| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44136 | ρέικι | ρέ-ι-κι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική της συμπληρωματικής ή εναλλακτικής ιατρικής, η οποία στηρίζεται στη μετάδοση ζωτικής ενέργειας από τον θεραπευτή στον θεραπευόμενο με ελαφριά αγγίγματα των χεριών. Βλ. μασάζ. [< αγγλ. reiki, 1975 < ιαπων. rei ‘ψυχή’+ ki ‘ζωτική δύναμη, νους’] | |
| 44137 | ρεικόμελο | ρει-κό-με-λο ουσ. (ουδ.): μέλι που παράγεται από ρείκια. Βλ. -μελο. | |
| 44138 | ρέκβιεμ | ρέκ-βι-εμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. (μτφ.) αρνητική ή δραματική κατάληξη: το ~ της συναίνεσης. 2. ΕΚΚΛΗΣ. (στον ρωμαιοκαθολικισμό) νεκρώσιμη ή επιμνημόσυνη ακολουθία. 3. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κάθε καλλιτεχνικό έργο αφιερωμένο στον θάνατο επιφανούς προσώπου. [< γαλλ. requiem] | |
| 44139 | Ρέκλα | ρέ-κλα ουσ. (θηλ.) (αργκό): ραχάτι, τεμπελιά: ~ στην παραλία με φραπέ. Πβ. άραγμα, αραλίκι, ξάπλα, ρούχλα. | |
| 44140 | ρεκλάμα | ρε-κλά-μα ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): διαφήμιση, ειδικότ. επιγραφή, αφίσα, προσπέκτους: καλοστημένη/πολιτική/πολύχρωμη/φωτεινή ~. Η ~ της παράστασης. ● ΦΡ.: κάνω ρεκλάμα (σε κάποιον) (σπάν.): διαφημίζω, προβάλλω κάποιον· κάνω επίδειξη εντυπωσιασμού, συνήθ. με ανύπαρκτα προσόντα. [< γαλλ. réclame] | |
| 44141 | ρεκόρ | ρε-κόρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΘΛ. επίσημα καταγεγραμμένη επίδοση που ξεπερνά κάθε προηγούμενη: ατομικό/εθνικό/ολυμπιακό/πανελλήνιο/(παν)ευρωπαϊκό/παραολυμπιακό ~. Κάνω/πετυχαίνω ~. Ξεπέρασε το ~ του ... Ισοφάριση/κατάρριψη/κατοχύρωση ενός ~. Κατέχει το παγκόσμιο ~ στον ακοντισμό/στη δισκοβολία/στο άλμα εις μήκος. Κάτοχος ~ (= ρέκορντμαν). 2. η υψηλότερη επίδοση, το καλύτερο αποτέλεσμα σε ορισμένο τομέα ή ξεπέρασμα προηγούμενου ανώτερου ορίου: ~ επισκέψεων (σε έκθεση, ιστοσελίδα)/παραγγελιών/προσέλευσης/συμμετοχής. Βιβλίο με ~ πωλήσεων. Ταινία με ~ εισπράξεων (βλ. μπλοκμπάστερ). Έσοδα/κέρδη ~. Το σίριαλ έκανε/σημείωσε ~ τηλεθέασης (: έσπασε όλα τα κοντέρ). Φέτος είχαμε αρνητικό/θετικό ~ στα τροχαία ατυχήματα (: περισσότερα/λιγότερα από τα προηγούμενα έτη). Νέο ~ στις τιμές των ακινήτων. Το βιβλίο των ~ Γκίνες.|| (ως παραθετικό σύνθ.) Αυξήσεις/ποινές/τιμές-~ (= πολύ υψηλές). ● ΦΡ.: σπάω (το) ρεκόρ (μτφ.): το καταρρίπτω: ~σε το ~ στα 100 μέτρα γυναικών (πβ. έσπασε τα χρονόμετρα). Αμαξοστοιχία που ~ει ~ ταχύτητας. , σε χρόνο ρεκόρ/μηδέν/ντε τε/εξπρές βλ. χρόνος [< γαλλ. record] | |
| 44142 | ρέκορντμαν | ρέ-κορ-ντμαν ουσ. (αρσ.) {άκλ. | θηλ. ρεκορντγούμαν}: αθλητής που είναι κάτοχος ρεκόρ: ~ πόντων. ~ συμμετοχών (στην εθνική ομάδα). ~ του επί κοντώ/τριπλούν. Παγκόσμια/πανελλήνια ρεκορντγούμαν. Πρωταθλητής και ~. [< γαλλ. recordman] | |
| 44143 | ρέκτης | ρέ-κτης ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): δραστήριος, δημιουργικός και ικανός άνθρωπος: ~ δήμαρχος/ερευνητής/καθηγητής. ~ της νομικής επιστήμης. [< μτγν. ῥέκτης < ῥέζω ‘πράττω’] | |
| 44144 | ρεκτιφιέ | ρε-κτι-φιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αποκατάσταση της λειτουργίας μηχανής και ειδικότ. λείανση των φθαρμένων τοιχωμάτων των κυλίνδρων της: Έκανα ~ στο αυτοκίνητο/στη μοτοσικλέτα. Βλ. σέρβις. 2. (μτφ.-προφ.) κάθε προσπάθεια επιδιόρθωσης, βελτίωσης πράγματος, κατάστασης: ολικό ~ συστήματος (βλ. αναβάθμιση). Μετά τη συντριπτική ήττα η ομάδα θέλει γενικό ~. [< γαλλ. rectifier] | |
| 44145 | ρέκτο | ρέ-κτο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΙΛΟΛ. μπροστινή πλευρά χειρογράφου ή εντύπου. ΑΝΤ. βέρσο [< γαλλ. recto < νεολατ. (folio) recto] | |
| 44146 | ρελάνς | ρε-λάνς ουσ. (θηλ.) {άκλ.} 1. (σε χαρτοπαίγνιο) μεγαλύτερο ποντάρισμα από αυτό του αντιπάλου: κόντρα ~. Βλ. πόκερ. 2. (μτφ.) επανεμφάνιση, δυναμική επανάκαμψη: κυβερνητική ~. Κίνηση ~. [< γαλλ. relance] | |
| 44147 | ρελαντί | ρε-λα-ντί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. αργός ρυθμός περιστροφής κινητήρα εσωτερικής καύσης: υψηλό/χαμηλό ~. Στροφές του ~. 2. ΚΙΝΗΜ. η αργή λήψη κινηματογραφικών σκηνών. ● ΦΡ.: στο ρελαντί (μτφ.-προφ.): με αργούς, χαλαρούς ρυθμούς: Δουλεύει ~ ~. Νίκη ~ ~ για την ομάδα. [< γαλλ. ralenti, 1917] | |
| 44148 | ρελατιβισμός | ρε-λα-τι-βι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΙΛΟΣ. σχετικισμός. Βλ. -ισμός. | |
| 44149 | ρελέ | ρε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) ρελές (ο): ΗΛΕΚΤΡ. κάθε διάταξη η οποία, όταν δεχθεί ηλεκτρικό ρεύμα, ενεργοποιεί άλλες συσκευές μέσω κυκλωμάτων ή ηλεκτρικών επαφών: διαφορικό/ηλεκτρομαγνητικό/χρονικό ~. ~ διαφυγής/ισχύος. Διακόπτης ~. (Κεντρικός) πίνακας με ~ ασφαλείας. Ανεβάζω/κατεβάζω το ~. Έπεσε το ~. ΣΥΝ. ηλεκτρονόμος [< γαλλ. relais] | |
| 44150 | ρέλι | ρέ-λι ουσ. (ουδ.): στενόμακρη λωρίδα που γαζώνεται στην άκρη υφάσματος, για να μην ξεφτίζει ή ως διακοσμητικό: βαμβακερό/βελούδινο/φαρδύ ~. ~ στην μανσέτα. Χαλί με ~. Πβ. ούγια, μπορντούρα, παρυφή, στρίφωμα. Βλ. δαντέλα, κρόσσι. ● ρέλια (τα): ΝΑΥΤ. προστατευτικό κιγκλίδωμα σκάφους: τα ~ του πλοίου/της πλώρης/της πρύμνης. Πβ. κουπαστή. [< ιταλ. reglio] | |
| 44151 | ρελιάζω | ρε-λιά-ζω ρ. (μτβ.) {ρέλιασα}: βάζω ρέλι σε ύφασμα: ~ τις μανσέτες/το φόρεμα. Πβ. στριφώνω. | |
| 44152 | ρέλιασμα | ρέ-λια-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρελιάζω: το ~ των χαλιών. ~ με φάσα. | |
| 44153 | ρελιέφ | ρε-λιέφ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ανάγλυφο υλικό με μονωτικές ιδιότητες, με το οποίο βάφονται εξωτερικές συνήθ. επιφάνειες και επιστρώνεται με ρολό. Βλ. αρτιφισιέλ, μπογιά, σαγρέ. [< γαλλ. relief] | |
| 44154 | ρεμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα της επίδρασης της ραδιενεργού ακτινοβολίας στον ανθρώπινο οργανισμό (σύμβ. rem). Βλ. ραντ. [< αγγλ. R(öntgen) E(quivalent) M(an), 1947] | |
| 44155 | ρεμ | ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & ύπνος ρεμ: ΙΑΤΡ. στάδιο του ύπνου που χαρακτηρίζεται από γρήγορες κινήσεις των ματιών, απώλεια μυϊκού τόνου, έντονη ονειρική δραστηριότητα και αποσυγχρονισμό στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα. ΣΥΝ. παράδοξος ύπνος [< αγγλ. R(apid) E(ye) M(ovement), 1957, REM sleep, 1963] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ