Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44640-44660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44085ρέβαρέ-βα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γογγύλι. [< γαλλ. rave]
44086ρεβανίβλ. ραβανί
44087ρεβάνςρε-βάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ανάκτηση πλεονεκτήματος ύστερα από ήττα: ~ της αντιπολίτευσης. Ζητούν (τη) ~. Βλ. αντεκδίκηση, αντίποινα.|| (ΑΘΛ.) Πήρε τη ~, κερδίζοντας με 4-0. 2. ΑΘΛ. επαναληπτικός αγώνας μεταξύ δύο αντιπάλων, από τον οποίο συνήθ. κρίνεται η πρόκριση στην επόμενη φάση αθλητικής διοργάνωσης. [< γαλλ. revanche]
44088ρεβανσισμόςρε-βαν-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. κάθε πολιτική κυρ. πρακτική που χαρακτηρίζεται από πνεύμα αντεκδίκησης, ιδ. ύστερα από στρατιωτική ήττα. Πβ. εκδικητικότητα, μνησικακία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. revanchisme, 1900]
44089ρεβανσιστήςρε-βαν-σι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που διακατέχεται από ρεβανσισμό. [< γαλλ. revanchiste]
44090ρεβανσιστικός, ή, ό ρε-βαν-σι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ρεβανσισμό ή τον ρεβανσιστή: ~ή: αντίληψη/επίθεση/πολιτική. ● επίρρ.: ρεβανσιστικά [< γαλλ. revanchiste]
44091ρεβεγιόνρε-βε-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γιορτή που γίνεται το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων ή της Πρωτοχρονιάς: εορταστικό/πρωτοχρονιάτικο/τηλεοπτικό/χριστουγεννιάτικο ~. Κάναμε ~ σε νυχτερινό κέντρο/παραδοσιακή ταβέρνα/φιλικό σπίτι/σε ξενοδοχείο. [< γαλλ. réveillon]
44092ρεβέντιβλ. ραβέντι
44093ρεβέρρε-βέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το γύρισμα, δίπλωμα προς τα έξω της άκρης ρούχου, συνήθ. παντελονιού: διπλό ~. Βερμούδα/τζιν με ~.|| (σε παλτό:) Kοντά μανίκια με ~.|| (σε παπούτσια:) Μπότες με ~. 2. ΑΘΛ. (στο τένις) ευθύβολο συνήθ. χτύπημα στο οποίο ο παίκτης κρατά τη ρακέτα έτσι ώστε η ανάστροφη του χεριού να βρίσκεται προς τα έξω. [< γαλλ. revers]
44094ρεβεράντζαρε-βε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (ειρων.): βαθιά υπόκλιση· κάθε υποκριτική εκδήλωση ευγένειας, κολακείας ή δουλοπρέπειας: Τον υποδέχτηκαν με ~ες. Πβ. τεμενάς. [< ιταλ. reverenza]
44095ρεβιζιονισμόςρε-βι-ζιο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ. 1. (παλαιότ.) ρεφορμισμός. ΣΥΝ. αναθεωρητισμός 2. (γενικότ.) κάθε επανεξέταση και τάση για αλλαγή καθιερωμένων αρχών, δογμάτων ή απόψεων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. révisionnisme, 1907]
44096ρεβιζιονιστήςρε-βι-ζιο-νι-στής ουσ. (αρσ.): ρεφορμιστής. ΣΥΝ. αναθεωρητής (3) [< γαλλ. révisionniste]
44097ρεβιζιονιστικός, ή, ό ρε-βι-ζιο-νι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. ρεφορμιστικός. ΣΥΝ. αναθεωρητικός (2) [< γαλλ. révisionniste]
44098ρεβιθάδαρε-βι-θά-δα ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) ρεβυθάδα: ΜΑΓΕΙΡ. ρεβίθια που ψήνονται στον φούρνο. Βλ. -άδα, χούμους.
44099ρεβίθιαρε-βί-θια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ρεβίθι} & (λαϊκό) ροβίθια & (εσφαλμ.) ρεβύθια: οι μικροί στρογγυλοί καρποί της ρεβιθιάς, φαγώσιμο όσπριο: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γιαχνί/με λαχανικά/με ρύζι/σούπα/στον φούρνο (= ρεβιθάδα). ~ κοκκινιστά/νερόβραστα/σαλάτα. Κρέας/μελιτζάνες με ~. Πουρές ~ιών (πβ. χούμους). ● Υποκ.: ρεβιθάκι (το) ● ΦΡ.: το κουκί και το ρεβίθι βλ. κουκιά [< μεσν. ρεβίθι < μτγν. ἐρεβίνθιον, αρχ. ἐρέβινθος]
44100ρεβιθιάρε-βι-θιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) ροβιθιά & (εσφαλμ.) ρεβυθιά: ΒΟΤ. μονοετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cicer arietinum), γνωστό για τους θρεπτικούς καρπούς του, που τρώγονται ξηροί (στραγάλια) και μαγειρεμένοι (ρεβίθια).
44101ρεβιθοκεφτέςρε-βι-θο-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κεφτές χωρίς κιμά, με βασικό συστατικό βρασμένα ρεβίθια, που τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό. Πβ. φαλάφελ. Βλ. -κεφτές.
44102ρεβόλβερρε-βόλ-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: περίστροφο. [< αγγλ. revolver, γαλλ. révolver]
44103ρέβω[ῥέβω] ρέ-βω ρ. (αμτβ.) {έρεψε, ρέψει} & ρεύω (προφ.): εξαντλούμαι, εξασθενώ, χάνω τη δύναμη και τη ζωντάνια μου: Έχει ρέψει από την αρρώστια/την αϋπνία/την πείνα. Πβ. καταρρέω. [< αρχ. ῥέω]
44104ρεγάλορε-γά-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φιλοδώρημα και κατ' επέκτ. κάθε δώρο, κυρ. χρηματικό. Πβ. μπαξίσι, μποναμάς, πεσκέσι, πουρμπουάρ. [< ιταλ. regalo]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.