| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44116 | ρέει | [ῥέει] ρέ-ει ρ. (αμτβ.) {έρρεε, έρ(ρ)ευσε, ρεύσει, ρέοντας} 1. (για ρευστό) κινείται προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, κυλά: Η κόλλα/η λάβα/το ρυάκι ~. Το ποτάμι έρρεε ορμητικά. 2. ξεχύνεται, αναβλύζει: Από την πηγή έρρεε δροσερό νερό. Το αίμα ~ ασταμάτητα από την πληγή/στις φλέβες (= κυκλοφορεί). Τα δάκρυά της ρέουν άφθονα. Πβ. τρέχει.|| Το ηλεκτρικό φορτίο/το ρεύμα/το φυσικό αέριο ~. Βλ. διαρ~, κατα~, συρ~. 3. (μτφ.) αφθονεί, διατίθεται σε μεγάλες ποσότητες: Το κρασί ~ άφθονο. ~ πακτωλός χρημάτων. Τα κεφάλαια ρέουν (: κατευθύνονται μαζικά) σε επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες χώρες. Τα δεδομένα/οι πληροφορίες ρέουν στο διαδίκτυο. 4. (μτφ.) (για τον λόγο) εκφράζεται και εκφέρεται με σαφήνεια και ζωντάνια: Η γραφή/η ομιλία του έρεε διαυγής και αβίαστη. ● ΦΡ.: τα πάντα ρει: ΦΙΛΟΣ. (Ηράκλειτος) όλα υπόκεινται σε συνεχή κίνηση και μεταβολή, τίποτα δεν μένει σταθερό. [< 1, 2: αρχ. ῥέω] | |
| 44117 | ρεζεντά | ρε-ζε-ντά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αυτοφυές ποώδες φυτό (επιστ. ονομασ. Reseda odorata), αρωματικό και καλλωπιστικό, με πυκνά, μυτερά φύλλα και υπόλευκα ή κιτρινωπά άνθη. [< γαλλ. réséda] | |
| 44118 | ρεζέρβα | ρε-ζέρ-βα ουσ. (θηλ.) 1. το εφεδρικό λάστιχο οχήματος και γενικότ. καθετί που προσφέρεται για εφεδρική χρήση: ~ ανάγκης/ασφαλείας/του αυτοκινήτου.|| Κλειδί/μπαταρία ~. Πβ. εφεδρεία, καβάτζα. Βλ. απόθεμα, ανταλλακτικό. 2. (προφ.) {συνήθ. στον πληθ.} αναπληρωματικός παίκτης ομάδας: Ο προπονητής θα χρησιμοποιήσει τις ~ες. 3. (προφ.) ελεγχόμενη κυνηγετική περιοχή. Πβ. κυνηγότοπος. [< ιταλ. riserva] | |
| 44119 | ρεζερβέ | ρε-ζερ-βέ επίθ. {άκλ.}: που έχει κρατηθεί εκ των προτέρων για αποκλειστική χρήση από κάποιον: ~ δωμάτιο (: σε ξενοδοχείο)/θέση (σε θέατρο)/πάρκινγκ/τραπέζι (: σε εστιατόριο/κέντρο διασκέδασης). Έχει κάνει/κρατήσει κάτι ~. ΣΥΝ. κλεισμένος, κρατημένος. Πβ. αγκαζέ, αγκαζαρισ-, καπαρω-, πιασ-μένος. ΑΝΤ. διαθέσιμος, ελεύθερος.|| (ως ουσ.) Τηλέφωνο για ~ (= κρατήσεις). [< γαλλ. réservé] | |
| 44120 | ρεζερβουάρ | ρε-ζερ-βου-άρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. δοχείο καυσίμων οχήματος: τάπα/χωρητικότητα ~. ~ αυτοκινήτου/μοτοσικλέτας/σκάφους. ~ βενζίνης/λαδιού/υδρογόνου/φυσικού αερίου. Πβ. ντεπόζιτο. 2. τμήμα ηλεκτρικής συσκευής ή χώρος, όπου αποθηκεύεται νερό: αποσπώμενο ~. ~ φράγματος. Πβ. υδατοδεξαμενή. [< γαλλ. réservoir] | |
| 44121 | ρεζές | ρε-ζές ουσ. (αρσ.): μεντεσές. Πβ. κλάπα. Βλ. -ές. [< τουρκ. reze] | |
| 44122 | ρεζίλεμα | ρε-ζί-λε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): εξευτελισμός, ντρόπιασμα. Πβ. γελοιοποίηση, ξεφτίλα, ρεζιλίκι. | |
| 44123 | ρεζιλεύω | ρε-ζι-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {ρεζίλ-εψα, -εύτηκα, -εμένος} (προφ.): φέρνω κάποιον σε πολύ δύσκολη θέση προσβάλλοντάς τον, ντροπιάζω, εξευτελίζω: Τον ~εψε στους συναδέλφους του (= τον έκανε ρεζίλι). Πβ. διασύρω.|| Ήταν μεθυσμένος και ~εύτηκε (= έγινε ρεζίλι). ~ονται αρχές/θεσμοί/νόμοι. ΣΥΝ. γελοιοποιώ (1) | |
| 44124 | ρεζίλης | ρε-ζί-λης ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): άνδρας που έχει ρεζιλευτεί. Πβ. νούμερο, ξεφτίλας, ρεντίκολο, ρόμπα. | |
| 44125 | ρεζίλι | ρε-ζί-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ρεζιλίκι: Μετά το ~ που έπαθε, δεν τολμά να εμφανιστεί. ● ΦΡ.: γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη): ρεζιλεύομαι: (αργκό) Έγινε ρόμπα ξεκούμπωτη με αυτά που έκανε! ΣΥΝ. γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο, κάνω κάποιον ρεζίλι (των σκυλιών)/ρόμπα/ρεντίκολο: τον ρεζιλεύω, τον γελοιοποιώ: Μας έκανε ~ με τη συμπεριφορά του. [< τουρκ. rezil] | |
| 44126 | ρεζιλίκι | ρε-ζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): οτιδήποτε προκαλεί τον εξευτελισμό κάποιου: δημόσιο/μεγάλο ~. Δεν αντέχω το ~. Πβ. γελοιοποίηση, ντρόπιασμα, ξεφτίλα, ρεζίλεμα.|| Τι ~ια είναι αυτά! Πβ. γελοιότητα, καραγκιοζιλίκι, μασκαραλίκι. Βλ. -ίκι. ΣΥΝ. ρεζίλι [< τουρκ. rezillik] | |
| 44127 | ρεζουμέ | ρε-ζου-μέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. περιληπτική, συνοπτική αναφορά: Το ~ του άρθρου/του τρίτου κεφαλαίου. Ας κάνουμε ένα ~ των γεγονότων. Πβ. ανακεφαλαίωση, συνόψιση. ΣΥΝ. περίληψη 2. το συμπέρασμα, η ουσία ενός πράγματος: το ~ των δηλώσεων/της ιστορίας/της συζήτησης/της υπόθεσης. Πβ. ζουμί, ψαχνό, ψητό. [< γαλλ. résumé] | |
| 44128 | ρέζους | ρέ-ζους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & παράγοντας ρέζους: ΙΑΤΡ. αντιγόνο των ερυθρών αιμοσφαιρίων (σύμβ. Rh) που υπάρχει στο 85% του ανθρώπινου πληθυσμού: αρνητικό/θετικό ~. Βλ. ομάδα αίματος, ρήσος. [< αγγλ. rhesus (monkey), 1941 < Ῥῆσος, γαλλ. rhésus, 1945 ] | |
| 44129 | Ρεθυμνιώτης, Ρεθυμνιώτισσα | Ρε-θυ-μνιώ-της επίθ./ουσ. & Ρεθεμνιώτης & (λόγ.) Ρεθύμνιος, Ρεθύμνια: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Ρέθυμνο. [< μεσν. Ρεθεμνιώτης, Ρεθύμνιος] | |
| 44130 | ρεθυμνιώτικος | , η, ο ρε-θυ-μνιώ-τι-κος επίθ. & ρεθεμνιώτικος & (λόγ.) ρεθυμνιακός, ή, ό: που σχετίζεται με το Ρέθυμνο ή/και τους Ρεθυμνιώτες. | |
| 44131 | ρει | βλ. ρέει | |
| 44132 | ρέιβ | ρέ-ιβ ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής: (ως επίθ.) ~ πάρτι/συναυλία. Βλ. τέκνο. [< αγγλ. rave, 1989, γαλλ. ~, 1990] | |
| 44133 | ρέιβερ | ρέ-ι-βερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (αργκό) ρεϊβάς (ο): αυτός που ακούει και χορεύει μουσική ρέιβ. [< αγγλ. raver, 1991] | |
| 44134 | ρείθρο | [ῥεῖθρο] ρεί-θρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αυλάκι κυρ. βρόχινου νερού, μεταξύ πεζοδρομίου και δρόμου: ~ απορροής. Βλ. κρασπεδόρειθρο, χαντάκι. [< αρχ. ῥεῖθρον] | |
| 44135 | ρείκι | ρεί-κι ουσ. (ουδ.) & ερείκη: ΒΟΤ. αυτοφυές θαμνώδες φυτό (οικογ. Ericaceae) με ευωδιαστά άνθη και σκληρές ρίζες. Βλ. καλούνα. [< μτγν. ἐρείκιον < αρχ. ἐρείκη] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ