| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44056 | ράφτης | ρά-φτης ουσ. (αρσ.) {θηλ. ράφτρα} & (επίσ.) ράπτης {θηλ. ράπτρια}: επαγγελματίας που ράβει και επιδιορθώνει ενδύματα. [< μεσν. ράφτης, μτγν. ῥάπτης] | |
| 44057 | ραφτικά | ρα-φτι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) & ραπτικά 1. η πληρωμή του ράφτη ή της μοδίστρας για το ράψιμο ή την επιδιόρθωση ενδύματος. 2. είδη ραπτικής: σετ ταξιδιού με ~. | |
| 44058 | ραφτικός | , ή, ό: : βλ. ραπτικός | |
| 44059 | ράφτινγκ | ρά-φτινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. αθλητική ομαδική δραστηριότητα κατά την οποία γίνεται κατάβαση ορμητικού ποταμού με φουσκωτή βάρκα που κινείται με κουπιά. Πβ. κωπηλασία. [< αγγλ. rafting, γαλλ. ~, 1985] | |
| 44060 | ραφτός | , ή, ό [ῥαφτός] ρα-φτός επίθ. & ραπτός: που είναι ενωμένος με ραφή, ραμμένος: ~ή: τρέσα. ● Ουσ.: ραφτό (το): μικρό κομμάτι υφάσματος με το όνομα και το σήμα μουσικού συγκροτήματος ή μοτοσικλέτας, που ράβεται πάνω σε ρούχα: ~ σε τζιν μπουφάν. [< αρχ. ῥαπτός] | |
| 44066 | ραχάτ-λουκούμ | ρα-χάτ λου-κούμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. σκληρό λουκούμι από μούστο, με επικάλυψη ζάχαρης άχνης ή σουσαμιού. Βλ. σουτζούκι. [< τουρκ. rahat lokum] | |
| 44061 | ραχατεύω | ρα-χα-τεύ-ω ρ. (αμτβ.) {κυρ. στο ενεστ. θ.} (λαϊκό): περνώ τον καιρό μου νωχελικά, χωρίς να κάνω τίποτα. Πβ. τεμπελιάζω, χουζουρεύω. | |
| 44062 | ραχάτι | ρα-χά-τι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κατάσταση απραξίας, νωχελικότητας: με το ~ μου (πβ. με την ησυχία του, με το πάσο μου/σου/του ...). Πβ. αραλίκι, ξάπλα, ρέκλα, τεμπελιά. ΣΥΝ. ραχατλίκι, χουζούρι [< τουρκ. rahat] | |
| 44063 | ραχατιλίκι | βλ. ραχατλίκι | |
| 44064 | ραχατλής | ρα-χατ-λής ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που του αρέσει το ραχάτι, που ραχατεύει συχνά. Πβ. τεμπέλης, χουζούρης. Βλ. -λής. | |
| 44065 | ραχατλίκι | ρα-χατ-λί-κι ουσ. (ουδ.) & ραχατιλίκι (λαϊκό): ραχάτι. Βλ. -λίκι. [< τουρκ. rahatlιk] | |
| 44067 | ράχη | ρά-χη ουσ. (θηλ.) 1. πλάτη: καμπουριαστή ~. Σηκώνω/φορτώνομαι (κάτι) στη ~ μου. Πβ. νώτα.|| (ΖΩΟΛ., στα σπονδυλωτά) Η ~ του αλόγου/ψαριού (βλ. ραχοκοκαλιά). 2. πλαγιά βουνού, υψώματος: απόκρημνη/βραχώδης/γυμνή/κακοτράχαλη/χιονισμένη ~. Πβ. κορυφογραμμή, φρύδι. 3. εξωτερική πλευρά αντικειμένου που βρίσκεται στην αντίθετη από την κύρια ή μπροστινή όψη του: ~ του μαχαιριού.|| (για κάθισμα, το μέρος όπου ακουμπά η πλάτη:) Η ~ του καναπέ/της καρέκλας/της πολυθρόνας. Πβ. ερεισίνωτο.|| (για βιβλία, η στενή εξωτερική του πλευρά, όπου αναγράφεται ο τίτλος και το όνομα του συγγραφέα:) Δερμάτινη ~.|| (για την παλάμη:) Η ~ του χεριού. ● Υποκ.: ραχούλα (η): μικρή πλαγιά βουνού ή χαμηλό ύψωμα. ● ΣΥΜΠΛ.: δισχιδής ράχη βλ. δισχιδής, μεσοωκεάνια ράχη βλ. μεσοωκεάνιος [< μεσν. ράχη] | |
| 44068 | ραχιαίος | , α, ο [ῥαχιαῖος] ρα-χι-αί-ος επίθ.: που βρίσκεται ή αναφέρεται στη ράχη ανθρώπου ή ζώου: (ΑΝΑΤ.) ~ος: μυς. ~α: αναισθησία/αρτηρία/κάμψη.|| (ΖΩΟΛ.) ~α: περιοχή. ~ο: πτερύγιο. Βλ. -ιαίος. ● ραχιαίοι (οι): οι μύες της πλάτης και κατ' επέκτ. η αντίστοιχη άσκηση εκγύμνασής τους: (ΑΝΑΤ.) κάτω ~. Θλάση στους ~ους. Οι ~ στηρίζουν τη σπονδυλική στήλη. Κοιλιακοί και ~.|| ~ με τα χέρια πίσω από το κεφάλι. [< αρχ. ῥαχιαῖος] | |
| 44069 | ραχιαλγία | ρα-χι-αλ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πόνος στη ράχη. Βλ. -αλγία. [< γαλλ. rachialgie, αγγλ. rachialgia] | |
| 44070 | ραχίτιδα | ρα-χί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μεταβολική, παιδική συνήθ. νόσος του σκελετού που οφείλεται κυρ. σε έλλειψη βιταμίνης D ή ηλιακού φωτός. Βλ. -ίτιδα, οστεομαλάκυνση. ΣΥΝ. ραχιτισμός [< μτγν. επίθ. (θηλ.) ῥαχῖτις 'που αναφέρεται στη ράχη', νεολατ. rachitis] | |
| 44071 | ραχιτικός | , ή, ό ρα-χι-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη ραχίτιδα: ~ή: παραμόρφωση (= κύφωση). 2. (σπάν.-μτφ.) που έχει υποστεί διαστρέβλωση: ~ές: αντιλήψεις. Πβ. διαστρεβλω-, παραποιη-μένος. ● Ουσ.: ραχιτικός (ο): άτομο που πάσχει από ραχίτιδα. Βλ. καμπούρης. [< γαλλ. rachitique, αγγλ. rachitic] | |
| 44072 | ραχιτισμός | ρα-χι-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. ραχίτιδα. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. rachitisme, αγγλ. rachitism] | |
| 44073 | ραχοκοκαλιά | ρα-χο-κο-κα-λιά ουσ. (θηλ.) & ραχοκοκκαλιά 1. ΑΝΑΤ. (προφ.) σπονδυλική στήλη. 2. (μτφ.) ο κύριος άξονας πάνω στον οποίο οργανώνεται κάτι ή βασίζεται μια συγκεκριμένη δομή, ένας τομέας: Η ~ ενός λογοτεχνικού έργου. Ο τουρισμός είναι η ~ της οικονομίας. | |
| 44074 | ράψιμο | ρά-ψι-μο ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ράβω: ~ κουμπιού/κουρτινών/κουστουμιού/ρούχων. ~ στο χέρι. Βελόνες/κλωστές/μηχανή (= ραπτομηχανή) ~ατος. Πβ. καρίκωμα, μαντάρισμα, ραπτική. Βλ. στρίφωμα. ΑΝΤ. ξήλωμα.|| ~ του τραύματος (βλ. ράμμα). [< μεσν. ράψιμον] | |
| 44075 | ραψωδία | [ῥαψῳδία] ρα-ψω-δί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. τμήμα επικού ποιήματος με θεματική αυτοτέλεια και ειδικότ. καθεμία από τις είκοσι τέσσερις ενότητες των ομηρικών επών. 2. ΜΟΥΣ. αυτοσχέδια μουσική σύνθεση βασισμένη σε λαϊκά μουσικά θέματα. [< 1: αρχ. ῥαψῳδία 2: γαλλ. rhapsodie, αγγλ. rhapsody] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ