Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44740-44760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44185ρεολογίαρε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. κλάδος της φυσικής που μελετά την παραμόρφωση και τη ροή των υλικών: υπολογιστική ~. ~ πολυμερών. Βλ. αντίσταση, ελαστικ-, πλαστικ-ότητα, ιξώδες. [< αγγλ. rheology, 1929, γαλλ. rhéologie, 1943]
44186ρεοστάτηςβλ. ροοστάτης
44187ρεπάνιβλ. ραπάνι
44188ρεπεράζρε-πε-ράζ ουσ. (ουδ.): ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. αναζήτηση των κατάλληλων χώρων για τα γυρίσματα κυρ. ταινίας ή σίριαλ. [< γαλλ. repérage]
44189ρεπερτόριορε-περ-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ρεπερτορί-ου}: τα θεατρικά ή μουσικά έργα που παίζονται από ομάδα ή καλλιτέχνη σε ορισμένη χρονική περίοδο και γενικότ. το σύνολο των καλλιτεχνικών δημιουργιών που έχουν ερμηνεύσει: εγχώριο/ελληνικό/εναλλασσόμενο/έντεχνο/ευρύ/λαϊκό/λυρικό/μοντέρνο/ξένο/περιορισμένο/φτωχό ~. ~ θιάσου (πβ. δραματολόγιο)/(συμφωνικής/φιλαρμονικής) ορχήστρας/τραγουδιστή/χορωδίας.|| Θέατρο ~ου (: με διάφορες παραστάσεις). Δισκογραφική εταιρεία εμπορικού ~ου. Ραδιοφωνική εκπομπή με ροκ ~.|| (για έργα με αναγνωρισμένη αξία:) Κομμάτι ~ου. Ηθοποιός κλασικού ~ου.|| (κατ' επέκτ.) Πλούσιο ~ εκδηλώσεων. [< ιταλ. repertorio]
44190ρεπλίκαρε-πλί-κα ουσ. (θηλ.) & ρέπλικα 1. ακριβές αντίγραφο έργου τέχνης, συνήθ. πίνακα, που έχει φιλοτεχνηθεί από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε πιστό αντίγραφο: ~ες πολυτελών αυτοκινήτων.|| (ως επίθ.) ~ες ρολόγια. Κοσμήματα (βλ. φο-μπιζού)/πιστόλι ~. Πβ. απομίμηση, κόπια, ομοίωμα. [< ιταλ. replica, γαλλ. réplique]
44191ρεπόρε-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ. | πληθ. (προφ.) ρεπά}: μέρα κατά την οποία κάποιος δεν εργάζεται· διακοπή εργασίας για ανάπαυση και ξεκούραση: Δικαιούμαι/παίρνω διήμερο/εορταστικό (πβ. αργία, σχόλη)/κυριακάτικο ~. Σήμερα έχω ~. Βλ. άδεια, διακοπές, σαββατοκύριακο. [< γαλλ. repos]
44192ρεπορτάζρε-πορ-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΜΕ δημοσιογραφική έρευνα σε ένα θέμα και παρουσίασή της από ρεπόρτερ σε κάποιο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: αθλητικό/αναλυτικό/αποκλειστικό/αστυνομικό/διαδικτυακό/διαφωτιστικό/διεθνές/δικαστικό/έκτακτο/ελεύθερο (: για οποιοδήποτε θέμα)/επίκαιρο/επιτόπιο/ζωντανό/ηλεκτρονικό/οικονομικό/πλήρες/πολιτικό/πολιτιστικό/ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό/φωτογραφικό (= φωτο~) ~. ~ σε εφημερίδα/περιοδικό. ~ εκπομπής. ~ στον τόπο του δυστυχήματος/εγκλήματος. Επικίνδυνο ~ από τη ζώνη του πολέμου. Επιμελείται το/κάνει ~. Πβ. ειδησεογραφία. [< γαλλ. reportage]
44193ρεπορταζιακός, ή, ό ρε-πορ-τα-ζι-α-κός επίθ. (προφ.): ΜΜΕ που σχετίζεται με το ρεπορτάζ: ~ή: εκπομπή/καταγραφή/φωτογραφία. Βλ. ντοκιμαντερίστικος.
44194ρεπόρτερρε-πόρ-τερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: δημοσιογράφος που κάνει ρεπορτάζ: αθλητικός/αστυνομικός/δαιμόνιος/ελεύθερος/οικονομικός/πολιτικός ~. ~ ειδήσεων/εφημερίδας/καναλιού/του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Πβ. ειδησεογράφος. Βλ. φωτο~. [< αγγλ. reporter]
44195ρέποςρέ-πος ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. συμφωνίες επαναγοράς χρεογράφου σε προκαθορισμένη τιμή και μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την πώλησή του. Βλ. δημόσιο δάνειο, έντοκα γραμμάτια (του Δημοσίου). [< αγγλ. repurchase agreements, repo, 1956]
44196ρεπουλίνηβλ. ριπολίνη
44197ρεπούμπλικαρε-πού-μπλι-κα ουσ. (θηλ.): είδος ανδρικού καπέλου με γύρο (μπορ): πλατύγυρη ~. Βλ. παναμάς, τραγιάσκα. [< ιταλ. repubblica ‘δημοκρατία’]
44198ρεπουμπλικανικός, ή, ό ρε-που-μπλι-κα-νι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον ρεπουμπλικανισμό ή τους ρεπουμπλικάνους: ~ή: αντιπολίτευση/ηγεσία/ιδεολογία/κυβέρνηση. Το ~ό κόμμα των ΗΠΑ. [< γαλλ. républicain]
44199ρεπουμπλικανισμόςρε-που-μπλι-κα-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. δημοκρατική πολιτική ιδεολογία που υποστηρίζει τη διακυβέρνηση από αιρετούς εκπροσώπους και έναν πρόεδρο, με βάση τις αρχές της ισότητας και της ελευθερίας. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. republicanism]
44200ρεπουμπλικάνοςρε-που-μπλι-κά-νος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. ρεπουμπλικάνα} & ρεπουμπλικανός {θηλ. ρεπουμπλικανή}: άτομο που ενστερνίζεται τις αρχές του ρεπουμπλικανισμού: (κ. ως επίθ.) ~ος: πολιτικός/ψηφοφόρος. ● Ουσ.: Ρεπουμπλικάνοι (οι): οι οπαδοί του ρεπουμπλικανισμού ή ειδικότ. τα μέλη και οι ψηφοφόροι του ρεπουμπλικανικού κόμματος των ΗΠΑ. Βλ. δημοκρατικοί. [< γαλλ. républicain]
44201ρεπρίζρε-πρίζ ουσ. (ουδ. + θηλ.) {άκλ.}: επιτάχυνση αυτοκινήτου: αργές/γρήγορες/μέτριες ~. [< γαλλ. reprise, 1906]
44202ρεπροντιξιόνρε-προ-ντι-ξιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: αντίγραφο έργου τέχνης, κυρ. πίνακα ζωγραφικής. Πβ. απομίμηση, κόπια, ρεπλίκα. [< γαλλ. reproduction]
58677ρέπω[ῥέπω] ρέ-πω ρ. (αμτβ.) {έρρεπε, ρέπ-οντας, ρέπ-ων, -ουσα, κυρ. στο ενεστ. θ.}: έχω την τάση, την προδιάθεση για κάτι αρνητικό· είμαι επιρρεπής: ~ει στην αλαζονεία/κατάθλιψη/ μελαγχολία. ~ουν προς τον τζόγο/την υπερβολή. Ολιγαρχία ~ουσα προς τον εθνομηδενισμό. Πβ. κλίνω, τείνω. [< αρχ. ῥέπω]
44203ρεσάλτορε-σάλ-το ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. επίθεση σε πλοίο για την κατάληψή του: ~ πειρατών. Πβ. εμβολή, έφοδος, εφόρμηση. 2. (μτφ.) κάθε ριψοκίνδυνο, τολμηρό εγχείρημα για την επίτευξη ενός στόχου. Πβ. γιουρούσι. [< βεν. ressalto]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.