Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58826 εγγραφές  [44740-44760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44176ρεμπέτικος, η, ο ρε-μπέ-τι-κος επίθ.: ΜΟΥΣ. που αναφέρεται στους ρεμπέτες και τη μουσική τους: ~ες: κομπανίες. ● Ουσ.: ρεμπέτικο (το): το ελληνικό αστικό λαϊκό τραγούδι που παιζόταν με έγχορδα (μπουζούκι, μπαγλαμά, κιθάρα), αναπτύχθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αι. και αρχικά εξέφραζε τη ζωή των κατώτερων ή και περιθωριακών κοινωνικών στρωμάτων: γνήσιο/παλιό/προπολεμικό ~. Απαγορευμένα ~α. ~α της Κατοχής. Βλ. χασικλίδικα.
44177ρενουσ. (ουδ.) {άκλ.}: (στο σκάκι) απειλή προς τη βασίλισσα του αντιπάλου: Έκανε ~. Βλ. ρουά. [< γαλλ. reine]
44178ρενάρρε-νάρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: γούνα αλεπούς. Βλ. βιζόν, μινκ, ρακούν. [< γαλλ. renard]
44179ρενίνηρε-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ένζυμο που παράγεται στα νεφρά και ελέγχει την αρτηριακή πίεση και τον όγκο του αίματος. Βλ. αγγειοτενσίνη, -ίνη.|| Η ~ είναι το κύριο πρωτεολυτικό ένζυμο της πυτιάς. [< αγγλ. renin, 1903, γαλλ. rénine, περ. 1950]
44180ρένταρέ-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.): (κυρ. σε τυχερά παιχνίδια) συνεχής εύνοια της τύχης: μεγάλη ~. Τι ~ είναι αυτή! Πβ. καλοτυχία. Βλ. γούρι. ΑΝΤ. ατυχία (1), γκαντεμιά, γκίνια ● ΦΡ.: έχω ρέντα: έχω τύχη: ~ ~ σήμερα/τελευταία. [< μεσν. ρέντα, γαλλ. rente]
44181ρέντγκενρέ-ντγκεν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της έκθεσης σε ιονίζουσα ακτινοβολία (σύμβ. R). [< γερμ. Röntgen, γαλλ. röntgen, 1921, γερμ. ανθρ. W. C. Röntgen]
44182ρεντγκένιορε-ντγκέ-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. τεχνητό ραδιενεργό στοιχείο (σύμβ. Rg) με μικρή διάρκεια ζωής. [< αγγλ. roentgenium, 2004, γερμ. ανθρ. W. C. Röntgen]
44183ρεντίκολορε-ντί-κο-λο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: γίνομαι ρεζίλι/ρεντίκολο (των σκυλιών)/ρόμπα (ξεκούμπωτη) βλ. ρεζίλι, κάνω κάποιον ρεζίλι (των σκυλιών)/ρόμπα/ρεντίκολο βλ. ρεζίλι [< ιταλ. ridicolo]
44184ρεντικόταρε-ντι-κό-τα ουσ. (θηλ.) & ρεντι(ν)γκότα 1. είδος λεπτού, συνήθ. γυναικείου παλτού. Βλ. καμπαρντίνα. 2. (παλαιότ.) ανδρικό, επίσημο, σταυρωτό πανωφόρι. Πβ. βελάδα. [< γαλλ. redingote]
44185ρεολογίαρε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΜΗΧΑΝ. κλάδος της φυσικής που μελετά την παραμόρφωση και τη ροή των υλικών: υπολογιστική ~. ~ πολυμερών. Βλ. αντίσταση, ελαστικ-, πλαστικ-ότητα, ιξώδες. [< αγγλ. rheology, 1929, γαλλ. rhéologie, 1943]
44186ρεοστάτηςβλ. ροοστάτης
44187ρεπάνιβλ. ραπάνι
44188ρεπεράζρε-πε-ράζ ουσ. (ουδ.): ΚΙΝΗΜ. -ΤΗΛΕΟΡ. αναζήτηση των κατάλληλων χώρων για τα γυρίσματα κυρ. ταινίας ή σίριαλ. [< γαλλ. repérage]
44189ρεπερτόριορε-περ-τό-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {ρεπερτορί-ου}: τα θεατρικά ή μουσικά έργα που παίζονται από ομάδα ή καλλιτέχνη σε ορισμένη χρονική περίοδο και γενικότ. το σύνολο των καλλιτεχνικών δημιουργιών που έχουν ερμηνεύσει: εγχώριο/ελληνικό/εναλλασσόμενο/έντεχνο/ευρύ/λαϊκό/λυρικό/μοντέρνο/ξένο/περιορισμένο/φτωχό ~. ~ θιάσου (πβ. δραματολόγιο)/(συμφωνικής/φιλαρμονικής) ορχήστρας/τραγουδιστή/χορωδίας.|| Θέατρο ~ου (: με διάφορες παραστάσεις). Δισκογραφική εταιρεία εμπορικού ~ου. Ραδιοφωνική εκπομπή με ροκ ~.|| (για έργα με αναγνωρισμένη αξία:) Κομμάτι ~ου. Ηθοποιός κλασικού ~ου.|| (κατ' επέκτ.) Πλούσιο ~ εκδηλώσεων. [< ιταλ. repertorio]
44190ρεπλίκαρε-πλί-κα ουσ. (θηλ.) & ρέπλικα 1. ακριβές αντίγραφο έργου τέχνης, συνήθ. πίνακα, που έχει φιλοτεχνηθεί από τον ίδιο τον καλλιτέχνη. 2. (κατ' επέκτ.) κάθε πιστό αντίγραφο: ~ες πολυτελών αυτοκινήτων.|| (ως επίθ.) ~ες ρολόγια. Κοσμήματα (βλ. φο-μπιζού)/πιστόλι ~. Πβ. απομίμηση, κόπια, ομοίωμα. [< ιταλ. replica, γαλλ. réplique]
44191ρεπόρε-πό ουσ. (ουδ.) {άκλ. | πληθ. (προφ.) ρεπά}: μέρα κατά την οποία κάποιος δεν εργάζεται· διακοπή εργασίας για ανάπαυση και ξεκούραση: Δικαιούμαι/παίρνω διήμερο/εορταστικό (πβ. αργία, σχόλη)/κυριακάτικο ~. Σήμερα έχω ~. Βλ. άδεια, διακοπές, σαββατοκύριακο. [< γαλλ. repos]
44192ρεπορτάζρε-πορ-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΜΕ δημοσιογραφική έρευνα σε ένα θέμα και παρουσίασή της από ρεπόρτερ σε κάποιο από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: αθλητικό/αναλυτικό/αποκλειστικό/αστυνομικό/διαδικτυακό/διαφωτιστικό/διεθνές/δικαστικό/έκτακτο/ελεύθερο (: για οποιοδήποτε θέμα)/επίκαιρο/επιτόπιο/ζωντανό/ηλεκτρονικό/οικονομικό/πλήρες/πολιτικό/πολιτιστικό/ραδιοφωνικό/τηλεοπτικό/φωτογραφικό (= φωτο~) ~. ~ σε εφημερίδα/περιοδικό. ~ εκπομπής. ~ στον τόπο του δυστυχήματος/εγκλήματος. Επικίνδυνο ~ από τη ζώνη του πολέμου. Επιμελείται το/κάνει ~. Πβ. ειδησεογραφία. [< γαλλ. reportage]
44193ρεπορταζιακός, ή, ό ρε-πορ-τα-ζι-α-κός επίθ. (προφ.): ΜΜΕ που σχετίζεται με το ρεπορτάζ: ~ή: εκπομπή/καταγραφή/φωτογραφία. Βλ. ντοκιμαντερίστικος.
44194ρεπόρτερρε-πόρ-τερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: δημοσιογράφος που κάνει ρεπορτάζ: αθλητικός/αστυνομικός/δαιμόνιος/ελεύθερος/οικονομικός/πολιτικός ~. ~ ειδήσεων/εφημερίδας/καναλιού/του ραδιοφώνου/της τηλεόρασης. Πβ. ειδησεογράφος. Βλ. φωτο~. [< αγγλ. reporter]
44195ρέποςρέ-πος ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΟΙΚΟΝ. συμφωνίες επαναγοράς χρεογράφου σε προκαθορισμένη τιμή και μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την πώλησή του. Βλ. δημόσιο δάνειο, έντοκα γραμμάτια (του Δημοσίου). [< αγγλ. repurchase agreements, repo, 1956]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.