα: θερινή/μεσημεριάτικη/πνευματική/πολιτική ~. Πβ. απραξία, τεμπελιά. ΣΥΝ. ραθυμία [< αρχ. ῥᾳστώνη]
44036ρατάνρα-τάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ονομασία τροπικών φοινίκων και κυρ. συνεκδ. οι πλεκτικές ύλες που παράγονται από τον βλαστό τους: έπιπλα από (φυσικό) ~. Μπαμπού-~.|| (ως επίθ.) Καρέκλα ~. [< αγγλ. rat(t)an]
44037ρατατούιγρα-τα-τού-ιγ ουσ. (ουδ.): ΜΑΓΕΙΡ. γαλλικό πιάτο λαχανικών με κρεμμύδια, πιπεριές, μελιτζάνες, ντομάτες, κολοκύθια, σκόρδο και μαϊντανό που σοτάρονται σε λάδι: ~ νισουάζ. Βλ. μπριάμ, τουρλού. [< γαλλ. ratatouille]
44038ράτζοβλ. ράντζο
44039ράτσαρά-τσα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΩΟΛ. ομάδα ζώων που συνδέονται με κοινά γενετικά χαρακτηριστικά: σπάνια ~ (αλόγου/γάτας). ~ από διασταύρωση. Είναι σκυλί ~ας/από ~ (: καθαρόαιμο). 2. (σπάν.-λαϊκό) φυλή, γενιά, γένος και κατ' επέκτ. σύνολο ανθρώπων με παρόμοιο ήθος: ηρωική ~. Πβ. είδος, σόι. 3. (σπάν.-προφ.) πονηρός, τετραπέρατος. Πβ. μαφία, μούτρο. ● ΦΡ.: ούνα φάτσα ούνα ράτσα (προφ.): για άτομα ή λαούς που μοιάζουν φυσιογνωμικά, στον τρόπο συμπεριφοράς, στις αντιλήψεις. Βλ. το μήλο κάτω απ' τη μηλιά θα πέσει. [< ιταλ. una faccia una razza] [< ιταλ. razza]
44041ρατσιστήςρα-τσι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. ρατσίστρια} & (προφ.) ρατσίστας: άτομο με ρατσιστικές αντιλήψεις που έχει συνήθ. ανάλογη συμπεριφορά: ακραίος ~. Πβ. φυλετιστής. Βλ. απόλυτος, δογματικός, μισαλλόδοξος, μονολιθικός, ξενόφοβος, προκατειλημμένος, φανατικός. ΑΝΤ. αντιρατσιστής [< γαλλ. raciste, 1892, ιταλ. razzista, 1907]
44042ρατσιστικός, ή, ό ρα-τσι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον ρατσισμό: ~ός: εθνικισμός/νόμος/χαρακτηρισμός. ~ή: βία/επίθεση/οργάνωση/πολιτική/προπαγάνδα/συμπεριφορά. ~ό: αστείο/καθεστώς/κείμενο. ~ά: κίνητρα/σχόλια/συνθήματα. Βλ. σοβινιστ-, φαλλοκρατ-ικός. ΑΝΤ. αντιρατσιστικός ● επίρρ.: ρατσιστικά [< γαλλ. raciste, 1892, ιταλ. razzistico, 1920]
44043ραφεπίθ./ουσ. {άκλ.}: το ανοιχτό μπλε χρώμα της στολής της Πολεμικής Αεροπορίας: ~ μπερές/πουκάμισο. [< αγγλ. ακρ. R(oyal) A(ir) F(orce)]
44044ραφανίδα[ῥαφανίδα] ρα-φα-νί-δα ουσ. (θηλ.) & ραπανίδα: ΒΟΤ. αγριόχορτο (επιστ. ονομασ. Raphanus raphanistrum) συγγενικό με το ραπάνι. [< αρχ. ῥαφανίς]
44045ραφείο[ῥαφεῖο] ρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ραπτικής και επιδιόρθωσης ενδυμάτων. Πβ. μοδιστράδικο. ΣΥΝ. ραφτάδικο [< μεσν. ραφείον]
44046ραφή[ῥαφή] ρα-φή ουσ. (θηλ.) 1. γραμμή στην οποία συνδέονται κομμάτια από ύφασμα, δέρμα ή άλλο υλικό, τα οποία έχουν ραφτεί: εξωτερική/χειροποίητη ~. Ξηλώθηκε η ~ του παπουτσιού. Μπλούζα χωρίς ~ές στα μανίκια.|| (κατ' επέκτ.) Χαλύβδινοι σωλήνες χωρίς ~. 2. (σπάν.) ράψιμο· ραπτική: βελόνες/κλωστές/μηχανήματα ~ής. 3. ΙΑΤΡ. συνένωση δύο επιφανειών με ράμματα, ύστερα από τραύμα ή χειρουργική τομή. Πβ. συρ~. 4. ΑΝΑΤ. σημείο ένωσης των οστών του κρανίου για τον σχηματισμό του κρανιακού θόλου: οβελιαία/στεφανιαία ~. [< αρχ. ῥαφή]
44047ράφιρά-φι ουσ. (ουδ.): σανίδα από ξύλο ή μέταλλο που στερεώνεται οριζόντια σε τοίχο ή έπιπλο για την τοποθέτηση αντικειμένων πάνω σε αυτή: ~ βιβλιοθήκης/ντουλάπας. Κάτω/μεσαίο/πάνω ~. Ηχεία ~ιού. ~ια αποθήκης/γραφείου. Γωνιακά/κινητά ~ια.||(για προϊόντα που είναι διαθέσιμα στην αγορά:) Βρίσκεται στα ~ια των βιβλιοπωλείων/ δισκοπωλείων/καταστημάτων. ● ΦΡ.: από το πάνω ράφι (αθλητική αργκό): για αγορά παίκτη, κυρ. ποδοσφαιριστή, μπασκετμπολίστα, ή πρόσληψη τεχνικού εγνωσμένης αξίας: μεταγραφές ~ ~. (για ομάδα:) Ψωνίζει ~ ~., βάζω στο ράφι: δεν προχωρώ στη διεκπεραίωση ενός έργου, αναβάλλω κάτι: Η επιτροπή είχε βάλει ~ την απόφαση/τη μεταρρύθμιση/την υπογραφή της συμφωνίας., μένω στο ράφι: (συνήθ. για γυναίκα) μένω ανύπαντρη., μπαίνει/μένει στο ράφι: για κάτι που δεν πραγματοποιείται, δεν γίνονται ενέργειες για την προώθησή του: Το νομοσχέδιο έμεινε/μπήκε ~. Πβ. μπαίνει στο αρχείο. [< τουρκ. raf]
44048ραφιέραρα-φιέ-ρα ουσ. (θηλ.): έπιπλο με ράφια. Βλ. ντουλάπα, σιφον-, συρταρ-ιέρα.
44049ραφινάρισμαρα-φι-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ραφινάρω. Πβ. διήθηση, διύλιση, φιλτράρισμα.|| Πβ. εκλέπτυνση, εξευγενισμός. Βλ. -ισμα. [< γαλλ. raffinage]
44050ραφιναρισμένος, η, ο ρα-φι-να-ρι-σμέ-νος επίθ.: που έχει ραφιναριστεί: (για ουσία) ~η: ζάχαρη. ~ο: αλεύρι/ελαιόλαδο. ~α: δημητριακά. Πβ. ραφινέ.|| (μτφ.) ~η: συμπεριφορά. Πβ. εκλεπτυσμένος, ραφινάτος, φίνος. ● επίρρ.: ραφιναρισμένα
44051ραφινάρωρα-φι-νά-ρω ρ. (μτβ.) {ραφινάρ-ισα, -εται, -ίστηκε} 1. καθαρίζω ουσία από προσμείξεις, ακαθαρσίες, διυλίζω, φιλτράρω. Πβ. διηθώ. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι κάτι, ώστε να γίνει πιο κομψό και εκλεπτυσμένο: Ο σκηνοθέτης τον βοήθησε να ~ει το στιλ και την ερμηνεία του. Πβ. εξευγενίζω. [< ιταλ. raffinare, γαλλ. raffiner]
44052ραφινάτος, η, ο [ραφινᾶτος] ρα-φι-νά-τος επίθ.: που έχει λεπτούς τρόπους, εκλεπτυσμένη συμπεριφορά. Πβ. εξευγενισ-, ραφιναρισ-μένος. Βλ. -άτος. [< ιταλ. raffinato]
44053ραφινέρα-φι-νέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ραφιναριστεί, φιλτραριστεί. Πβ. ραφιναρισμένος. [< γαλλ. raffiné]
44054ραφιόλιαρα-φιό-λια ουσ. (ουδ.) (τα) (διαλεκτ.) 1. ΖΑΧΑΡ. σκαλτσούνια με χιώτικη μαστίχα. 2. ΜΑΓΕΙΡ. τηγανητά πιτάκια με γέμιση μυζήθρας. Βλ. ραβιόλια. [< ιταλ. ravioli (dolci)]
44055ραφτάδικορα-φτά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ραφείο. Πβ. μοδιστράδικο. Βλ. -άδικο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.