Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58817 εγγραφές  [44760-44780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
44204ρεσβερατρόληρε-σβε-ρα-τρό-λη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. φυτικό συστατικό με αντιοξειδωτική δράση (σύμβ. C14H12O3)το οποίο βρίσκεται κυρ. στη φλούδα των σταφυλιών και θεωρείται ότι μειώνει τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου και καρκίνου. Βλ. -όλη. [< αγγλ. resveratrol, 1939]
44205ρεσεψιόνρε-σε-ψιόν ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: χώρος υποδοχής και εξυπηρέτησης κοινού ή πελατών, διαμορφωμένος με γραφείο και πάσο· η σχετική, συνήθ. τηλεφωνική, υπηρεσία: ~ γυμναστηρίου/ιατρείου/νοσοκομείου/ξενοδοχείου/πλοίου. Ο θυρωρός/υπάλληλος της (πβ. ρεσεψιονίστ) ~. ~ με αίθουσα αναμονής/καθιστικό. Άφησε το κλειδί στη ~.|| Θα κάνουμε κράτηση στη ~. Τηλεφώνησε στη ~. Βλ. γραμματεία, πληροφορίες. [< γαλλ. réception]
44206ρεσεψιονίστρε-σε-ψιο-νίστ ουσ. (αρσ. + θηλ.) & ρεσεψιονίστας (ο), ρεσεψιονίστα (η): υπάλληλος που εργάζεται σε ρεσεψιόν: ~ της εταιρείας/της κλινικής/του ξενοδοχείου. Βλ. γραμματέας. [< γαλλ. réceptionniste, 1945]
44207ρεσιτάλρε-σι-τάλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. μουσική, κυρ. ορχηστρική, παράσταση που δίνεται από σολίστα: δίνει ~ βιολιού/κιθάρας/πιάνου. 2. (μτφ.) εξαιρετική εμφάνιση, υψηλή απόδοση σε κάποιον τομέα: ~ ερμηνείας/ηθοποιίας/τραγουδιού/χορού. Έδωσε ~ οδήγησης στον αγώνα και κατέκτησε την πρώτη θέση.|| (ειρων.) ~ αυθαιρεσίας/βλακείας. [< γαλλ. récital]
44208ρεσόρε-σό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μικρό κερί, συνήθ. σε αλουμινένια στρογγυλή βάση: αρωματικά/διακοσμητικά/χρωματιστά ~. Θήκη για ~. [< γαλλ. réchaud – παλαιότ. ορθογρ. ρεσώ]
44209ρέσταρέ-στα ουσ. (ουδ.) (τα): χρηματικό υπόλοιπο που επιστρέφεται σε αγοραστή, όταν το ποσό που καταβάλλει είναι μεγαλύτερο από την τιμή του προϊόντος που αγόρασε: Αφήνω τα ~ για/ως πουρμπουάρ/φιλοδώρημα. Τα ~ δικά σου. Δεν έχω ψιλά (για) να σου δώσω ~. Έχετε ~ από εκατό ευρώ; Μου έδωσε λάθος/παραπάνω ~. Παίρνω ~. ● ΦΡ.: δίνω ρέστα (μτφ.-προφ.) 1. εντυπωσιάζω, κάνω αίσθηση: Σήμερα είχε κέφια/ήταν σε φόρμα και έδωσε ~. 2. αναγνωρίζω πλήρως την αξία προσώπου ή πράγματος: Δίνω ρέστα μου για κάποιον. Πβ. αποκαλύπτομαι, βγάζω το καπέλο σε κάποιον, υποκλίνομαι., ζητά(ει)/θέλει/γυρεύει και τα ρέστα (μτφ.-προφ.): ως έκφραση αγανάκτησης εναντίον κάποιου που, ενώ φέρει την ευθύνη για κάτι, προβάλλει αξιώσεις και απαιτήσεις: Δεν φτάνει που μας έμπλεξε, ~ ~!, και τα ρέστα (λαϊκό): και (τα) λοιπά: Ετοιμάσαμε ένα τραπέζι με μεζέδες, ποτά ~ ~., παίζω τα ρέστα μου (προφ.) 1. (μτφ.) τα δίνω όλα για όλα, ρισκάρω τα πάντα: Η ομάδα θα παίξει ~ της για να μείνει στη σούπερ λίγκα. 2. & τα ρέστα μου: (σε χαρτοπαίγνια) ποντάρω όλα μου τα χρήματα, στοιχηματίζω ό,τι μου έχει απομείνει. [< ουσιαστικοπ. ουδ. πληθ. του επιθ. ρέστος]
44210ρεστοκριτικήρε-στο-κρι-τι-κή ουσ. (θηλ.): δημοσιευμένη κριτική της ποιότητας των υπηρεσιών που παρέχουν τα εστιατόρια· συνεκδ. ο αντίστοιχος επαγγελματικός κλάδος. Βλ. γευσιγνωσία.
44211ρεστοκριτικόςρε-στο-κρι-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επαγγελματίας με αντικείμενο τη ρεστοκριτική. Βλ. γευσιγνώστης.
44212ρεστοράνρε-στο-ράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & ρέστοραν: εστιατόριο: καφέ/μπαρ/πιάνο-~. [< γαλλ. restaurant, αγγλ. ~]
44213ρέστος, η, ο ρέ-στος επίθ. (λαϊκό): που απομένει, που μένει στο τέλος ως υπόλοιπο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: μένω/είμαι ρέστος: ξεμένω, συνήθ. από χρήματα: Έμεινα ~ από λεφτά/τσιγάρα/ψιλά. Πβ. είμαι/έχω μείνει ταπί. [< ιταλ. resto]
44214ρεσώβλ. ρεσό
44215ρετάλιρε-τά-λι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. το τελευταίο κομμάτι υφάσματος που πωλείται φθηνότερα· κατ' επέκτ. υπόλοιπο, υπόλειμμα: ~ια μοκέτας/πανιών.|| ~ια ξύλου. 2. (μτφ.) κουρασμένος, εξαντλημένος, κατάκοπος: Γυρνάει κάθε μέρα ~ από τη δουλειά (= πτώμα, ψόφιος). 3. (μτφ.-αργκό-μειωτ.) άνθρωπος ανάξιος, που έχει εξευτελιστεί: ~ της κοινωνίας. Τον έκανε ~ (= ρεζίλι). Πβ. κατακάθι, τιποτένιος. 4. ΟΙΚΟΝ. τίτλος μετοχής που αντιπροσωπεύει αριθμό μικρότερο από τη μονάδα διαπραγμάτευσης. [< ιταλ. ritaglio (ή διαλεκτ. retaglio)]
44216ρετάρισμαρε-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρετάρω. Βλ. -ισμα.
44217ρετάρωρε-τά-ρω ρ. (αμτβ.) {ρετάρ-ισα κ. ρέταρ-α, ρετάρ-οντας} (προφ.): (συνήθ. για όχημα) δεν λειτουργώ κανονικά· υπολειτουργώ: ~ει ο κινητήρας/η μηχανή. Το αμάξι άρχισε να ~ει και μετά από λίγο έσβησε τελείως.|| (μτφ.) Η δημόσια διοίκηση ~ει. [< γαλλ. retard]
44218ρετινοβλάστωμαρε-τι-νο-βλά-στω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. κακοήθης όγκος του αμφιβληστροειδούς που αναπτύσσεται κυρ. σε παιδιά. Βλ. μυελο-, νεφρο-, νευρο-βλάστωμα, -ωμα2. [< αγγλ. retinoblastoma, 1924, γαλλ. rétinoblastome]
44219ρετινόληρε-τι-νό-λη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. συστατικό της βιταμίνης Α (C20H29OH). Βλ. καροτενοειδή, -όλη. [< αγγλ. retinol, 1960, γαλλ. rétinol, 1972]
44220ρετιρέρε-τι-ρέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΑΡΧΙΤ. ο τελευταίος συνήθ. όροφος πολυώροφου κτιρίου με χαρακτηριστική εσοχή που δημιουργεί μεγάλη βεράντα· το διαμέρισμα αυτού του ορόφου: το ~ της πολυκατοικίας. ~ με καταπληκτική θέα. Μένει σε ~. Βλ. δώμα, σοφίτα. 2. (μτφ.) κορυφή: μισθολογικά ~. Το ~ της βαθμολογίας. [< γαλλ. retiré]
44221ρετουσάρισμαρε-του-σά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) & ρετούς: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ρετουσάρω: (ΦΩΤΟΓΡ.) Ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~ φωτογραφιών. Βλ. φώτοσοπ.|| (προφ.) ~ του κειμένου (πβ. χτένισμα). Το αμάξι/μενού θέλει ~ (πβ. βελτίωση, τελειοποίηση). Βλ. -ισμα. [< γαλλ. retouche]
44222ρετουσάρωρε-του-σά-ρω ρ. (μτβ.) {ρετουσάρ-ισα, -ίστηκε, -ισμένος, ρετουσάρ-οντας} 1. ΦΩΤΟΓΡ. επεξεργάζομαι φωτογραφία με σκοπό τη διόρθωση ατελειών και την αισθητική της τελειοποίηση: ~ισμένη: εικόνα. 2. (μτφ.-προφ.) διορθώνω ή μεταβάλλω κάτι, για να βελτιώσω τη μορφή του: ~ το σενάριο (πβ. χτενίζω). Κάλεσε διακοσμητή να ~ει το σαλόνι. [< γαλλ. retoucher]
44223ρετρόρε-τρό επίθ. {άκλ.}: που αποτελεί στιλ του παρελθόντος ή σχετίζεται με αυτό: ~ λουκ/ρούχα/φωτογραφία/χτένισμα. Πβ. βιντάζ, παλιομοδίτικος. ● Ουσ.: ρετρό (το): τάση κυρ. στη μόδα και τη διακόσμηση, που αναβιώνει ή μιμείται το στιλ παλιότερης εποχής (συνήθ. του πρώτου μισού του 20ού αι.). [< γαλλ. rétro(grade), 1973]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.