| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44064 | ραχατλής | ρα-χατ-λής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που του αρέσει το ραχάτι, που ραχατεύει συχνά. Πβ. τεμπέλης, χουζούρης. Βλ. -λής. | |
| 44065 | ραχατλίκι | ρα-χατ-λί-κι ουσ. (ουδ.) & ραχατιλίκι (λαϊκό): ραχάτι. Βλ. -λίκι. [< τουρκ. rahatlιk] | |
| 44067 | ράχη | ρά-χη ουσ. (θηλ.) 1. πλάτη: καμπουριαστή ~. Σηκώνω/φορτώνομαι (κάτι) στη ~ μου. Πβ. νώτα.|| (ΖΩΟΛ., στα σπονδυλωτά) Η ~ του αλόγου/ψαριού (βλ. ραχοκοκαλιά). 2. πλαγιά βουνού, υψώματος: απόκρημνη/βραχώδης/γυμνή/κακοτράχαλη/χιονισμένη ~. Πβ. κορυφογραμμή, φρύδι. 3. εξωτερική πλευρά αντικειμένου που βρίσκεται στην αντίθετη από την κύρια ή μπροστινή όψη του: ~ του μαχαιριού.|| (για κάθισμα, το μέρος όπου ακουμπά η πλάτη:) Η ~ του καναπέ/της καρέκλας/της πολυθρόνας. Πβ. ερεισίνωτο.|| (για βιβλία, η στενή εξωτερική του πλευρά, όπου αναγράφεται ο τίτλος και το όνομα του συγγραφέα:) Δερμάτινη ~.|| (για την παλάμη:) Η ~ του χεριού. ● Υποκ.: ραχούλα (η): μικρή πλαγιά βουνού ή χαμηλό ύψωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: δισχιδής ράχη βλ. δισχιδής, μεσοωκεάνια ράχη βλ. μεσοωκεάνιος [< μεσν. ράχη] | |
| 44068 | ραχιαίος | , α, ο [ῥαχιαῖος] ρα-χι-αί-ος επίθ.: που βρίσκεται ή αναφέρεται στη ράχη ανθρώπου ή ζώου: (ΑΝΑΤ.) ~ος: μυς. ~α: αναισθησία/αρτηρία/κάμψη.|| (ΖΩΟΛ.) ~α: περιοχή. ~ο: πτερύγιο. Βλ. -ιαίος. ● ραχιαίοι (οι): οι μύες της πλάτης και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη άσκηση εκγύμνασής τους: (ΑΝΑΤ.) κάτω ~. Θλάση στους ~ους. Οι ~ στηρίζουν τη σπονδυλική στήλη. Κοιλιακοί και ~.|| ~ με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. [< αρχ. ῥαχιαῖος] | |
| 44069 | ραχιαλγία | ρα-χι-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στη ράχη. Βλ. -αλγία. [< γαλλ. rachialgie, αγγλ. rachialgia] | |
| 44070 | ραχίτιδα | ρα-χί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταβολική, παιδική συνήθ. νόσος του σκελετού που οφείλεται κυρ. σε έλλειψη βιταμίνης D ή ηλιακού φωτός. Βλ. -ίτιδα, οστεομαλάκυνση. ΣΥΝ. ραχιτισμός [< μτγν. επίθ. (θηλ.) ῥαχῖτις 'που αναφέρεται στη ράχη', νεολατ. rachitis] | |
| 44071 | ραχιτικός | , ή, ό ρα-χι-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη ραχίτιδα: ~ή: παραμόρφωση (= κύφωση). 2. (σπάν.-μτφ.) που έχει υποστεί διαστρέβλωση: ~ές: αντιλήψεις. Πβ. διαστρεβλω-, παραποιη-μένος. ● Ουσ.: ραχιτικός (ο): άτομο που πάσχει από ραχίτιδα. Βλ. καμπούρης. [< γαλλ. rachitique, αγγλ. rachitic] | |
| 44072 | ραχιτισμός | ρα-χι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ραχίτιδα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. rachitisme, αγγλ. rachitism] | |
| 44073 | ραχοκοκαλιά | ρα-χο-κο-κα-λιά ουσ. (θηλ.) & ραχοκοκκαλιά 1. ΑΝΑΤ. (προφ.) σπονδυλική στήλη. 2. (μτφ.) ο κύριος άξονας πάνω στον οποίο οργανώνεται κάτι ή βασίζεται μια συγκεκριμένη δομή, ένας τομέας: Η ~ ενός λογοτεχνικού έργου. Ο τουρισμός είναι η ~ της οικονομίας. | |
| 44074 | ράψιμο | ρά-ψι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ράβω: ~ κουμπιού/κουρτινών/κουστουμιού/ρούχων. ~ στο χέρι. Βελόνες/κλωστές/μηχανή (= ραπτομηχανή) ~ατος. Πβ. καρίκωμα, μαντάρισμα, ραπτική. Βλ. στρίφωμα. ΑΝΤ. ξήλωμα.|| ~ του τραύματος (βλ. ράμμα). [< μεσν. ράψιμον] | |
| 44075 | ραψωδία | [ῥαψῳδία] ρα-ψω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. τμήμα επικού ποιήματος με θεματική αυτοτέλεια και ειδικότ. καθεμία από τις είκοσι τέσσερις ενότητες των ομηρικών επών. 2. ΜΟΥΣ. αυτοσχέδια μουσική σύνθεση βασισμένη σε λαϊκά μουσικά θέματα. [< 1: αρχ. ῥαψῳδία 2: γαλλ. rhapsodie, αγγλ. rhapsody] | |
| 44076 | ραψωδός | [ῥαψῳδός] ρα-ψω-δός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΛ. (στην αρχ. Ελλάδα) πρόσωπο που έγραφε και απήγγελλε επικά ποιήματα ενώπιον κοινού, χωρίς τη συνοδεία λύρας. Βλ. αοιδός. 2. ΜΟΥΣ. συνθέτης ραψωδιών. [< αρχ. ῥαψῳδός, γαλλ. rhapsode, αγγλ. ~, rhapsodist] | |
| 44077 | ρε | ουσ. (θηλ. + ουδ.): ΜΟΥΣ. η δεύτερη νότα της ευρωπαϊκής μουσικής κλίμακας· συνεκδ. η μουσική κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: ~ ματζόρε/μινόρε. [< ιταλ. re] | |
| 44078 | ρε | επιφών. (προφ.) 1. ως προσφώνηση οικειότητας: Τι κάνεις ~; ~ παιδιά/φίλε! Άντε ~! Έλα/μπράβο/σιγά ~! Τι έγινε ~; Τι έπαθες; Πβ. βρε. 2. για τη δήλωση οργής, αγανάκτησης, σε υβριστικές κυρ. φράσεις: Φύγε ~! Τι θες/κοιτάς ~; ~ τον μασκαρά! Άντε παράτα μας ~. Δε γουστάρω ~. ~ ουστ (από 'δω). Τι λες ~; Πβ. μωρέ. 3. σε επιφωνηματικές εκφράσεις: Ω ~ μάνα μου! Ε ~ γλέντια! ~ τι γίνεται/πάθαμε! [< βρε] | |
| 44079 | ρεάλ | ρε-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα της Βραζιλίας (σύμβ. R$). Βλ. πέσο. [< ισπ. real] | |
| 44080 | ρεάλια | ρε-ά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΙΛΟΛ. τα πραγματολογικά στοιχεία αρχαίου κειμένου. [< μτγν. λατ. realia, αγγλ. ~, 1894] | |
| 44081 | ρεαλισμός | ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αντιμετώπιση της πραγματικότητας χωρίς συναισθηματισμούς και εξωραϊσμούς, και η ανάλογη συμπεριφορά: κυνικός/πολιτικός/σκληρός/υγιής/ωμός ~. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω την κατάσταση/το πρόβλημα με ~ό. Χαρακτηρίζεται από απουσία/έλλειψη ~ού. Πβ. πραγματισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΛΟΓΟΤ. καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό ρεύμα που υποστηρίζει την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας, χωρίς καμία τάση εξιδανίκευσης: αφηγηματικός/κοινωνικός ~. Ο ~ στη ζωγραφική/στο θεάτρο/στον κινηματογράφο. Βλ. νατουραλισμός, νεο~, υπερ~, φωτο~. ΑΝΤ. ρομαντισμός. || (κυρ. στην πεζογραφία) μαγικός ~ (: ανάμειξη φαντασιακών στοιχείων με ρεαλιστικά). 3. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων υπάρχει ανεξάρτητα από τη γνώση ενός υποκειμένου. Βλ. νεο~, -ισμός. ΣΥΝ. πραγματοκρατία ΑΝΤ. ιδεαλισμός (1), ονοματοκρατία ● ΣΥΜΠΛ.: ποιητικός ρεαλισμός βλ. ποιητικός, σοσιαλιστικός ρεαλισμός βλ. σοσιαλιστικός [< γαλλ. réalisme] | |
| 44082 | ρεαλιστής | ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.) , ρεαλίστρια (η) ΑΝΤ. ιδεαλιστής 1. αυτός που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με ρεαλισμό: Είναι πρακτικός/προσγειωμένος και ~. ΣΥΝ. πραγματιστής (1) ΑΝΤ. ουτοπιστής 2. δημιουργός ή διανοούμενος που υιοθετεί τις τάσεις του καλλιτεχνικού ρεύματος ή της φιλοσοφικής θεωρίας του ρεαλισμού: (ως επίθ.) ~ ζωγράφος/ποιητής. Βλ. νεο~, υπερ~. ΑΝΤ. ρομαντικός (2) [< γαλλ. réaliste] | |
| 44083 | ρεαλιστικός | , ή, ό ρε-α-λι-στι-κός επίθ. ΑΝΤ. ιδεαλιστικός 1. που σχετίζεται με τον ρεαλισμό: ~ός: στόχος/τρόπος σκέψης/φόβος. ~ή: αντιμετώπιση του θέματος/άποψη/λύση/περιγραφή (πβ. ζωντανός, παραστατικός)/πολιτική/προσδοκία/πρόταση. ~ό: όραμα/πρόγραμμα εργασιών/σχέδιο. ~ά: στοιχεία. Σε ~ή βάση (πβ. πραγματικός). ΑΝΤ. εξωπραγματικός (1), ουτοπικός 2. που αναφέρεται στο φιλοσοφικό ή καλλιτεχνικό ρεύμα του ρεαλισμού: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΛΟΓΟΤ.) ~ή: απεικόνιση/αφήγηση/ποίηση/τεχνοτροπία. Βλ. νατουραλιστικός, νεο~, υπερ~, φωτο~. ΑΝΤ. ρομαντικός (2) ● επίρρ.: ρεαλιστικά [< γαλλ. réaliste] | |
| 44084 | ρεαλιστικότητα | ρε-α-λι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρεαλιστικού: ~ του προϋπολογισμού/χρονοδιαγράμματος. Πρέπει να δούμε τα πράγματα με ~ (= με ρεαλισμό, ρεαλιστικά). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ