| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 44156 | ρέμα | ρέ-μα ουσ. (ουδ.): μικρός, συνήθ. ορμητικός χείμαρρος με ανώμαλη κοίτη και η εδαφική κοιλότητα από την οποία περνά: κατάφυτο ~. Εκβολή/εκτροπή/καθαρισμός ~ατος. Μπαζωμένα ~ατα. Αντιπλημμυρικά έργα σε ~ατα.|| Ένα ~ χωρίζει το χωριό στα δύο. Βλ. υδατόρευμα. ΣΥΝ. ρεματιά ● Υποκ.: ρεματάκι (το) ● ΦΡ.: μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα βλ. γκρεμός [< μεσν. ρέμα] | |
| 44157 | ρεμάλι | ρε-μά-λι ουσ. (ουδ.) (υβριστ.): αλήτης· τεμπέλης. Πβ. χαμένο κορμί. [< τουρκ. remmal] | |
| 44158 | ρεματιά | ρε-μα-τιά ουσ. (θηλ.): στενή και βαθιά κοιλότητα στη γη, όπου συνήθ. ρέουν τα νερά χειμάρρου: απόκρημνη/απότομη/δύσβατη/καταπράσινη ~. Το μονοπάτι οδηγεί σε μια ~. Πβ. φαράγγι, χαράδρα. ΣΥΝ. ρέμα | |
| 44159 | ρεμβάζω | ρεμ-βά-ζω ρ. (αμτβ.) {ρέμβασα, ρεμβάζ-οντας}: κοιτάζω αφηρημένα, με ευχάριστη διάθεση, συνήθ. ένα όμορφο τοπίο: ~ στη βεράντα. Αγναντεύει/ατενίζει τη θάλασσα και ~ει.|| (μτβ.) ~οντας το ηλιοβασίλεμα. ΣΥΝ. ονειροπολώ (1), ρομαντζάρω [< μτγν. ῥεμβάζω ‘περιπλανιέμαι’, γαλλ. rêvasser] | |
| 44160 | ρεμβασμός | ρεμ-βα-σμός ουσ. (αρσ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ρέμβη. [< μτγν. ῥεμβασμός ‘ταραχή, ανησυχία’] | |
| 44161 | ρεμβαστικός | , ή, ό ρεμ-βα-στι-κός επίθ.: ρεμβώδης. ● επίρρ.: ρεμβαστικά | |
| 44162 | ρέμβη | [ῥέμβη] ρέμ-βη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρεμβάζω: νοσταλγική ~. Μέρος ιδανικός για ξεκούραση, ~ και περιπάτους. ΣΥΝ. ονειροπόληση, ρεμβασμός, ρομαντζάδα [< αρχ. ῥέμβη ‘περιπλάνηση’, γαλλ. rêverie] | |
| 44163 | ρεμβώδης | , ης, ες ρεμ-βώ-δης επίθ. (λόγ.): που εκφράζει ευχάριστη ονειροπόλα διάθεση: ~ες: βλέμμα/ύφος. Βλ. -ώδης. ΣΥΝ. ρεμβαστικός [< μτγν. ῥεμβώδης ‘αναποφάσιστος, αδρανής’, γαλλ. rêvasseur] | |
| 44164 | ρεμέτζο | ρε-μέ-τζο ουσ. (ουδ.) & ρεμέντζο (λαϊκό): ΝΑΥΤ. σημείο πρόσδεσης σκάφους, το οποίο είναι στερεωμένο στον βυθό της θάλασσας και συνεκδ. το σχοινί με το οποίο αυτό είναι δεμένο. [< ιταλ. ormeggio] | |
| 44165 | ρεμίξ | ρε-μίξ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ριμίξ: ΜΟΥΣ. νέα, τροποποιημένη εκδοχή μουσικού κομματιού: ηλεκτρονικό/ρέγγε/τζαζ/χορευτικό ~. ~ τραγουδιού. Άλμπουμ με ~. Βλ. διασκευή.|| (ως επίθ.) ~ εκτέλεση. [< αγγλ. remix, 1980, γαλλ. ~, περ. 1985] | |
| 44166 | ρεμιξάρω | ρε-μι-ξά-ρω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.}: ΜΟΥΣ. κάνω ρεμίξ: ~ουν κομμάτια των ... Έχουν ~ει πολλούς καλλιτέχνες. Βλ. διασκευάζω. [< αγγλ. remix, γαλλ. remixer, 1976] | |
| 44167 | ρεμούλα | ρε-μού-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): κλοπή ξένης περιουσίας, κυρ. υπεξαίρεση χρημάτων του Δημοσίου: Πόλεμος ενάντια στη διαφθορά και στη ~. Πβ. κομπίνα, λοβιτούρα. | |
| 44168 | ρεμούλκα | βλ. ρυμούλκα | |
| 44169 | ρεμπέκ | ρε-μπέκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. αχλαδόσχημο μουσικό όργανο με τρεις χορδές και λεπτό λαιμό, το οποίο παίζεται με δοξάρι. Βλ. λύρα. [< γαλλ. rebec] | |
| 44170 | ρεμπελεύω | ρε-μπε-λεύ-ω ρ. (αμτβ.) {ρεμπέλεψα, ρεμπελεύ-οντας} & ρεμπελιάζω (λαϊκό): περνώ αργόσχολα και τεμπέλικα τον καιρό μου: ~ουν όλη μέρα στα καφενεία. Πβ. κοπροσκυλιάζω, ραχατεύω, τεμπελιάζω, φυγοπονώ. [< μεσν. ρεμπελεύω] | |
| 44171 | ρεμπελιό | ρε-μπε-λιό ουσ. (ουδ.): (λαϊκό) τεμπελιά. Πβ. αραλίκι, καθισιό, ραχάτι, φυγοπονία. [< βεν. rebelion] | |
| 44172 | ρέμπελος | , η, ο ρέ-μπε-λος επίθ.: (λαϊκό) που ρεμπελεύει, αργόσχολος: ~η: ζωή (= τεμπέλικη). Πβ. ανεπρόκοπος, ρεμπεσκές, τεμπέλης. [< μεσν. ρέμπελος < βεν. rebelo] | |
| 44173 | ρεμπεσκές | ρε-μπε-σκές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αργόσχολος, φυγόπονος άνθρωπος. Πβ. ανεπρόκοπος, αχαΐρευτος, ρέμπελος, τεμπέλης, χαραμοφάης. Βλ. -ές. ΣΥΝ. τζερεμές (2) | |
| 44174 | ρεμπετάδικο | ρε-μπε-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μουσικό κέντρο με ζωντανή ορχήστρα που παίζει κυρ. ρεμπέτικα και λαϊκά τραγούδια. Βλ. -άδικο, μπουζουξίδικο. | |
| 44175 | ρεμπέτης | ρε-μπέ-της ουσ. (αρσ.) , ρεμπέτισσα (η) 1. εκτελεστής, ερμηνευτής ή/και συνθέτης ρεμπέτικων τραγουδιών. 2. (παλαιότ.) άνθρωπος του περιθωρίου που ζούσε ανέμελη ζωή με καταχρήσεις και γλέντια και περιφρονούσε τις κοινωνικές συμβάσεις. Βλ. κουτσαβάκης, μάγκας, μόρτης. [< τουρκ. ribat] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ