Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44660-44680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44105ρέγγεβλ. ρέγκε
44106ρεγιόνρε-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υφαντική κυτταρινική ίνα· συνεκδ. η κλωστή ή το ύφασμα που φτιάχνεται από αυτή. Πβ. βισκόζη. Βλ. μετάξι. [< γαλλ. rayonne, 1930]
44107ρέγκαρέ-γκα ουσ. (θηλ.) & ρέγγα: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι με μικρό κεφάλι, πλατύ σώμα και ασημένιο χρώμα (επιστ. ονομασ. Clupea harengus), που ζει συνήθ. σε κοπάδια στον Βόρειο Ατλαντικό: (ΜΑΓΕΙΡ.) καπνιστή/παστή/ωμή ~. ~ τουρσί/στα κάρβουνα. ● ΦΡ.: είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγγες/είναι να τον κλαις βλ. κλαίω [< μεσν. ρέγκα < βεν. renga – παλαιότ. ορθογρ. ρέγγα]
44108ρεγκάταρε-γκά-τα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ιστιοπλοϊκός ή κωπηλατικός αγώνας. Πβ. ιστιο-, λεμβο-δρομία. Βλ. ράλι. [< βεν. regata]
44109ρεγκάτορε-γκά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό κίτρινο τυρί ιταλικού τύπου από αγελαδινό γάλα. Βλ. γκούντα, έμενταλ, ένταμ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. regato (kerrygold)]
44110ρέγκερέγ-κε ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & ρέγγε: ΜΟΥΣ. μουσική τζαμαϊκανής προέλευσης που συνδυάζει ροκ, φολκ και σόουλ στοιχεία, έχει αργό συγκοπτόμενο ρυθμό και σύντομο επαναλαμβανόμενο σκοπό στο μπάσο: καλλιτέχνης της ~. (ως επίθ.) ~ άλμπουμ/διασκευή/συγκρότημα. Βλ. αρ εν μπι, σκα. [< αμερικ. reggae, 1968, γαλλ. 1973]
44111ρεγκλάνρε-γκλάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγκλάν: μανίκι που ξεκινά από τη βάση του λαιμού χωρίς ραφή στους ώμους και συνεκδ. ρούχο με τέτοια μανίκια: μπλούζα/παλτό/πουλόβερ ~. Βλ. μανικοκόλληση. [< γαλλ. raglan, 1904, αγγλ. raglan sleeve, 1923, αγγλ. ανθρ. F. J. H. Somerset, 1st Baron Raglan]
44112ρέγομαιβλ. ορέγομαι
44113ρέγουλαρέ-γου-λα ουσ. (θηλ.) & ρέγουλο (το) (προφ.) 1. μέτρο: Δίαιτα με ~. ~ στο ποτό. Θέλει/χρειάζεται (λίγο) ~. 2. κανονικός ρυθμός, τάξη: Τα πράγματα μπήκαν σε μια ~ (: τακτοποιήθηκαν). Τα έβαλε όλα σε ~. [< μεσν. ρέγουλα < λατ. regula]
44114ρεγουλάρισμαρε-γου-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεγουλάρω: ~ του μηχανισμού. Πβ. ρύθμιση. Βλ. -ισμα.
44115ρεγουλάρωρε-γου-λά-ρω ρ. (μτβ.) {ρεγουλάρ-ισε κ. ρεγούλαρ-ε} (προφ.): ρυθμίζω κάτι ώστε να λειτουργεί καλά· βάζω σε τάξη: ~ει την πίεση στα λάστιχα/το πιάνο.|| (μτφ.) ~ τα έξοδά/το(ν) χρόνο μου. Πβ. διευθετώ, κανονίζω. [< μεσν. ρεγολάρω < ιταλ. regolare]
44116ρέει[ῥέει] ρέ-ει ρ. (αμτβ.) {έρρεε, έρ(ρ)ευσε, ρεύσει, ρέοντας} 1. (για ρευστό) κινείται προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, κυλά: Η κόλλα/η λάβα/το ρυάκι ~. Το ποτάμι έρρεε ορμητικά. 2. ξεχύνεται, αναβλύζει: Από την πηγή έρρεε δροσερό νερό. Το αίμα ~ ασταμάτητα από την πληγή/στις φλέβες (= κυκλοφορεί). Τα δάκρυά της ρέουν άφθονα. Πβ. τρέχει.|| Το ηλεκτρικό φορτίο/το ρεύμα/το φυσικό αέριο ~. Βλ. διαρ~, κατα~, συρ~. 3. (μτφ.) αφθονεί, διατίθεται σε μεγάλες ποσότητες: Το κρασί ~ άφθονο. ~ πακτωλός χρημάτων. Τα κεφάλαια ρέουν (: κατευθύνονται μαζικά) σε επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τα δεδομένα/οι πληροφορίες ρέουν στο διαδίκτυο. 4. (μτφ.) (για τον λόγο) εκφράζεται και εκφέρεται με σαφήνεια και ζωντάνια: Η γραφή/η ομιλία του έρεε διαυγής και αβίαστη. ● ΦΡ.: τα πάντα ρει: ΦΙΛΟΣ. (Ηράκλειτος) όλα υπόκεινται σε συνεχή κίνηση και μεταβολή, τίποτα δεν μένει σταθερό. [< 1, 2: αρχ. ῥέω]
44117ρεζεντάρε-ζε-ντά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αυτοφυές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Reseda odorata), αρωματικό και καλλωπιστικό, με πυκνά, μυτερά φύλλα και υπόλευκα ή κιτρινωπά άνθη. [< γαλλ. réséda]
44118ρεζέρβαρε-ζέρ-βα ουσ. (θηλ.) 1. το εφεδρικό λάστιχο οχήματος και γενικότ. καθετί που προσφέρεται για εφεδρική χρήση: ~ ανάγκης/ασφαλείας/του αυτοκινήτου.|| Κλειδί/μπαταρία ~. Πβ. εφεδρεία, καβάτζα. Βλ. απόθεμα, ανταλλακτικό. 2. (προφ.) {συνήθ. στον πληθ.} αναπληρωματικός παίκτης ομάδας: Ο προπονητής θα χρησιμοποιήσει τις ~ες. 3. (προφ.) ελεγχόμενη κυνηγετική περιοχή. Πβ. κυνηγότοπος. [< ιταλ. riserva]
44119ρεζερβέρε-ζερ-βέ επίθ. {άκλ.}: που έχει κρατηθεί εκ των προτέρων για αποκλειστική χρήση από κάποιον: ~ δωμάτιο (: σε ξενοδοχείο)/θέση (σε θέατρο)/πάρκινγκ/τραπέζι (: σε εστιατόριο/κέντρο διασκέδασης). Έχει κάνει/κρατήσει κάτι ~. ΣΥΝ. κλεισμένος, κρατημένος. Πβ. αγκαζέ, αγκαζαρισ-, καπαρω-, πιασ-μένος. ΑΝΤ. διαθέσιμος, ελεύθερος.|| (ως ουσ.) Τηλέφωνο για ~ (= κρατήσεις). [< γαλλ. réservé]
44120ρεζερβουάρρε-ζερ-βου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. δοχείο καυσίμων οχήματος: τάπα/χωρητικότητα ~. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. ~ βενζίνης/λαδιού/υδρογόνου/φυσικού αερίου. Πβ. ντεπόζιτο. 2. τμήμα ηλεκτρικής συσκευής ή χώρος, όπου αποθηκεύεται νερό: αποσπώμενο ~. ~ φράγματος. Πβ. υδατοδεξαμενή. [< γαλλ. réservoir]
44121ρεζέςρε-ζές ουσ. (αρσ.): μεντεσές. Πβ. κλάπα. Βλ. -ές. [< τουρκ. reze]
44122ρεζίλεμαρε-ζί-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξευτελισμός, ντρόπιασμα. Πβ. γελοιοποίηση, ξεφτίλα, ρεζιλίκι.
44123ρεζιλεύωρε-ζι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {ρεζίλ-εψα, -εύτηκα, -εμένος} (προφ.): φέρνω κάποιον σε πολύ δύσκολη θέση προσβάλλοντάς τον, ντροπιάζω, εξευτελίζω: Τον ~εψε στους συναδέλφους του (= τον έκανε ρεζίλι). Πβ. διασύρω.|| Ήταν μεθυσμένος και ~εύτηκε (= έγινε ρεζίλι). ~ονται αρχές/θεσμοί/νόμοι. ΣΥΝ. γελοιοποιώ (1)
44124ρεζίληςρε-ζί-λης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άνδρας που έχει ρεζιλευτεί. Πβ. νούμερο, ξεφτίλας, ρεντίκολο, ρόμπα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.