| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44145 | ρέκτο | ρέ-κτο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΙΛΟΛ. μπροστινή πλευρά χειρογράφου ή εντύπου. ΑΝΤ. βέρσο [< γαλλ. recto < νεολατ. (folio) recto] | |
| 44146 | ρελάνς | ρε-λάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. (σε χαρτοπαίγνιο) μεγαλύτερο ποντάρισμα από αυτό του αντιπάλου: κόντρα ~. Βλ. πόκερ. 2. (μτφ.) επανεμφάνιση, δυναμική επανάκαμψη: κυβερνητική ~. Κίνηση ~. [< γαλλ. relance] | |
| 44147 | ρελαντί | ρε-λα-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αργός ρυθμός περιστροφής κινητήρα εσωτερικής καύσης: υψηλό/χαμηλό ~. Στροφές του ~. 2. ΚΙΝΗΜ. η αργή λήψη κινηματογραφικών σκηνών. ● ΦΡ.: στο ρελαντί (μτφ.-προφ.): με αργούς, χαλαρούς ρυθμούς: Δουλεύει ~ ~. Νίκη ~ ~ για την ομάδα. [< γαλλ. ralenti, 1917] | |
| 44148 | ρελατιβισμός | ρε-λα-τι-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. σχετικισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 44149 | ρελέ | ρε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ρελές (ο): ΗΛΕΚΤΡ. κάθε διάταξη η οποία, όταν δεχθεί ηλεκτρικό ρεύμα, ενεργοποιεί άλλες συσκευές μέσω κυκλωμάτων ή ηλεκτρικών επαφών: διαφορικό/ηλεκτρομαγνητικό/χρονικό ~. ~ διαφυγής/ισχύος. Διακόπτης ~. (Κεντρικός) πίνακας με ~ ασφαλείας. Ανεβάζω/κατεβάζω το ~. Έπεσε το ~. ΣΥΝ. ηλεκτρονόμος [< γαλλ. relais] | |
| 44150 | ρέλι | ρέ-λι ουσ. (ουδ.): στενόμακρη λωρίδα που γαζώνεται στην άκρη υφάσματος, για να μην ξεφτίζει ή ως διακοσμητικό: βαμβακερό/βελούδινο/φαρδύ ~. ~ στην μανσέτα. Χαλί με ~. Πβ. ούγια, μπορντούρα, παρυφή, στρίφωμα. Βλ. δαντέλα, κρόσσι. ● ρέλια (τα): ΝΑΥΤ. προστατευτικό κιγκλίδωμα σκάφους: τα ~ του πλοίου/της πλώρης/της πρύμνης. Πβ. κουπαστή. [< ιταλ. reglio] | |
| 44151 | ρελιάζω | ρε-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {ρέλιασα}: βάζω ρέλι σε ύφασμα: ~ τις μανσέτες/το φόρεμα. Πβ. στριφώνω. | |
| 44152 | ρέλιασμα | ρέ-λια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρελιάζω: το ~ των χαλιών. ~ με φάσα. | |
| 44153 | ρελιέφ | ρε-λιέφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανάγλυφο υλικό με μονωτικές ιδιότητες, με το οποίο βάφονται εξωτερικές συνήθ. επιφάνειες και επιστρώνεται με ρολό. Βλ. αρτιφισιέλ, μπογιά, σαγρέ. [< γαλλ. relief] | |
| 44154 | ρεμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα της επίδρασης της ραδιενεργού ακτινοβολίας στον ανθρώπινο οργανισμό (σύμβ. rem). Βλ. ραντ. [< αγγλ. R(öntgen) E(quivalent) M(an), 1947] | |
| 44155 | ρεμ | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & ύπνος ρεμ: ΙΑΤΡ. στάδιο του ύπνου που χαρακτηρίζεται από γρήγορες κινήσεις των ματιών, απώλεια μυϊκού τόνου, έντονη ονειρική δραστηριότητα και αποσυγχρονισμό στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. ΣΥΝ. παράδοξος ύπνος [< αγγλ. R(apid) E(ye) M(ovement), 1957, REM sleep, 1963] | |
| 44156 | ρέμα | ρέ-μα ουσ. (ουδ.): μικρός, συνήθ. ορμητικός χείμαρρος με ανώμαλη κοίτη και η εδαφική κοιλότητα από την οποία περνά: κατάφυτο ~. Εκβολή/εκτροπή/καθαρισμός ~ατος. Μπαζωμένα ~ατα. Αντιπλημμυρικά έργα σε ~ατα.|| Ένα ~ χωρίζει το χωριό στα δύο. Βλ. υδατόρευμα. ΣΥΝ. ρεματιά ● Υποκ.: ρεματάκι (το) ● ΦΡ.: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα βλ. γκρεμός [< μεσν. ρέμα] | |
| 44157 | ρεμάλι | ρε-μά-λι ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): αλήτης· τεμπέλης. Πβ. χαμένο κορμί. [< τουρκ. remmal] | |
| 44158 | ρεματιά | ρε-μα-τιά ουσ. (θηλ.): στενή και βαθιά κοιλότητα στη γη, όπου συνήθ. ρέουν τα νερά χειμάρρου: απόκρημνη/απότομη/δύσβατη/καταπράσινη ~. Το μονοπάτι οδηγεί σε μια ~. Πβ. φαράγγι, χαράδρα. ΣΥΝ. ρέμα | |
| 44159 | ρεμβάζω | ρεμ-βά-ζω ρ. (αμτβ.) {ρέμβασα, ρεμβάζ-οντας}: κοιτάζω αφηρημένα, με ευχάριστη διάθεση, συνήθ. ένα όμορφο τοπίο: ~ στη βεράντα. Αγναντεύει/ατενίζει τη θάλασσα και ~ει.|| (μτβ.) ~οντας το ηλιοβασίλεμα. ΣΥΝ. ονειροπολώ (1), ρομαντζάρω [< μτγν. ῥεμβάζω ‘περιπλανιέμαι’, γαλλ. rêvasser] | |
| 44160 | ρεμβασμός | ρεμ-βα-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ρέμβη. [< μτγν. ῥεμβασμός ‘ταραχή, ανησυχία’] | |
| 44161 | ρεμβαστικός | , ή, ό ρεμ-βα-στι-κός επίθ.: ρεμβώδης. ● επίρρ.: ρεμβαστικά | |
| 44162 | ρέμβη | [ῥέμβη] ρέμ-βη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεμβάζω: νοσταλγική ~. Μέρος ιδανικός για ξεκούραση, ~ και περιπάτους. ΣΥΝ. ονειροπόληση, ρεμβασμός, ρομαντζάδα [< αρχ. ῥέμβη ‘περιπλάνηση’, γαλλ. rêverie] | |
| 44163 | ρεμβώδης | , ης, ες ρεμ-βώ-δης επίθ. (λόγ.): που εκφράζει ευχάριστη ονειροπόλα διάθεση: ~ες: βλέμμα/ύφος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ρεμβαστικός [< μτγν. ῥεμβώδης ‘αναποφάσιστος, αδρανής’, γαλλ. rêvasseur] | |
| 44164 | ρεμέτζο | ρε-μέ-τζο ουσ. (ουδ.) & ρεμέντζο (λαϊκό): ΝΑΥΤ. σημείο πρόσδεσης σκάφους, το οποίο είναι στερεωμένο στον βυθό της θάλασσας και συνεκδ. το σχοινί με το οποίο αυτό είναι δεμένο. [< ιταλ. ormeggio] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ