| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44076 | ραψωδός | [ῥαψῳδός] ρα-ψω-δός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΙΛΟΛ. (στην αρχ. Ελλάδα) πρόσωπο που έγραφε και απήγγελλε επικά ποιήματα ενώπιον κοινού, χωρίς τη συνοδεία λύρας. Βλ. αοιδός. 2. ΜΟΥΣ. συνθέτης ραψωδιών. [< αρχ. ῥαψῳδός, γαλλ. rhapsode, αγγλ. ~, rhapsodist] | |
| 44077 | ρε | ουσ. (θηλ. + ουδ.): ΜΟΥΣ. η δεύτερη νότα της ευρωπαϊκής μουσικής κλίμακας· συνεκδ. η μουσική κλίμακα που αρχίζει με αυτή ή χορδή μουσικού οργάνου που την παράγει: ~ ματζόρε/μινόρε. [< ιταλ. re] | |
| 44078 | ρε | επιφών. (προφ.) 1. ως προσφώνηση οικειότητας: Τι κάνεις ~; ~ παιδιά/φίλε! Άντε ~! Έλα/μπράβο/σιγά ~! Τι έγινε ~; Τι έπαθες; Πβ. βρε. 2. για τη δήλωση οργής, αγανάκτησης, σε υβριστικές κυρ. φράσεις: Φύγε ~! Τι θες/κοιτάς ~; ~ τον μασκαρά! Άντε παράτα μας ~. Δε γουστάρω ~. ~ ουστ (από 'δω). Τι λες ~; Πβ. μωρέ. 3. σε επιφωνηματικές εκφράσεις: Ω ~ μάνα μου! Ε ~ γλέντια! ~ τι γίνεται/πάθαμε! [< βρε] | |
| 44079 | ρεάλ | ρε-άλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. νομισματική μονάδα της Βραζιλίας (σύμβ. R$). Βλ. πέσο. [< ισπ. real] | |
| 44080 | ρεάλια | ρε-ά-λι-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΦΙΛΟΛ. τα πραγματολογικά στοιχεία αρχαίου κειμένου. [< μτγν. λατ. realia, αγγλ. ~, 1894] | |
| 44081 | ρεαλισμός | ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αντιμετώπιση της πραγματικότητας χωρίς συναισθηματισμούς και εξωραϊσμούς, και η ανάλογη συμπεριφορά: κυνικός/πολιτικός/σκληρός/υγιής/ωμός ~. Αντιμετωπίζω/βλέπω/εξετάζω την κατάσταση/το πρόβλημα με ~ό. Χαρακτηρίζεται από απουσία/έλλειψη ~ού. Πβ. πραγματισμός. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΛΟΓΟΤ. καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό ρεύμα που υποστηρίζει την ακριβή αναπαράσταση της πραγματικότητας, χωρίς καμία τάση εξιδανίκευσης: αφηγηματικός/κοινωνικός ~. Ο ~ στη ζωγραφική/στο θεάτρο/στον κινηματογράφο. Βλ. νατουραλισμός, νεο~, υπερ~, φωτο~. ΑΝΤ. ρομαντισμός. || (κυρ. στην πεζογραφία) μαγικός ~ (: ανάμειξη φαντασιακών στοιχείων με ρεαλιστικά). 3. ΦΙΛΟΣ. θεωρία σύμφωνα με την οποία κάθε αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό μέσω των αισθήσεων υπάρχει ανεξάρτητα από τη γνώση ενός υποκειμένου. Βλ. νεο~, -ισμός. ΣΥΝ. πραγματοκρατία ΑΝΤ. ιδεαλισμός (1), ονοματοκρατία ● ΣΥΜΠΛ.: ποιητικός ρεαλισμός βλ. ποιητικός, σοσιαλιστικός ρεαλισμός βλ. σοσιαλιστικός [< γαλλ. réalisme] | |
| 44082 | ρεαλιστής | ρε-α-λι-στής ουσ. (αρσ.) , ρεαλίστρια (η) ΑΝΤ. ιδεαλιστής 1. αυτός που αντιμετωπίζει την πραγματικότητα με ρεαλισμό: Είναι πρακτικός/προσγειωμένος και ~. ΣΥΝ. πραγματιστής (1) ΑΝΤ. ουτοπιστής 2. δημιουργός ή διανοούμενος που υιοθετεί τις τάσεις του καλλιτεχνικού ρεύματος ή της φιλοσοφικής θεωρίας του ρεαλισμού: (ως επίθ.) ~ ζωγράφος/ποιητής. Βλ. νεο~, υπερ~. ΑΝΤ. ρομαντικός (2) [< γαλλ. réaliste] | |
| 44083 | ρεαλιστικός | , ή, ό ρε-α-λι-στι-κός επίθ. ΑΝΤ. ιδεαλιστικός 1. που σχετίζεται με τον ρεαλισμό: ~ός: στόχος/τρόπος σκέψης/φόβος. ~ή: αντιμετώπιση του θέματος/άποψη/λύση/περιγραφή (πβ. ζωντανός, παραστατικός)/πολιτική/προσδοκία/πρόταση. ~ό: όραμα/πρόγραμμα εργασιών/σχέδιο. ~ά: στοιχεία. Σε ~ή βάση (πβ. πραγματικός). ΑΝΤ. εξωπραγματικός (1), ουτοπικός 2. που αναφέρεται στο φιλοσοφικό ή καλλιτεχνικό ρεύμα του ρεαλισμού: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.-ΛΟΓΟΤ.) ~ή: απεικόνιση/αφήγηση/ποίηση/τεχνοτροπία. Βλ. νατουραλιστικός, νεο~, υπερ~, φωτο~. ΑΝΤ. ρομαντικός (2) ● επίρρ.: ρεαλιστικά [< γαλλ. réaliste] | |
| 44084 | ρεαλιστικότητα | ρε-α-λι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ρεαλιστικού: ~ του προϋπολογισμού/χρονοδιαγράμματος. Πρέπει να δούμε τα πράγματα με ~ (= με ρεαλισμό, ρεαλιστικά). | |
| 44085 | ρέβα | ρέ-βα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γογγύλι. [< γαλλ. rave] | |
| 44086 | ρεβανί | βλ. ραβανί | |
| 44087 | ρεβάνς | ρε-βάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. ανάκτηση πλεονεκτήματος ύστερα από ήττα: ~ της αντιπολίτευσης. Ζητούν (τη) ~. Βλ. αντεκδίκηση, αντίποινα.|| (ΑΘΛ.) Πήρε τη ~, κερδίζοντας με 4-0. 2. ΑΘΛ. επαναληπτικός αγώνας μεταξύ δύο αντιπάλων, από τον οποίο συνήθ. κρίνεται η πρόκριση στην επόμενη φάση αθλητικής διοργάνωσης. [< γαλλ. revanche] | |
| 44088 | ρεβανσισμός | ρε-βαν-σι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. κάθε πολιτική κυρ. πρακτική που χαρακτηρίζεται από πνεύμα αντεκδίκησης, ιδ. ύστερα από στρατιωτική ήττα. Πβ. εκδικητικότητα, μνησικακία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. revanchisme, 1900] | |
| 44089 | ρεβανσιστής | ρε-βαν-σι-στής ουσ. (αρσ.): αυτός που διακατέχεται από ρεβανσισμό. [< γαλλ. revanchiste] | |
| 44090 | ρεβανσιστικός | , ή, ό ρε-βαν-σι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ρεβανσισμό ή τον ρεβανσιστή: ~ή: αντίληψη/επίθεση/πολιτική. ● επίρρ.: ρεβανσιστικά [< γαλλ. revanchiste] | |
| 44091 | ρεβεγιόν | ρε-βε-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γιορτή που γίνεται το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων ή της Πρωτοχρονιάς: εορταστικό/πρωτοχρονιάτικο/τηλεοπτικό/χριστουγεννιάτικο ~. Κάναμε ~ σε νυχτερινό κέντρο/παραδοσιακή ταβέρνα/φιλικό σπίτι/σε ξενοδοχείο. [< γαλλ. réveillon] | |
| 44092 | ρεβέντι | βλ. ραβέντι | |
| 44093 | ρεβέρ | ρε-βέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. το γύρισμα, δίπλωμα προς τα έξω της άκρης ρούχου, συνήθ. παντελονιού: διπλό ~. Βερμούδα/τζιν με ~.|| (σε παλτό:) Kοντά μανίκια με ~.|| (σε παπούτσια:) Μπότες με ~. 2. ΑΘΛ. (στο τένις) ευθύβολο συνήθ. χτύπημα στο οποίο ο παίκτης κρατά τη ρακέτα έτσι ώστε η ανάστροφη του χεριού να βρίσκεται προς τα έξω. [< γαλλ. revers] | |
| 44094 | ρεβεράντζα | ρε-βε-ρά-ντζα ουσ. (θηλ.) (ειρων.): βαθιά υπόκλιση· κάθε υποκριτική εκδήλωση ευγένειας, κολακείας ή δουλοπρέπειας: Τον υποδέχτηκαν με ~ες. Πβ. τεμενάς. [< ιταλ. reverenza] | |
| 44095 | ρεβιζιονισμός | ρε-βι-ζιο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) ΠΟΛΙΤ. 1. (παλαιότ.) ρεφορμισμός. ΣΥΝ. αναθεωρητισμός 2. (γενικότ.) κάθε επανεξέταση και τάση για αλλαγή καθιερωμένων αρχών, δογμάτων ή απόψεων. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. révisionnisme, 1907] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ