| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44165 | ρεμίξ | ρε-μίξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριμίξ: ΜΟΥΣ. νέα, τροποποιημένη εκδοχή μουσικού κομματιού: ηλεκτρονικό/ρέγγε/τζαζ/χορευτικό ~. ~ τραγουδιού. Άλμπουμ με ~. Βλ. διασκευή.|| (ως επίθ.) ~ εκτέλεση. [< αγγλ. remix, 1980, γαλλ. ~, περ. 1985] | |
| 44166 | ρεμιξάρω | ρε-μι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΜΟΥΣ. κάνω ρεμίξ: ~ουν κομμάτια των ... Έχουν ~ει πολλούς καλλιτέχνες. Βλ. διασκευάζω. [< αγγλ. remix, γαλλ. remixer, 1976] | |
| 44167 | ρεμούλα | ρε-μού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κλοπή ξένης περιουσίας, κυρ. υπεξαίρεση χρημάτων του Δημοσίου: Πόλεμος ενάντια στη διαφθορά και στη ~. Πβ. κομπίνα, λοβιτούρα. | |
| 44168 | ρεμούλκα | βλ. ρυμούλκα | |
| 44169 | ρεμπέκ | ρε-μπέκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αχλαδόσχημο μουσικό όργανο με τρεις χορδές και λεπτό λαιμό, το οποίο παίζεται με δοξάρι. Βλ. λύρα. [< γαλλ. rebec] | |
| 44170 | ρεμπελεύω | ρε-μπε-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ρεμπέλεψα, ρεμπελεύ-οντας} & ρεμπελιάζω (λαϊκό): περνώ αργόσχολα και τεμπέλικα τον καιρό μου: ~ουν όλη μέρα στα καφενεία. Πβ. κοπροσκυλιάζω, ραχατεύω, τεμπελιάζω, φυγοπονώ. [< μεσν. ρεμπελεύω] | |
| 44171 | ρεμπελιό | ρε-μπε-λιό ουσ. (ουδ.): (λαϊκό) τεμπελιά. Πβ. αραλίκι, καθισιό, ραχάτι, φυγοπονία. [< βεν. rebelion] | |
| 44172 | ρέμπελος | , η, ο ρέ-μπε-λος επίθ.: (λαϊκό) που ρεμπελεύει, αργόσχολος: ~η: ζωή (= τεμπέλικη). Πβ. ανεπρόκοπος, ρεμπεσκές, τεμπέλης. [< μεσν. ρέμπελος < βεν. rebelo] | |
| 44173 | ρεμπεσκές | ρε-μπε-σκές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αργόσχολος, φυγόπονος άνθρωπος. Πβ. ανεπρόκοπος, αχαΐρευτος, ρέμπελος, τεμπέλης, χαραμοφάης. Βλ. -ές. ΣΥΝ. τζερεμές (2) | |
| 44174 | ρεμπετάδικο | ρε-μπε-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μουσικό κέντρο με ζωντανή ορχήστρα που παίζει κυρ. ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια. Βλ. -άδικο, μπουζουξίδικο. | |
| 44175 | ρεμπέτης | ρε-μπέ-της ουσ. (αρσ.) , ρεμπέτισσα (η) 1. εκτελεστής, ερμηνευτής ή/και συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών. 2. (παλαιότ.) άνθρωπος του περιθωρίου που ζούσε ανέμελη ζωή με καταχρήσεις και γλέντια και περιφρονούσε τις κοινωνικές συμβάσεις. Βλ. κουτσαβάκης, μάγκας, μόρτης. [< τουρκ. ribat] | |
| 44176 | ρεμπέτικος | , η, ο ρε-μπέ-τι-κος επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στους ρεμπέτες και τη μουσική τους: ~ες: κομπανίες. ● Ουσ.: ρεμπέτικο (το): το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι που παιζόταν με έγχορδα (μπουζούκι, μπαγλαμά, κιθάρα), αναπτύχθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. και αρχικά εξέφραζε τη ζωή των κατώτερων ή και περιθωριακών κοινωνικών στρωμάτων: γνήσιο/παλιό/προπολεμικό ~. Απαγορευμένα ~α. ~α της Κατοχής. Βλ. χασικλίδικα. | |
| 44177 | ρεν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο σκάκι) απειλή προς τη βασίλισσα του αντιπάλου: Έκανε ~. Βλ. ρουά. [< γαλλ. reine] | |
| 44178 | ρενάρ | ρε-νάρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: γούνα αλεπούς. Βλ. βιζόν, μινκ, ρακούν. [< γαλλ. renard] | |
| 44179 | ρενίνη | ρε-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ένζυμο που παράγεται στα νεφρά και ελέγχει την αρτηριακή πίεση και τον όγκο του αίματος. Βλ. αγγειοτενσίνη, -ίνη.|| Η ~ είναι το κύριο πρωτεολυτικό ένζυμο της πυτιάς. [< αγγλ. renin, 1903, γαλλ. rénine, περ. 1950] | |
| 44180 | ρέντα | ρέ-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.): (κυρ. σε τυχερά παιχνίδια) συνεχής εύνοια της τύχης: μεγάλη ~. Τι ~ είναι αυτή! Πβ. καλοτυχία. Βλ. γούρι. ΑΝΤ. ατυχία (1), γκαντεμιά, γκίνια ● ΦΡ.: έχω ρέντα: έχω τύχη: ~ ~ σήμερα/τελευταία. [< μεσν. ρέντα, γαλλ. rente] | |
| 44181 | ρέντγκεν | ρέ-ντγκεν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της έκθεσης σε ιονίζουσα ακτινοβολία (σύμβ. R). [< γερμ. Röntgen, γαλλ. röntgen, 1921, γερμ. ανθρ. W. C. Röntgen] | |
| 44182 | ρεντγκένιο | ρε-ντγκέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Rg) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. roentgenium, 2004, γερμ. ανθρ. W. C. Röntgen] | |
| 44183 | ρεντίκολο | ρε-ντί-κο-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη) βλ. ρεζίλι, κάνω κάποιον ρεζίλι (των σκυλιών)/ρόμπα/ρεντίκολο βλ. ρεζίλι [< ιταλ. ridicolo] | |
| 44184 | ρεντικότα | ρε-ντι-κό-τα ουσ. (θηλ.) & ρεντι(ν)γκότα 1. είδος λεπτού, συνήθ. γυναικείου παλτού. Βλ. καμπαρντίνα. 2. (παλαιότ.) ανδρικό, επίσημο, σταυρωτό πανωφόρι. Πβ. βελάδα. [< γαλλ. redingote] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ