| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44125 | ρεζίλι | ρε-ζί-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ρεζιλίκι: Μετά το ~ που έπαθε, δεν τολμά να εμφανιστεί. ● ΦΡ.: γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη): ρεζιλεύομαι: (αργκό) Έγινε ρόμπα ξεκούμπωτη με αυτά που έκανε! ΣΥΝ. γίνομαι θέατρο/(δημόσιο) θέαμα/τσίρκο/νούμερο, κάνω κάποιον ρεζίλι (των σκυλιών)/ρόμπα/ρεντίκολο: τον ρεζιλεύω, τον γελοιοποιώ: Μας έκανε ~ με τη συμπεριφορά του. [< τουρκ. rezil] | |
| 44126 | ρεζιλίκι | ρε-ζι-λί-κι ουσ. (ουδ.) (προφ.): οτιδήποτε προκαλεί τον εξευτελισμό κάποιου: δημόσιο/μεγάλο ~. Δεν αντέχω το ~. Πβ. γελοιοποίηση, ντρόπιασμα, ξεφτίλα, ρεζίλεμα.|| Τι ~ια είναι αυτά! Πβ. γελοιότητα, καραγκιοζιλίκι, μασκαραλίκι. Βλ. -ίκι. ΣΥΝ. ρεζίλι [< τουρκ. rezillik] | |
| 44127 | ρεζουμέ | ρε-ζου-μέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. περιληπτική, συνοπτική αναφορά: Το ~ του άρθρου/του τρίτου κεφαλαίου. Ας κάνουμε ένα ~ των γεγονότων. Πβ. ανακεφαλαίωση, συνόψιση. ΣΥΝ. περίληψη 2. το συμπέρασμα, η ουσία ενός πράγματος: το ~ των δηλώσεων/της ιστορίας/της συζήτησης/της υπόθεσης. Πβ. ζουμί, ψαχνό, ψητό. [< γαλλ. résumé] | |
| 44128 | ρέζους | ρέ-ζους ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & παράγοντας ρέζους: ΙΑΤΡ. αντιγόνο των ερυθρών αιμοσφαιρίων (σύμβ. Rh) που υπάρχει στο 85% του ανθρώπινου πληθυσμού: αρνητικό/θετικό ~. Βλ. ομάδα αίματος, ρήσος. [< αγγλ. rhesus (monkey), 1941 < Ῥῆσος, γαλλ. rhésus, 1945 ] | |
| 44129 | Ρεθυμνιώτης, Ρεθυμνιώτισσα | Ρε-θυ-μνιώ-της επίθ./ουσ. & Ρεθεμνιώτης & (λόγ.) Ρεθύμνιος, Ρεθύμνια: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής το Ρέθυμνο. [< μεσν. Ρεθεμνιώτης, Ρεθύμνιος] | |
| 44130 | ρεθυμνιώτικος | , η, ο ρε-θυ-μνιώ-τι-κος επίθ. & ρεθεμνιώτικος & (λόγ.) ρεθυμνιακός, ή, ό: που σχετίζεται με το Ρέθυμνο ή/και τους Ρεθυμνιώτες. | |
| 44131 | ρει | βλ. ρέει | |
| 44132 | ρέιβ | ρέ-ιβ ουσ. (ουδ. + θηλ.): ΜΟΥΣ. είδος ηλεκτρονικής μουσικής: (ως επίθ.) ~ πάρτι/συναυλία. Βλ. τέκνο. [< αγγλ. rave, 1989, γαλλ. ~, 1990] | |
| 44133 | ρέιβερ | ρέ-ι-βερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) & (αργκό) ρεϊβάς (ο): αυτός που ακούει και χορεύει μουσική ρέιβ. [< αγγλ. raver, 1991] | |
| 44134 | ρείθρο | [ῥεῖθρο] ρεί-θρο ουσ. (ουδ.) (λόγ.): αυλάκι κυρ. βρόχινου νερού, μεταξύ πεζοδρομίου και δρόμου: ~ απορροής. Βλ. κρασπεδόρειθρο, χαντάκι. [< αρχ. ῥεῖθρον] | |
| 44135 | ρείκι | ρεί-κι ουσ. (ουδ.) & ερείκη: ΒΟΤ. αυτοφυές θαμνώδες φυτό (οικογ. Ericaceae) με ευωδιαστά άνθη και σκληρές ρίζες. Βλ. καλούνα. [< μτγν. ἐρείκιον < αρχ. ἐρείκη] | |
| 44136 | ρέικι | ρέ-ι-κι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική της συμπληρωματικής ή εναλλακτικής ιατρικής, η οποία στηρίζεται στη μετάδοση ζωτικής ενέργειας από τον θεραπευτή στον θεραπευόμενο με ελαφριά αγγίγματα των χεριών. Βλ. μασάζ. [< αγγλ. reiki, 1975 < ιαπων. rei ‘ψυχή’+ ki ‘ζωτική δύναμη, νους’] | |
| 44137 | ρεικόμελο | ρει-κό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι που παράγεται από ρείκια. Βλ. -μελο. | |
| 44138 | ρέκβιεμ | ρέκ-βι-εμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) αρνητική ή δραματική κατάληξη: το ~ της συναίνεσης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (στον ρωμαιοκαθολικισμό) νεκρώσιμη ή επιμνημόσυνη ακολουθία. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κάθε καλλιτεχνικό έργο αφιερωμένο στον θάνατο επιφανούς προσώπου. [< γαλλ. requiem] | |
| 44139 | Ρέκλα | ρέ-κλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): ραχάτι, τεμπελιά: ~ στην παραλία με φραπέ. Πβ. άραγμα, αραλίκι, ξάπλα, ρούχλα. | |
| 44140 | ρεκλάμα | ρε-κλά-μα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): διαφήμιση, ειδικότ. επιγραφή, αφίσα, προσπέκτους: καλοστημένη/πολιτική/πολύχρωμη/φωτεινή ~. Η ~ της παράστασης. ● ΦΡ.: κάνω ρεκλάμα (σε κάποιον) (σπάν.): διαφημίζω, προβάλλω κάποιον· κάνω επίδειξη εντυπωσιασμού, συνήθ. με ανύπαρκτα προσόντα. [< γαλλ. réclame] | |
| 44141 | ρεκόρ | ρε-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. επίσημα καταγεγραμμένη επίδοση που ξεπερνά κάθε προηγούμενη: ατομικό/εθνικό/ολυμπιακό/πανελλήνιο/(παν)ευρωπαϊκό/παραολυμπιακό ~. Κάνω/πετυχαίνω ~. Ξεπέρασε το ~ του ... Ισοφάριση/κατάρριψη/κατοχύρωση ενός ~. Κατέχει το παγκόσμιο ~ στον ακοντισμό/στη δισκοβολία/στο άλμα εις μήκος. Κάτοχος ~ (= ρέκορντμαν). 2. η υψηλότερη επίδοση, το καλύτερο αποτέλεσμα σε ορισμένο τομέα ή ξεπέρασμα προηγούμενου ανώτερου ορίου: ~ επισκέψεων (σε έκθεση, ιστοσελίδα)/παραγγελιών/προσέλευσης/συμμετοχής. Βιβλίο με ~ πωλήσεων. Ταινία με ~ εισπράξεων (βλ. μπλοκμπάστερ). Έσοδα/κέρδη ~. Το σίριαλ έκανε/σημείωσε ~ τηλεθέασης (: έσπασε όλα τα κοντέρ). Φέτος είχαμε αρνητικό/θετικό ~ στα τροχαία ατυχήματα (: περισσότερα/λιγότερα από τα προηγούμενα έτη). Νέο ~ στις τιμές των ακινήτων. Το βιβλίο των ~ Γκίνες.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Αυξήσεις/ποινές/τιμές-~ (= πολύ υψηλές). ● ΦΡ.: σπάω (το) ρεκόρ (μτφ.): το καταρρίπτω: ~σε το ~ στα 100 μέτρα γυναικών (πβ. έσπασε τα χρονόμετρα). Αμαξοστοιχία που ~ει ~ ταχύτητας. , σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος [< γαλλ. record] | |
| 44142 | ρέκορντμαν | ρέ-κορ-ντμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. | θηλ. ρεκορντγούμαν}: αθλητής που είναι κάτοχος ρεκόρ: ~ πόντων. ~ συμμετοχών (στην εθνική ομάδα). ~ του επί κοντώ/τριπλούν. Παγκόσμια/πανελλήνια ρεκορντγούμαν. Πρωταθλητής και ~. [< γαλλ. recordman] | |
| 44143 | ρέκτης | ρέ-κτης ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δραστήριος, δημιουργικός και ικανός άνθρωπος: ~ δήμαρχος/ερευνητής/καθηγητής. ~ της νομικής επιστήμης. [< μτγν. ῥέκτης < ῥέζω ‘πράττω’] | |
| 44144 | ρεκτιφιέ | ρε-κτι-φιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αποκατάσταση της λειτουργίας μηχανής και ειδικότ. λείανση των φθαρμένων τοιχωμάτων των κυλίνδρων της: Έκανα ~ στο αυτοκίνητο/στη μοτοσικλέτα. Βλ. σέρβις. 2. (μτφ.-προφ.) κάθε προσπάθεια επιδιόρθωσης, βελτίωσης πράγματος, κατάστασης: ολικό ~ συστήματος (βλ. αναβάθμιση). Μετά τη συντριπτική ήττα η ομάδα θέλει γενικό ~. [< γαλλ. rectifier] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ