Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44660-44680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44096ρεβιζιονιστήςρε-βι-ζιο-νι-στής ουσ. (αρσ.): ρεφορμιστής. ΣΥΝ. αναθεωρητής (3) [< γαλλ. révisionniste]
44097ρεβιζιονιστικός, ή, ό ρε-βι-ζιο-νι-στι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. ρεφορμιστικός. ΣΥΝ. αναθεωρητικός (2) [< γαλλ. révisionniste]
44098ρεβιθάδαρε-βι-θά-δα ουσ. (θηλ.) & (εσφαλμ.) ρεβυθάδα: ΜΑΓΕΙΡ. ρεβίθια που ψήνονται στον φούρνο. Βλ. -άδα, χούμους.
44099ρεβίθιαρε-βί-θια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. ρεβίθι} & (λαϊκό) ροβίθια & (εσφαλμ.) ρεβύθια: οι μικροί στρογγυλοί καρποί της ρεβιθιάς, φαγώσιμο όσπριο: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ γιαχνί/με λαχανικά/με ρύζι/σούπα/στον φούρνο (= ρεβιθάδα). ~ κοκκινιστά/νερόβραστα/σαλάτα. Κρέας/μελιτζάνες με ~. Πουρές ~ιών (πβ. χούμους). ● Υποκ.: ρεβιθάκι (το) ● ΦΡ.: το κουκί και το ρεβίθι βλ. κουκιά [< μεσν. ρεβίθι < μτγν. ἐρεβίνθιον, αρχ. ἐρέβινθος]
44100ρεβιθιάρε-βι-θιά ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) ροβιθιά & (εσφαλμ.) ρεβυθιά: ΒΟΤ. μονοετές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Cicer arietinum), γνωστό για τους θρεπτικούς καρπούς του, που τρώγονται ξηροί (στραγάλια) και μαγειρεμένοι (ρεβίθια).
44101ρεβιθοκεφτέςρε-βι-θο-κε-φτές ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κεφτές χωρίς κιμά, με βασικό συστατικό βρασμένα ρεβίθια, που τρώγεται κυρ. ως ορεκτικό. Πβ. φαλάφελ. Βλ. -κεφτές.
44102ρεβόλβερρε-βόλ-βερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: περίστροφο. [< αγγλ. revolver, γαλλ. révolver]
44103ρέβω[ῥέβω] ρέ-βω ρ. (αμτβ.) {έρεψε, ρέψει} & ρεύω (προφ.): εξαντλούμαι, εξασθενώ, χάνω τη δύναμη και τη ζωντάνια μου: Έχει ρέψει από την αρρώστια/την αϋπνία/την πείνα. Πβ. καταρρέω. [< αρχ. ῥέω]
44104ρεγάλορε-γά-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φιλοδώρημα και κατ' επέκτ. κάθε δώρο, κυρ. χρηματικό. Πβ. μπαξίσι, μποναμάς, πεσκέσι, πουρμπουάρ. [< ιταλ. regalo]
44105ρέγγεβλ. ρέγκε
44106ρεγιόνρε-γιόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: υφαντική κυτταρινική ίνα· συνεκδ. η κλωστή ή το ύφασμα που φτιάχνεται από αυτή. Πβ. βισκόζη. Βλ. μετάξι. [< γαλλ. rayonne, 1930]
44107ρέγκαρέ-γκα ουσ. (θηλ.) & ρέγγα: ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι με μικρό κεφάλι, πλατύ σώμα και ασημένιο χρώμα (επιστ. ονομασ. Clupea harengus), που ζει συνήθ. σε κοπάδια στον Βόρειο Ατλαντικό: (ΜΑΓΕΙΡ.) καπνιστή/παστή/ωμή ~. ~ τουρσί/στα κάρβουνα. ● ΦΡ.: είναι να τον κλαίνε (κι) οι ρέγγες/είναι να τον κλαις βλ. κλαίω [< μεσν. ρέγκα < βεν. renga – παλαιότ. ορθογρ. ρέγγα]
44108ρεγκάταρε-γκά-τα ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ιστιοπλοϊκός ή κωπηλατικός αγώνας. Πβ. ιστιο-, λεμβο-δρομία. Βλ. ράλι. [< βεν. regata]
44109ρεγκάτορε-γκά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. σκληρό κίτρινο τυρί ιταλικού τύπου από αγελαδινό γάλα. Βλ. γκούντα, έμενταλ, ένταμ. [< αγγλ. εμπορ. ονομασ. regato (kerrygold)]
44110ρέγκερέγ-κε ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & ρέγγε: ΜΟΥΣ. μουσική τζαμαϊκανής προέλευσης που συνδυάζει ροκ, φολκ και σόουλ στοιχεία, έχει αργό συγκοπτόμενο ρυθμό και σύντομο επαναλαμβανόμενο σκοπό στο μπάσο: καλλιτέχνης της ~. (ως επίθ.) ~ άλμπουμ/διασκευή/συγκρότημα. Βλ. αρ εν μπι, σκα. [< αμερικ. reggae, 1968, γαλλ. 1973]
44111ρεγκλάνρε-γκλάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ραγκλάν: μανίκι που ξεκινά από τη βάση του λαιμού χωρίς ραφή στους ώμους και συνεκδ. ρούχο με τέτοια μανίκια: μπλούζα/παλτό/πουλόβερ ~. Βλ. μανικοκόλληση. [< γαλλ. raglan, 1904, αγγλ. raglan sleeve, 1923, αγγλ. ανθρ. F. J. H. Somerset, 1st Baron Raglan]
44112ρέγομαιβλ. ορέγομαι
44113ρέγουλαρέ-γου-λα ουσ. (θηλ.) & ρέγουλο (το) (προφ.) 1. μέτρο: Δίαιτα με ~. ~ στο ποτό. Θέλει/χρειάζεται (λίγο) ~. 2. κανονικός ρυθμός, τάξη: Τα πράγματα μπήκαν σε μια ~ (: τακτοποιήθηκαν). Τα έβαλε όλα σε ~. [< μεσν. ρέγουλα < λατ. regula]
44114ρεγουλάρισμαρε-γου-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεγουλάρω: ~ του μηχανισμού. Πβ. ρύθμιση. Βλ. -ισμα.
44115ρεγουλάρωρε-γου-λά-ρω ρ. (μτβ.) {ρεγουλάρ-ισε κ. ρεγούλαρ-ε} (προφ.): ρυθμίζω κάτι ώστε να λειτουργεί καλά· βάζω σε τάξη: ~ει την πίεση στα λάστιχα/το πιάνο.|| (μτφ.) ~ τα έξοδά/το(ν) χρόνο μου. Πβ. διευθετώ, κανονίζω. [< μεσν. ρεγολάρω < ιταλ. regolare]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.